Τρίτη, 11 Μαρτίου 2014

Η Ευρώπη γαβγίζει, αλλά μπορεί να δαγκώσει τη Ρωσία;


Ενώ η Κριμαία κινείται ολοταχώς προς απόσχιση με την υποστήριξη της Ρωσίας, η Δύση χαρακτηρίζει παράνομο το δημοψήφισμα και συνεχίζει τις απειλές προς το Κρεμλίνο για αυστηρότερες οικονομικές κυρώσεις σε περίπτωση που δεν αποσύρει τις δυνάμεις του από τη φιλορωσική χερσόνησο. Ωστόσο πολλοί είναι οι αναλυτές που εκφράζουν επιφυλάξεις για το κατά πόσο η Ευρώπη είναι σε θέση να απειλεί με «οικονομικές κυρώσεις» τη Ρωσία. Έχει στείλει ξεκάθαρο μήνυμα πως αν επιβληθούν κυρώσεις τότε θα υπάρξουν και οι ανάλογες απαντήσεις, ενώ ήδη προχώρησε σε μια «επίδειξη δύναμης» στα ενεργειακά με την Gazprom να ζητάει άμεση εξόφληση των χρεών από το Κίεβο, απειλώντας σε αντίθετη περίπτωση με μια ενεργειακή κρίση αντίστοιχη του 2009.


Το γερμανικό περιοδικό Spiegel σε ανάλυσή του επισημαίνει τις ανησυχίες στην ΕΕ για το κόστος που θα έχουν ενδεχόμενες κυρώσεις στη Ρωσία. Ενδεικτικό του κλίματος είναι η αποκάλυψη ενός βρετανικού απόρρητου εγγράφου. Η Βρετανία, όπως αναφέρεται, επιθυμεί την τιμωρία της Ρωσίας για την επέμβαση στη χερσόνησο της Κριμαίας, ωστόσο αυτή η τιμωρία θα πρέπει να κοστίσει όσο το δυνατόν λιγότερο. Αυτή είναι και η βασική στρατηγική του Λονδίνου.

Σύμφωνα με το Spiegel, σε διαβαθμισμένο έγγραφο, που είχε στην κατοχή του αξιωματούχος της Downing Street και το περιεχόμενο του οποίου ήρθε στη δημοσιότητα, αναφέρεται πως η Βρετανία δεν θα πρέπει να υποστηρίξει στην παρούσα φάση τις εμπορικές κυρώσεις ή τον αποκλεισμό των Ρώσων. Το μήνυμα είναι σαφές. Το μήνυμα είναι σαφές: «Η Βρετανική οικονομία, η οποία ωφελείται ιδιαίτερα από το ρωσικό κεφάλαιο, θα πρέπει να προστατευτεί από πιθανές επιπτώσεις λόγω της συνεχιζόμενης κρίσης στην Ουκρανία».

Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχουν εκφράσει δημόσια την πρόθεσή τους να «τιμωρήσουν» τη Ρωσία για τη στάση της στην Κριμαία, ωστόσο το έγγραφο, σημειώνει το Spiegel, αντικατοπτρίζει και τη βαθιά επιφυλακτικότητα που υπάρχει στην Ευρώπη για τις επιπτώσεις που θα έχουν ενδεχόμενες κυρώσεις κατά της Μόσχας. Στην ουσία οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να στείλουν ένα μήνυμα, αλλά ταυτόχρονα να περιορίσουν τις υπερβολικές αντιδράσεις.

Το γερμανικό περιοδικό σημειώνει πως η οικονομία της ΕΕ εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη Ρωσία. Το Κρεμλίνο αποτελεί τον τρίτο μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο της ΕΕ. Το αντίστροφο ισχύει επίσης. Η Ευρώπη αποτελεί το νούμερο ένα στη λίστα των εμπορικών εταίρων της Ρωσίας. Οι οικονομικοί δεσμοί μεταξύ της ΕΕ και της Ρωσίας παραμένουν σφιχτοί παρά την αναταραχή που προκλήθηκε από την παγκόσμια οικονομική κρίση. Η Ευρώπη εξάγει στη Ρωσία κυρίως μηχανήματα, χημικά και αγροτικά προϊόντα, ενώ οι ρωσικές εξαγωγές είναι κυρίως πρώτες ύλες.

Η Ευρώπη εξάλλου αποτελούσε έναν από τους σημαντικότερους υποστηρικτές της ένταξης της Ρωσίας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου το 2012, ενώ τα ευρωπαϊκά κράτη μέλη αποτελούν τη σημαντικότερη πηγή ξένων επενδύσεων στη Ρωσία. Παρά την ιδιαίτερη σχέση Ευρώπης και Ρωσίας, τις τελευταίες ημέρες από τους ευρωπαίους χρησιμοποιείται μια σκληρή ρητορική, η οποία δεν έμεινε αναπάντητη από τη Μόσχα. Μάλιστα όπως υπογραμμίζει το Spiegel μια απάντηση στις οικονομικές κυρώσεις από το Κρεμλίνο θα μπορούσε να αποδειχθεί οδυνηρή για την Ευρώπη, ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας. Για παράδειγμα Γερμανία εισάγει τον ένα τρίτο του φυσικού αερίου και πετρελαίου από τη Ρωσία. Παράλληλα και άλλες ευρωπαϊκές χώρες εξαρτώνται όλο και περισσότερο ενεργειακά από τη Μόσχα. Θεωρητικά η Ευρώπη θα μπορούσε να αντισταθμίσει τις απώλειες με μια στροφή προς τη Νορβηγία, ώστε να ικανοποιήσει τις ανάγκες της, ωστόσο κάτι τέτοιο θα είχε ως αποτέλεσμα την εκτόξευση των τιμών.

«Η εξάρτηση της Γερμανίας από το ρωσικό αέριο μπορεί να περιορίσει ουσιαστικά την κυριαρχία της Ευρώπης. Είμαι πεπεισμένος γι' αυτό», δήλωσε ο πολωνός πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ, σημείωσε και τάχθηκε υπέρ «μιας διόρθωσης της ενεργειακής πολιτικής». Όπως υπογράμμισε, κατά τη συνάντησή του με την Άνγκελα Μέρκελ, θα διατυπώσει κατηγορηματικά τις απόψεις του για «το ζήτημα των πολιτικών απειλών που συνδέονται με την εξάρτηση από το ρωσικό αέριο και το ρωσικό χρήμα. Αυτό ασφαλώς δεν αφορά μόνο τη Γερμανία, αλλά η Γερμανία αποτελεί ένα ισχυρό παράδειγμα αυτού του φαινομένου, αυτά τα τελευταία χρόνια».

Την ίδια στιγμή οι ΗΠΑ παρακολουθούν στενά τις κινήσεις στην Ευρώπη γνωρίζοντας πως μόνο αυτές είναι σε θέση να ασκήσουν μεγαλύτερη πίεση προς τη Μόσχα, καθώς η Ρωσία δεν είναι καν μέσα στους δέκα σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Ουάσινγκτον. Στην Ευρώπη από τις πρώτες ημέρες φάνηκε πως υπήρξε διαφοροποίηση στο ενδεχόμενο αυστηρότερων κυρώσεων. Η Γερμανία βρίσκεται κάπου στη μέση, αναφέρει το Spiegel. Το Βερολίνο απέναντι στην «επιθετική ρητορική» προτάσσει τον «γερμανικό ρεαλισμό». Ο υπουργός Εξωτερικών Φρανκ Βάλτερ Στάινμαγερ από την αρχή τάχθηκε κατά της πρότασης για απομάκρυνση της Ρωσίας από τη G8, ενώ παράλληλα προώθησε τη δημιουργία ενός φόρουμ για άμεσες συνομιλίες μεταξύ Κιέβου και Μόσχας. Ο συντονιστής της γερμανικής κυβέρνησης για τις σχέσεις με τη Ρωσία ήταν επίσης ιδιαίτερα επιφυλακτικός. «Θα ήθελα να προειδοποιήσω για τις αρνητικές συνέπειες σχετικά με την επιβολή κυρώσεων στην παρούσα φάση», δήλωσε στο Spiegel ο Τζέρνοτ Ερλερ. «Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να καταστρέψει τις πιθανότητες για την επίτευξη μιας πολιτικής λύσης», πρόσθεσε.

Καταλήγοντας στο δημοσίευμα επισημαίνεται πως πέρα από τις εξελίξεις είναι δεδομένη η εμπλοκή στις διαπραγματεύσεις για μια νέα συμφωνία μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας. Πέρα από τις υποτονικές συζητήσεις επισημαίνεται και η επιλογή της Μόσχας να εστιάσει στη δημιουργίας μιας τελωνειακής ένωσης με τις χώρες του πρώην ανατολικού μπλοκ, μεταξύ αυτών και της Ουκρανίας. Οι συζητήσεις μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας είχαν ξεκινήσει το 2008 και αφορούσαν τους τομείς της πολιτικής, της οικονομίας, του εμπορίου, της επιστήμης και του πολιτισμού. Ωστόσο όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται από το γερμανικό υπουργείο Εξωτερικών «λόγω της σημασίας της συμφωνίας η επιμέλεια υπερισχύει της ταχύτητας».

Εν τω μεταξύ, την πιθανότητα υπογραφής συμφωνίας εταιρικής σχέσης Ουκρανίας - Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 21 Μαρτίου, για εμβάθυνση των σχέσεων, ανακοίνωσε ο μεταβατικός υπουργός Εξωτερικών της Ουκρανίας Αντρίι Ντεσχίτσια. Υπενθυμίζεται πως η κρίση στην Ουκρανία ξεκίνησε μετά την άρνηση του έκπτωτου προέδρου Βίκτορ Γιανουκόβιτς για υπογραφή συμφωνίας εμπορικής και τελωνειακής σύνδεσης Ουκρανίας - Ε.Ε. Ο Γιανουκόβιτς είχε προχωρήσει τότε σε μια συμφωνία με τη Ρωσία, η οποία προέβλεπε μεταξύ άλλων την αγορά ουκρανικών ομολόγων ύψους 15 δις και έκπτωση στην τιμή του φυσικού αερίου. Ωστόσο μετά την ανατροπή του Γιανουκόβιτς η συμφωνία ακυρώθηκε.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου