Τρίτη, 9 Δεκεμβρίου 2014

Ως και η Χούντα έκανε πίσω στις απεργίες πείνας του Παναγούλη

Της Μαρίας Φράγκου

-Πες μου γιατί δεν τρως;
-Γιατί θέλω ένα ημερολόγιο. Ενα ρολόι και ένα ημερολόγιο. Και να μου μιλάνε!
-Πολύ λίγα. Αλλο;
-Θέλω να μου βγάλουν τις χειροπέδες
-Πάλι είναι λίγα, άλλο;
-Θέλω να μου δώσουν ένα κρεβάτι.
-Ακόμη είναι λίγα, άλλο;
-Ενα αποχωρητήριο της προκοπής
-Αλλο;
-Τις εφημερίδες, μερικά βιβλία. Χαρτί και μολύβι.
-Κάτι γίνεται τώρα. Οταν ζητάς μόνο ένα πράγμα δεν σου το δίνουν ποτέ. Οταν ζητάς πολλά, σου δίνουν ένα.

(Συνομιλία του Αλέκου Παναγούλη με τον στρατιωτικό γιατρό κατά τη διάρκεια της δεύτερης απεργίας πείνας που έκανε στις φυλακές Μπογιατίου – Από το βιβλίο: Ενας Αντρας της Οριάνα Φαλάτσι)

Τελικά το μόνο πράγμα που πήρε ως αντάλλαγμα για να σταματήσει την απεργία πείνας ήταν ένα κρεβάτι…

Η Χούντα βασάνιζε απάνθρωπα και στερούσε από τον Παναγούλη ακόμα και τα στοιχειώδη (ένα κρεβάτι, μια κουβέρτα, μια τουαλέτα) όχι γιατί ο Παναγούλης είχε αποπειραθεί να σκοτώσει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο, αλλά επειδή από την ώρα που τον συνέλαβαν δεν είχε λυγίσει ούτε για μια στιγμή: δεν πρόδωσε κανέναν σύντροφό του, στη δίκη του ήταν αγέρωχος, αρνήθηκε τη χάρη του Παπαδόπουλου. Ο Παναγούλης δεν τιμωρούταν πια για την πράξη του, άλλα για τη στάση του απέναντι στο καθεστώς, όπως κάθε φυλακισμένος που ακόμα και μέσα από το κελί του συνεχίζει να αντιστέκεται στο κάθε σύστημα.

Μετά την απόπειρα

Παρόλα αυτά η Χούντα δεν ήθελε να τον εξοντώσει καθαρά με δική της ευθύνη… Οπως έγραφε η μητέρα του, Αθηνά, σε επιστολή της προς τον υπουργό εξωτερικών των ΗΠΑ, Ρότζερς, τον Ιούλιο του 1972: «επειδή δεν τολμούν να τον εκτελέσουν φανερά, φροντίζουν να τον οδηγήσουν στο θάνατο σιγά-σιγά με διαρκή βασανιστήρια, ώστε ο θάνατος να φανεί “φυσικός”».

Για μια τουαλέτα

«Μην έχοντας άλλοτε αντιμετωπίσει μια απεργία πείνας ο Ζαχαράκης (σ.σ. ο νέος διευθυντής των φυλακών Μπογιατίου), αγνοούσε το θέμα των τριών πρώτων ημερών, τη λεπτομέρεια ότι μόνο εκείνες τις μέρες νιώθει κανείς μια απελπισμένη ανάγκη για τροφή και ότι αφού περάσουν έρχεται μια γλυκιά νάρκη που διώχνει κάθε συναίσθημα πείνας. Εκανε λοιπόν το λάθος να ρθει να σε δει όταν ειχαν περάσει κιόλας δυο βδομάδες που δεν έτρωγες, για να κρατηθείς στη ζωή δε δεχόσουν παρά μόνο λίγο νερό και δεν είχες πια μάγουλα, τα πόδια σου είχαν γίνει όσο και οι καρποί σου και από το στόμα σου έβγαινε μαι τόσο ανυπόφορη μυρωδιά που με κόπο μπορούσε να μείνει κανείς κοντά σου. Μολις σε είδε τρομοκρατήθηκε και αποφάσισε να πληροφορήσει το υπουργείο Δικαιοσύνης: «Πεθαίνει, πεθαίνει!» «Αν πεθάνει, θα τιμωρηθείτε με κράτηση, δεν μπορούμε να αφήσουμε να γίνει διεθνές σκάνδαλο», απάντησαν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Κράτηση; Για το Θεό, έπρεπε να σε κάνει να βάλεις κάτι στο στόμα σου!»

(Ενας Αντρας, Οριάνα Φαλάτσι)

Μετά την πρώτη απόδραση
«Σας παρακαλώ κύριε Παναγούλη, φάτε κάτι»

Μετά την αποτυχημένη απόδρασή του από το κελί με ένα κουτάλι – τα μπάζα από τον τοίχο τα έριχνε μέσα στην τουαλέτα – ο Παναγούλης οδηγείται στο ΚΕΣΑ, όπου αρχικά βασανίζεται για ακόμα μια φορά από το αρχιβασανιστή της Χούντας, Θεοφιλογιαννάκο.

«Ο λιγότερο έκπληκτος ήταν ο Ιωαννίδης. Σε κοίταζε επίμονα δίχως να λέει τίποτα, με το παγερό του πρόσωπο σχεδόν χαλαρωμένο σε ένα μορφασμό ανεξικακίας και μόνο ύστερα από πολλή ώρα είπε κουνώντας το κεφάλι: «Παναγούλη, Παναγούλη! Εγώ το λεγα ότι έπρεπε να τουφεκιστείς, Παναγούλη! Αλλα φταίει ο Παπαδόπουλος που δεν είχε τ’ αρχίδια να σε στείλει κάτω από το χώμα!»
Και ύστερα ο Φαίδων Γκιζίκης, ο διοικητής Αθηνών που είχε υπογράψει τη διαταγή για την εκτέλεσή σου. Αυτός σοβαρός, θλιμμένος. Εσκυψε πάνω σου, κειτόσουν χειροδέσμιος στη γη, δίπλα σε ένα απείραχτο δίσκο με φαγητό και : «Κύριε Παγαγούλη! Σας παρακαλώ κύριε Παναγούλη, φάτε κάτι»

(Ενας Αντρας, Οριανα Φαλάτσι)


Το Μάη του 1969 έβγαλαν τον Παναγούλη στο προαύλιο για να δείξουν στην παγκόσμια κοινότητα ότι ο φυλακισμένος έχει μια φυσιολογική καθημερινότητα…

«Η Παγκόσμια Ηθική και το αίσθημα Δικαιοσύνης ας μας προστατέψουν»

Το φθινόπωρο του 1970, ύστερα από δύο χρόνια στη φυλακή, απομονωμένος – σε κανέναν κρατούμενο δεν επιτρεπόταν ούτε να τον δει, ούτε να του μιλήσει – αποδυναμωμένος, σωματικά αλλά όχι ψυχικά, έγκλειστος μέσα σε ένα ημιυπόγειο κελί-τάφο που ούτε όρθιος δεν μπορούσε να σταθεί μέσα σε αυτό, ο Αλέκος καταφέρνει να δώσει στη μητέρα του μια επιστολή γραμμένη σε ένα χαρτί τουαλέτας. Σε αυτήν αφού περιγράφει τα φρικτά βασανιστήρια που του έκαναν στην Ασφάλεια και στο Μπογιάτι, μιλάει για το μόνο όπλο που είχε μέσα στη φυλακή: την απεργία πείνας.

Το γράμμα δημοσιεύτηκε στη γαλλική εφημερίδα “Le Nouvel Observateur” στις 14 Δεκεμβρίου του 1970.

«Τα ξημερώματα στις 25 Νοεμβρίου (σ.σ. το 1968 μετά τη δίκη του) με βάλαν σε ένα αυτοκίνητο λέγοντάς μου: Τέλειωσαν τα ψέματα, πάμε για εκτέλεση. Και πήγαμε στο Μπογιάτι στις φυλακές. Με ρίξανε σε ένα κελί χωρίς κρεβάτι, οι τοίχοι βρεγμένοι και πράσινοι από την υγρασία, με χειροπέδες μόνιμα, κήρυξα απεργία πείνας ή μάλλον συνέχισα γιατί από την επομένη της Δίκης δεν ελάμβανα τροφή. Η απεργία πείνας κράτησε μέχρι τις 21 Δεκεμβρίου, οπότε επέτρεψαν στη μητέρα μου να με επισκεφθεί και μου υποσχέθηκαν βελτίωση των συνθηκών κράτησης. Εμεινα όμως δεμένος και ριγμένος στο πάτωμα μέχρι τα τέλη Μαρτίου.
Τα χέρια μου όμως είχαν πληγωθεί, πυορροούσαν, το κελί βρωμούσε τόσο, ώστε και οι σκοποί δεν μπορούσαν να σταθούν έξω από την πόρτα. Μέσα στο κελί υπήρχε μια τρύπα που έπρεπε να πηγαίνω για τις σωματικές μου ανάγκες. Από τις 20 Μαρτίου ήταν αδύνατο να υποφέρω τις χειροπέδες, αρκέστηκαν όμως να μου τις αφαιρούν 2-5 ώρες το πρωί. Από τις 8 Μαΐου (αφού το Πάσχα είχα κηρύξει απεργία πείνας) έβαλαν κρεβάτι στο κελί μου και ένα τραπέζι και με συνόδευαν 15-20 λεπτά στο προαύλιο της φυλακής όταν έκλειναν στα κελιά τους άλλους κρατούμενους.


Σημείωμα του Αλέκου Παναγούλη προς τους Αμερικανούς Γερουσιαστές, τους οποίους προσκαλούσε να επισκεφτούν και το δικό του κελί.
Στις 5 Ιουνίου απέδρασα. Με πρόδωσαν Πατίτσας-Περδικάρης και με συνέλαβαν στις 9 Ιουνίου. Εμεινα χειροδέσμιος σε ένα κελί στην Ασφάλεια Νέας Ιωνίας. Αρνήθηκα να δώσω κατάθεση. Εκήρυξα απεργία πείνας. Με μετέφεραν στο ΚΕΣΑ στις 15 Ιουνίου μου αφαίρεσαν τις χειροπέδες, με έκλεισαν σε ένα κελί.
Στις 20 Ιουνίου κήρυξα νέα απεργία πείνας, στις 24 Ιουλίου με μετέφεραν στο Μπογιάτι, αυστηρή απομόνωση, συνέχισα την απεργία μέχρι τις 5 Σεπτεμβρίου (47 μέρες). Τότε μου υποσχέθηκαν ότι θα μου επιτρέψουν την έξοδο, όταν μπορέσω να περπατήσω και να λαμβάνω τρόφιμα από το σπίτι μου, όπως και εφημερίδες. Αρχισα να λαμβάνω τροφή.
Στις 10 Σεπτεμβρίου άρχισα πάλι απεργία πείνας, γιατί εκτός των εφημερίδων δεν υπήρχε άλλη βελτίωση. Στις 24 Σεπτεμβρίου μου παρέδωσαν τρόφιμα που μου έστειλε η μητέρα μου και άρχισα να λαμβάνω τροφή.
Στις 18 Σεπτεμβρίου με συνέλαβαν σε μια προσπάθεια να αποδράσω. Χειροπέδες, αλυσίδες στα πόδια, αφαίρεση του κρεβατιού, όχι εφημερίδες, όχι τσιγάρα, όχι τρόφιμα, κηρυξα απεργία πείνας. Ημουν τελείως εξαντλημένος, από τις 13 Νοεμβρίου άρχισαν να με υποβάλλουν σε διάφορους βασανισμούς, ψυχολογικές πιέσεις κλπ. Το είδος των βασανισμών ανέφερα στην επιτροπή του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού που με επισκεφθη στις 16 Ιανουαρίου.


Η Ιταλίδα δημοσιογράφος και σύντροφος του Αλέκου Παναγούλη, Οριάνα Φαλάτσι, μπροστά από το κελί του στο Μπογιάτι. Η ίδια επισκέφτηκε τις φυλακές μετά τη δολοφονία του Παναγούλη (Πρωτομαγιά του 1976). Στη Μεταπολίτευση ο Παναγούλης ως βουλευτής είχε ζητήσει πολλές φορές άδεια από τον υπουργό Ε. Αβέρωφ να φωτογραφήσει το κελί του. Δεν του την έδωσε ποτέ.
Δεν έχω χώρο και χρειάζεται να γράψω πολλά για να σας δώσω μια σαφή εικόνα. Η απεργία πείνας έληξε την 1η Δεκεμβρίου, όταν σε κωματώδη κατάσταση με έβαλαν σε κρεβάτι που έφεραν στο κελί μου και μου αφαίρεσαν τις χειροπέδες, επίσης μου έδωσαν εφημερίδες. Εκανα μέρες για να συνέλθω.
Στις 16 Ιανουαρίου επίσκεψη Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού (Δ.Ε.Σ). Στις 19 Ιανουαρίου μεταφορά μου στο ΚΕΣΑ, αυστηρή απομόνωση, βασανισμοί.
9 Φεβρουαρίου μεταφορά μου πάλι στο Μπογιάτι, σε ένα ειδικό κλουβί – κελί από μπετόν διαστάσεων 3 επί 1,5 μέτρο, λοιπές συνθήκες γνωστές σε Δ.Ε.Σ.
Γράφω πολύ περιληπτικά ώστε είναι δύσκολο να δώσω μια ολοκληρωμένη εικόνα των συνθηκών που αντιμετωπίζω. Τώρα φτάνω στο πιο τραγικό για μένα και περισσότερο ενδεικτικό της εγκληματικής νοοτροπίας της Χούντας. 9 Απριλίου 1970 απόπειρα δολοφονίας μου. Μετά την αποτυχία της η Χούντα προσπάθησε να την παρουσιάσει ως απόπειρα αυτοκτονίας (…) Για να προστατέψω τον εαυτό μου από παρόμοιες ενέργειες της Φασιστικής Χούντας που ούτε στιγμή δεν εγκατέλειψε τις δολοφονικές της διαθέσεις, προβαίνω σε αυτήν την δημόσια καταγγελία.
(…) Από τις 22 Απριλίου μέχρι τις 21 Μαΐου δεν ελάμβανα τροφή. Εφεραν τον Στρατιωτικό Ιατρό και επανέλαβε τους βασανισμούς του στις 20 Μαΐου. Στις 21 μου είπαν οτι θα μου επιτρέψουν επισκεπτήριο και έλαβα τροφή. Η Παγκόσμια Ηθική και το αίσθημα Δικαιοσύνης ας μας προστατέψουν».

(Αλέξανδρος Παναγούλης-Πρόβες Θανάτου, Κώστας Μαρδάς)


Ο Αλέκος μαζί με την μητέρα του Αθηνά και τον αδελφό του Στάθη, δυο μέρες μετά που βγήκε από τις φυλακές Μπογιατίου (Αύγουστος 1973).

“Δεν μπορούν να στα πάρουν όλα, μιας και έχεις το θάρρος να τ’ απαρνιέσαι όλα.”


Οταν ανάγκασαν τον Αλέκο να βγει από τη φυλακή με ειδικό διάταγμα χάριτος, σχεδόν αμέσως ήρθε στην Ελλάδα η δημοσιογράφος Οριανα Φαλάτσι για να του πάρει συνέντευξη. Στη συνομιλία τους ο Παναγούλης της εξήγησε για ποιο λόγο έκανε απεργίες πείνας τα τεσσεράμιση χρόνια που ήταν φυλακισμένος.


“Ολες εκείνες οι απεργίες πείνας, λόγου χάρη, εξασθένησαν τον οργανισμό μου. Θα μου πεις για ποιο λόγο επέβαλες τον εαυτό σου και στις απεργίες πείνας; Γιατί στη διάρκεια των ανακρίσεων, η απεργία πείνας είναι ένα μέσο για να αντισταθείς. Τους αποδείχνεις δηλαδή ότι δεν μπορούν να στα πάρουν όλα, μιας και έχεις το θάρρος να τ’ απαρνιέσαι όλα.

Θα εξηγηθώ καλύτερα. Αν δεν δέχεσαι να φας και τους κάνεις επίθεση, αυτοί εκνευρίζονται και ο εκνευρισμός τους εμποδίζει να εφαρμόσουν συστηματικό τρόπο ανάκρισης (…) Θέλω να πω ότι με την απεργία πείνας το σώμα εξασθενίζει και αυτό δεν επιτρέπει την συνέχιση της ανάκρισης, γιατί είναι ανώφελο να ανακρίνεις και να βασανίζεις κάποιον που χάνει τις αισθήσεις του. Αυτές τις συνθήκες μπορείς να τις πετύχεις ύστερα από τρεις ή τέσσερις μέρες χωρίς τροφή και νερό. Ιδιαίτερα αν χάνεις και αίμα από τις πληγές που σου προκαλούν τα βασανιστήρια. Ετσι αναγκάζονται να σε μεταφέρουν στο νοσοκομείο και…

Μα και οι αναμνήσεις μου από το νοσοκομείο είναι οδυνηρές. Προσπαθούσανε να με θρέψουνε με έναν πλαστικό σωλήνα, από τη μύτη. Υπέφερα πολύ, έστω κι αν ένιωθα πως με όλα αυτά κέρδιζα χρόνο. Κι έπειτα..

-Κι έπειτα;

-Επειτα από το νοσοκομείο με μεταφέρανε και πάλι στην αίθουσα των βασανιστηρίων και ξανάρχιζαν να με βασανίζουν. Τότε κι εγώ έκανα και πάλι απεργία πείνας, τους προκαλούσα και πάλι, κρατούσα και πάλι στάση περιφρονητική , επιθετική. Ετσι το σύστημά τους αποτύχαινε ξανά. Κι αναγκάζονταν να με ξαναπηγαίνουν στο νοσοκομείο και να προσπαθούν να με ταϊζουνε με σωλήνα από τη μύτη. Ω, και η συμπεριφορά μερικών γιατρών ήταν αηδιαστική. Στο νοσοκομείο οι βασανιστές συνεχίζανε την ανάκριση. Αλλά με τρόπο λιγότερο συγκροτημένο, γιατί εκεί δεν είχαν τη δυνατότητα να εφαρμόζουν τις μεθόδους τους. Επρεπε λοιπόν να συνεχίζω αυτές τις απεργίες πείνας με κάθε θυσία. Ηταν ένα όπλο κυριολεκτικά απαραίτητο.

- Ναι για την περίοδο των ανακρίσεων το καταλαβαίνω… Μα αργότερα, Αλέκο στη φυλακή;

-Και στη φυλακή δεν υπήρχε αποτελεσματικότερος τρόπος για να εκφράσω την αηδία μου, την περιφρόνησή μου και για να τους δώσω να καταλάβουν ότι δεν είχαν τη δύναμη να με κάνουν να λυγίσω. Εστω κι αν ήμουν πια φυλακισμένος. Και με τις απεργίες πείνας είχα το συναίσθημα ότι δεν ήμουν μόνος και πίστευα ότι κάτι προσφερα και εγω στην ελληνική υπόθεση.

(…) Πολλές από τις απεργίες πείνας που έκανα στη φυλακή τις προκαλούσε η συμπεριφορά τους απέναντί μου. Μου στερούσαν ακόμα και μια εφημερίδα, ένα βιβλίο, ένα μολύβι, ένα τσιγάρο. Και για να μου δώσουν ένα βιβλίο, ένα μολύβι, ένα τσιγάρο κατέφευγα στην άρνηση τροφής. Για μέρες ατελείωτες. Εκανα μια απεργία πείνας που κράτησε σαράντα τέσσερις μέρες, μια σαράντα, μια τριάντα επτά, δύο τριάντα δύο, μια τριαντα, πέντε ανάμεσα στις εικοσιπέντε και στις τριάντα μέρες…

Εκανα τόσες πολλές. Κι όμως δεν σταμάτησαν ποτέ τους ξυλοδαρμούς. Ποτέ. Εφαγα τόσο ξύλο σε εκείνο το κελί. Τα πλευρά που μου σπάσανε δέρνοντάς με με σιδερένιους λοστούς, μόλις τώρα αρχίζουν να συνέρχονται.

-Πότε σε χτύπησαν τελευταία φορά;

- Αν μιλάς για συστηματικό ξυλοδαρμό, στις 25 Οκτωβρίου 1972, την 35η μέρα μιας απεργίας πείνας.

Πηγή:http://www.pireas2day.gr/02,29,12141,00.aspx#.VIbMxMLAFz4.facebook



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου