Κυριακή, 2 Μαρτίου 2014

Η ελπίδα ως πραγματικότητα...

Ο ΣΥΡΙΖΑ του 27% δεν μπορεί να υπάρξει ως παραπληρωματικός του ΣΥΡΙΖΑ 4%. Η διάκριση αυτή έχει σαν προυπόθεση την ενότητα τους. Δεν μπορεί να νοηθεί το ένα ξεχωριστά από το άλλο

Του Πέτρου Καλκανδή

Το ιδρυτικό συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ αποτέλεσε μια από τις πιο σημαντικές και ελπιδοφόρες στιγμές της περασμένης χρονιάς. Αν επιστρέφω σ΄ αυτό, είναι γιατί, όσο διαρκεί ένα γεγονός, είναι δύσκολο να αντιληφθείς τη σημασία του. Μόνο από μια ορισμένη απόσταση μπορείς να αντιληφθείς την ιστορικότητα, την διεθνή του εμβέλεια, τα διακυβεύματα που ορίζει στα πολλαπλά επίπεδα της θεωρίας, της ιδεολογίας, της καθημερινής πρακτικής. Ότι, εν προκειμένω, η εκλογική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ έχει θέσει νέα διακυβεύματα και στόχους.

Θεωρώ, λοιπόν, σημαντικό εδώ να μην ξεχνάμε το εξής: ότι ο ΣΥΡΙΖΑ του 27% δεν μπορεί να υπάρξει ως παραπληρωματικός του ΣΥΡΙΖΑ 4%. Η διάκριση αυτή έχει σαν προυπόθεση την ενότητα τους. Δεν μπορεί να νοηθεί το ένα ξεχωριστά από το άλλο. Σε αυτό το πλαίσιο η ίδρυση του ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε η τομή και ταυτόχρονα η συνέχεια σε αυτή την πορεία. Είναι το καινούριο που ήρθε, κουβαλώντας το παλιό, αλλά σε μία καινούργια σχέση που ορίζουν τα σημερινά ερωτήματα. Πήγαμε παρακάτω. Έννοιες όπως ο ριζοσπαστισμός, η ανασύνθεση της αριστεράς, αντιμνημονιακός αποτελούν, ήδη από το περσινό ιδρυτικό συνέδριο, σημαντικά καταστατικά στοιχεία του εγχειρήματος.

***
Ο αριστερός ριζοσπαστισμός αποτελεί δομικό στοιχείο του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ. Η εμπειρία μας όμως δείχνει πως ο ριζοσπαστισμός μαραίνεται, τόσο ως πρακτική όσο και ως θεώρηση των πραγμάτων, αν δεν γίνει πράξη και πρακτική. Σήμερα χρειαζόμαστε ένα νέο κύμα ριζοσπαστισμού. Θέλουμε λοιπόν εκείνο τον ριζοσπαστισμό που θα διατρέχει το κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο καθημερινά, θα παίρνει κανονιστική μορφή και θα διευρύνει τα πεδία της ρήξης στο κοινωνικό σώμα. Σήμερα δεν αρκεί για να υπάρξει μία άλλη προοπτική απλά και μόνο να συνδέσουμε τα κομμάτια του κατακερματισμένου, από το νεοφιλελεύθερο υπόδειγμα, κοινωνικού πεδίου. Θέλουμε εκείνο τον ριζοσπαστισμό που θα δημιουργεί νέες ενότητες στη βάση νέων συνθέσεων στο πολιτικό πεδίο. Συνθέσεις και ενότητες που θα απαντούν στα νέα ερωτήματα, σ΄ εκείνα που προκύπτουν από της ανάγκες των πολλών. Αυτά, όμως, μπορούν να συμβούν μόνο αν μπορούμε εμείς να ορίζουμε το παιχνίδι. Αν, δηλαδή, υλοποιηθεί η καταστατική στόχευση του εγχειρήματος: η κατάληψη της εξουσίας.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί να υπάρξει ο ΣΥΡΙΖΑ σαν εκφραστής μιας αριστερής ριζοσπαστικής πολιτικής ως αντιπολίτευση. Απλά ισχυρίζομαι το προφανές: πως αυτό θα έχει συμβεί στο έδαφος της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και εκείνων των κοινωνικών δυνάμεων που επιδιώκουν την ανατροπή, δηλαδή της πλειοψηφίας της κοινωνίας. Δεν επιλέγουμε εμείς τις συνθήκες. Αυτές ωριμάζουν σε μια δεδομένη στιγμή. Και βέβαια δεν είναι σίγουρο πως η προοδευτική κατεύθυνση είναι δεδομένη. Μια κοινωνία ηττημένη, θα είναι μια κοινωνία πολύ διαφορετική από αυτή την ήδη ισοπεδωμένη. Πιθανότατα να μοιάζει με την πιο τρομακτική εκδοχή αυτού που έχουμε στο μυαλό μας. Σε κάθε περίπτωση όμως, η πολιτική ανατροπή, αλλά και κάθε επαναστατικό όραμα, μπορεί να συνεχίσει να είναι επαναστατικό μόνο αν γίνει πραγματικότητα η επανάσταση που επικαλείται. Αλλιώς ζούμε την αντεπανάσταση... Με λίγα λόγια, αν δεν γίνει πραγματικότητα η πολιτική ανατροπή δεν πρόκειται να γεννηθεί η ελπίδα. Θα μείνουμε στις μεγάλες προσδοκίες. Η σύλληψη της ελπίδας γίνεται από την προσδοκία, αλλά η πράξη είναι αυτή που γεννάει την ελπίδα.

***
Η ανασύνθεση της αριστεράς αποτελεί με ένα τρόπο την αιτία αλλά και το αποτέλεσμα του νέου και πρωτότυπου αυτό εγχειρήματος, του ΣΥΡΙΖΑ. Η ανασύνθεση της αριστεράς δεν μπορεί να γίνει πραγματικότητα αν περιοριστεί μόνο στο πολιτικό πεδίο. Πρέπει να γίνει και στο κοινωνικό πεδίο και στο ιδεολογικό σε αναφορά με τις κοινωνικές δυνάμεις και τον κοινωνικό ανταγωνισμό. Ευρύτερες κοινωνικές δυνάμεις, και κυρίως τα πιο δυναμικά στρώματα, θα συστρατευθούν σε μια αρραγή ενότητα μόνο στην προοπτική ανάληψης της εξουσίας. Η συγκρότηση του επαναστατικού υποκειμένου, απαντώντας ακριβώς στην συνθετότητα του ερωτήματος σχετικά με το ποια είναι η εργατική τάξη και ποιο το πολιτικό της υποκείμενο, σίγουρα προϋποθέτει εν μέρει ότι το υποκείμενο μπορεί να κάνει την επανάσταση, να υπάρχουν οι υλικοί όροι, διαφορετικά μπορούμε να μιλάμε γενικόλογα περί πρωτοποριών που παραμείναν πρωτοπορίες.

Ο ΣΥΡΙΖΑ περιγράφει σωστά τη συγκυρία. Το μνημόνιο αποτελεί το κεντρικό στόχο ανατροπής. Αυτό που μπορεί να κάνει εφικτή την ανατροπή του είναι ένα πλειοψηφικό πολιτικό και κοινωνικό ρεύμα. Η συγκρότησή του περνά από συμφωνίες σε διάφορα επίπεδα. Προφανώς σε αυτό της κατάργησης του μνημονίου αλλά και σε συμφωνίες της επόμενης μέρας. Χωρίς τον αντινενοφιλελευθερο προσανατολισμό, ο αντιμνημονιακός λόγος είναι κενός νοήματος. Σε κάθε περίπτωση δε, ο λόγος αυτός αποτελεί συνθήκη, αλλά όχι εχέγγυο προοδευτικών αλλαγών.

Η λύση θα πρέπει να αναζητηθεί σε μία άλλου τύπου ενότητα. Οποιαδήποτε προοδευτική αλλαγή δεν μπορεί να καθορίζεται παρά από την δυναμική της σχέσης πολιτικής και κοινωνίας. Μόνο μέσα από αυτή την ενότητα μπορούν να αποκτήσουν την πραγματική τους αυτονομία αυτές οι έννοιες. Η παραπάνω σχέση είναι η δικλείδα που μπορεί να στηρίξει τον ταξικό προσανατολισμό της πολιτικής μας στις διάφορες ενότητες του κράτους και του κοινωνικού σώματος. Η ανάγκη για να εμφανιστεί το “καινούργιο” κάνει απαραίτητο το να παρουσιάσουμε ένα συνολικό σχέδιο για την κοινωνία. Συνολικό, όχι σαν λογιστικό κατάστιχο, αλλά σαν προοπτική και σαν πεδίο στόχων που θα λειτουργήσει ως οδικός χάρτης στο πεδίο των κοινωνικών διεργασιών και συγκρούσεων. Όπως ακριβώς κάνει και το μνημόνιο στο πρώτο μέρος του για τον αντίπαλο, ορίζοντας έννοιες όπως δημοκρατία, κοινωνία, ανάπτυξη κατά το νεοφιλελεύθερο-νεοσυντηριτικό πρότυπο. Οι έννοιες, οι ορισμοί και τα περιεχόμενα τους αποτελούν ένα εξαιρετικής σημασίας πεδίο ταξικής σύγκρουσης: αυτό της μάχης των ιδεών.

Ο αντιμνημονιακός λόγος αν δεν περιγραφεί προγραμματικά θα παραμείνει κενό σύνθημα. Πρέπει να του δώσουμε υλική μορφή. Πρέπει να περιγράψουμε τι κρατάμε και τι αφήνουμε από αυτό που έχουμε σήμερα. Δεν αρκεί μόνο η κατάργηση των μνημονίων και των εφαρμοστικών νόμων για να ευδοκιμήσει μια κυβέρνηση της Αριστεράς. Κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που δεν αρκεί το μνημόνιο για να στηρίξει την πολιτική που στηρίζει αυτή η κυβέρνηση. Κάθε πολιτική δεν αρκεί μόνο να επικαλείται μια καλύτερη ζωή. Πρέπει να δημιουργεί και τούς όρους γι αυτήν. Αν μη τι άλλο, τους όρους της προσδοκίας μιας καλύτερης ζωής. Χρειάζεται να κάνουμε ένα βήμα εμπρός. Να υπερβούμε το τέλος του μνημονίου ως τελικό ορίζοντα του σχεδίου μας και να ασχοληθούμε με τη μεταμνημονιακή πραγματικότητα. Να μιλήσουμε λοιπόν για το πολιτικό σύστημα και την δημοκρατία. Να μιλήσουμε για την αναδιοργάνωση του αστικού κράτους, την ανάπτυξη όπως την εννοούμε εμείς, με κέντρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Να δώσουμε τη μάχη στο πεδίο των ιδεών, για μια λύση που μπορεί να είναι μόνο πολιτική.

Αν η πολιτική των μνημονίων και της λιτότητας δεν είναι κατάρα πάει να πει ότι προετοιμάστηκε και σχεδιάστηκε από κάποιους για συγκεκριμένους λόγους, υπερισχύοντας άλλων προοπτικών οργάνωσης του αστικού κόσμου. Θα ανατραπούν χωρίς να είναι σίγουρο ότι θα καταστραφούν. Είναι σίγουρο όμως, ότι αν καταστραφούν αυτό θα γίνει από την ίδια τους την απληστία. Κατά βάθος το θεωρώ ότι οι ίδιοι πιστεύουν βαθιά στο αναπόδραστο των επιλογών που εφαρμόζουν. Δεν μπορούν δουν τι γίνεται, το πάθος τους για να κρατηθούν στην εξουσία να διατηρήσουν και να διευρύνουν το όποιας μορφής κέρδη τους τούς τυφλώνει. Οι μικρές και οι μεγάλες εξουσίες, τα μικρά και τα μεγάλα συμφέροντα, όλα αυτά που βρίσκουν νόημα στο υπάρχον πλαίσιο, τραντάζονται. Φοβούνται αυτό το φάντασμα που πλανιέται πάνω από την Ευρώπη και που επίμονα βρίσκεται πάνω από τα κεφάλια μας σε αυτή την μικρή χώρα την Ελλάδα. Μία μικρή γωνία της Ευρώπης, του πλανήτη, του γαλαξία, όπως θα έλεγε και ένας φίλος...

Πέτρος Καλκανδής
REDNotebook

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου