Κυριακή, 31 Μαΐου 2015

Η κυβέρνηση και τα κόμματα που τη στηρίζουν, ενώπιον των ευθυνών τους απέναντι στην πατρίδα

 "Σε ό,τι αφορά τις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές μας, είναι σαφές ότι αυτοί, με τη στάση τους, επιδιώκουν να καθυποτάξουν και να εξομοιώσουν αυτή την κυβέρνηση με τις προηγούμενες, προκειμένου η Ελλάδα, και ο Νότος της Ευρώπης γενικότερα, να τελούν στο διηνεκές υπό την κηδεμονία του Βορρά με κυρίαρχη τη Γερμανία" --- Ενα άρθρο του Μανόλη Δρεττάκη*---

Στα άρθρα μου στην εφημερίδα «Αυγή» μετά τις εκλογές της 25.1.15, πέρα από την ανάλυση των αποτελεσμάτων, απέφυγα να αναφερθώ στην κυβέρνηση, στα κόμματα που τη συγκροτούν και τα πρόσωπα που την απαρτίζουν καθώς και τα στελέχη τους. Παρακολουθούσα, όμως, όσο μου ήταν δυνατό, το έργο τους και τη συμπεριφορά τους. Είναι, νομίζω, τώρα η κατάλληλη στιγμή, χωρίς να αναφερθώ σε συγκεκριμένα πρόσωπα (αυτό το τηρώ εδώ και σχεδόν σαράντα χρόνια στην αρθρογραφία μου), να επισημάνω τις ευθύνες τόσο των μελών της κυβέρνησης και του προεδρείου της Βουλής όσο και των στελεχών που είναι διορισμένα σε καίρια πόστα ή είναι μέλη των κεντρικών οργάνων των κομμάτων που τη στηρίζουν. Ο λόγος είναι ότι βρισκόμαστε στο σημείο εκείνο στο οποίο πρέπει να ληφθούν κρίσιμες αποφάσεις που θα καθορίσουν το μέλλον της χώρας.

Πριν προχωρήσω, είναι ανάγκη να τονίσω ορισμένα καθοριστικά προβλήματα και περιορισμούς που επαυξάνουν τις ευθύνες στις οποίες θα αναφερθώ στη συνέχεια:
α) Πρώτα είναι η κατάσταση που κληρονόμησε αυτή η κυβέρνηση. Κατά τη γνώμη μου, και όχι μόνο, πρόκειται για τη χειρότερη κατάσταση στην οποία έχει βρεθεί η χώρα μετά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου. Τα δύο κόμματα που διαχειρίστηκαν την εξουσία επί σαράντα χρόνια, τόσο εξαιτίας της έλλειψης πολιτικής βούλησης για την εφαρμογή ενός συγκροτημένου προγράμματος κοινωνικής και οικονομικής ανασυγκρότησης της χώρας όσο και των πελατειακών σχέσεων και της υποταγής τους στα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα και, τα τελευταία πέντε χρόνια, της πλήρους υποταγής τους στους δανειστές, παρέδωσαν ένα κράτος χρεοκοπημένο, με το δεύτερο υψηλότερο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ στον κόσμο, τα ασφαλιστικά ταμεία χρεοκοπημένα, τις τράπεζες να συντηρούνται με χρήματα που δανείστηκε το Δημόσιο, τα ληξιπρόθεσμα χρέη φυσικών και νομικών προσώπων προς το Δημόσιο και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια τους από τις τράπεζες σε πρωτοφανή ύψη.
Αποτέλεσμα αυτής της διαχείρισης της εξουσίας είναι η καταστροφή ενός σημαντικού μέρους του παραγωγικού ιστού της χώρας, η μείωση του ΑΕΠ της σχεδόν κατά το ένα τέταρτο, το ποσοστό ανεργίας στο ίδιο ποσοστό του εργατικού δυναμικού, το πάνω από το ένα τρίτο του πληθυσμού να ζει στο όριο της φτώχειας και πάνω από τους μισούς από αυτούς τους συνανθρώπους μας να στερούνται βασικών αγαθών. Το χειρότερο, όμως, είναι ότι με βάση τις δεσμεύσεις που ανέλαβαν οι μνημονιακές κυβερνήσεις έναντι των δανειστών μας, σε συνδυασμό με τα δομικά προβλήματα της Ευρωζώνης, περιορίζουν δραστικά την ελευθερία κινήσεων και αποφάσεων της κυβέρνησης.
β) Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝ.ΕΛΛ., που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές της 25.1.15, δεν είναι ακραιφνώς κυβέρνηση της Αριστεράς, δεδομένου ότι ο μικρότερος εταίρος της έχει θέσεις εκ διαμέτρου αντίθετες με εκείνες του μεγαλύτερου, γεγονός που δεν της επιτρέπει να εφαρμόσει -κι αν ακόμη δεν υπήρχαν τα εμπόδια που ορθώνουν οι δανειστές μας- το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ (δεν είναι, δηλαδή, δυνατόν να ψηφιστούν νομοσχέδια τα οποία θα καταψηφίσει το μικρότερο κόμμα). Ο σχηματισμός, όμως, αυτής της κυβέρνησης κατέστη αναγκαίος προκειμένου να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που προαναφέρθηκαν στον βαθμό που το επιτρέπουν οι θέσεις των δύο αυτών κομμάτων. Ο σημαντικότερος, όμως, περιορισμός αφορά τη λαϊκή κυριαρχία σε μια κοινοβουλευτική δημοκρατία. Πρόκειται για το γεγονός ότι δεν διαθέτει πλειοψηφία στον λαό. Η πλειοψηφία της στη Βουλή στηρίζεται στο καλπονοθευτικό εκλογικό σύστημα ΠΑΣΟΚ-ΝΔ με το οποίο το πρώτο κόμμα πήρε ως «δώρο» 50 έδρες.
Στηρίζεται δηλαδή -όπως και όλες οι κυβερνήσεις μετά τη Μεταπολίτευση, με εξαίρεση εκείνη που αναδείχτηκε το 1974, κάτω από τις ειδικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε- σε κλοπή εδρών που δικαιούνται άλλα κόμματα. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με την προεκλογική δέσμευση του ΣΥΡΙΖΑ να διατηρήσει τη χώρα στην Ευρωζώνη, περιορίζουν το εύρος των αποφάσεων που μπορεί να λάβει η κυβέρνηση σε ό,τι αφορά το μέλλον της χώρας (βλέπε, σχετικά, στη συνεχεία).
Στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε μετά τις εκλογές της 25.1.15 μετείχε ο μεγαλύτερος αριθμός εξωκοινοβουλευτικών υπουργών, πολλοί από τους οποίους είναι καθηγητές πανεπιστημίου και ορισμένοι μη μέλη των κομμάτων που τη στηρίζουν. Η σύνθεση αυτή της κυβέρνησης γέννησε ελπίδες ότι η συμπεριφορά των μελών της θα ήταν διαφορετική από εκείνη των προηγούμενων. Δυστυχώς, οι ελπίδες αυτές διαψεύστηκαν, από τις πρώτες μάλιστα μέρες λειτουργίας της κυβέρνησης. Πολλά μέλη της, παραβλέποντας τους περιορισμούς που προαναφέρθηκαν, πριν καν διαβαστούν οι προγραμματικές της δηλώσεις και πάρει ψήφο εμπιστοσύνης η κυβέρνηση, έκαναν μαξιμαλιστικές δηλώσεις που μόνο προβλήματα της προκαλούσαν.
Μετά την έγκριση των προγραμματικών δηλώσεων, μόνο από την κυβερνητική πλειοψηφία, θα περίμενε κανείς ότι τα μέλη της κυβέρνησης και του προεδρείου της Βουλής, τα διορισμένα σε καίρια πόστα στελέχη της και τα μέλη κεντρικών οργάνων των κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση θα λειτουργούσαν, όπως δήλωσε για την κυβέρνησή του σε μια συνέντευξη στο τελευταίο τεύχος του περιοδικού "Τime" ο πρωθυπουργός της Ινδίας: «όχι ως ένα συναρμολογημένο, αλλά ως ένα οργανικό σύνολο
για τη συλλογική αντιμετώπιση όλων των προβλημάτων».
Στο ίδιο μήκος κύματος είναι η τελευταία παράγραφος του κύριου άρθρου της «Αυγής» της 22.5.15, η οποία έχει ως εξής:
«Η κυβέρνηση, τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένα άθροισμα ιδιαίτερων προσωπικοτήτων με προσωπική ατζέντα και στρατηγική, δεν είναι μια συντροφιά παραγόντων, αλλά μια ομάδα συντεταγμένη με κανόνες, διαδικασίες, πειθαρχία, πάντα μέσα στο πλαίσιο και το κεκτημένο δημοκρατίας και ανεκτικότητας αυτού του πολιτικού χώρου και με το βλέμμα στραμμένο το δάσος και όχι στο δέντρο. Αλλιώς, θα αρχίσουμε να πυροβολούμε τα πόδια μας».
Στο παραπάνω παράθεμα νομίζω ότι αντί για τη λέξη «δεν», ταιριάζουν οι λέξεις «θα έπρεπε», και στο τέλος να είχε προστεθεί το γεγονός ότι, όσους αφορά αυτή η παράγραφος ότι δεν συμπεριφέρονται κατ' αυτό τον τρόπο και, δυστυχώς, πυροβολούν τα πόδια του όλου εγχειρήματος. Και αυτό ισχύει και για τα μέλη και στελέχη της κυβέρνησης που ανήκουν στο μικρότερο κόμμα.
Οι αυτονομήσεις υπουργών, μελών του προεδρείου της Βουλής και στελεχών των κομμάτων που στηρίζουν την κυβέρνηση, οι δημόσιες αντιπαραθέσεις τους, οι μονομερείς δηλώσεις τους και αποφάσεις έχουν συμβάλλει σημαντικά στις δυσκολίες που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση στο να καταλήξει σε μια συμφωνία με τους δανειστές, που, λόγω των περιορισμών που προαναφέρθηκαν, η συμφωνία αυτή που δεν θα περιλάμβανε το σύνολο των προγραμματικών δεσμεύσεών της, αλλά τουλάχιστον τις βασικές θέσεις της για τη μη παραπέρα επιδείνωση του βιοτικού επιπέδου του λαού (δηλαδή άμεσα τη μη μείωση των συντάξεων και του κοινωνικού κράτους και την αποκατάσταση των εργασιακών σχέσεων και επανάληψη της χρηματοδότησης και αργότερα μια μακροπρόθεσμη συμφωνία που θα περιλαμβάνει την με όποιο αμοιβαία αποδεκτό τρόπο μείωση του βάρους της εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και σχέδιο ανάπτυξης).
Ήδη βρισκόμαστε μπροστά σε μια οριακή στιγμή για τη χώρα, στην οποία πρέπει να ληφθούν κρίσιμες αποφάσεις τόσο από την κυβέρνηση όσο και από τους δανειστές μας. Μπροστά σ' αυτή την κατάσταση, όλοι όσοι κληθούν να λάβουν αποφάσεις (κυβέρνηση, προεδρείο της Βουλής, στελέχη των δύο κομμάτων) πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους απέναντι στην πατρίδα και όχι απέναντι στο κόμμα τους, να αφήσουν κατά μέρος τις προσωπικές τους απόψεις και να συμπεριφερθούν ως οργανικό σύνολο το οποίο, στις συλλογικές του αποφάσεις, θα λάβει υπόψη του τους περιορισμούς που προαναφέρθηκαν.
Στις αποφάσεις που αφορούν θέματα που δεν έχουν σχέση με τους δανειστές (π.χ., τα νομοσχέδια που αφορούν την Παιδεία, τη Δημόσια Διοίκηση κ.λπ.), οι ρυθμίσεις που θα θεσμοθετηθούν πρέπει να λάβουν σοβαρά υπόψη τόσο τις θέσεις των φορέων που αφορούν όσο και τη γνώμη της πλειοψηφίας του λαού και όχι μόνο τις θέσεις των κυβερνητικών κομμάτων ή ορισμένων στελεχών τους (δεν πρέπει, επίσης, να λησμονείται το γεγονός ότι η μεγάλη πλειονότητα αυτών που έδωσαν στις εκλογές της 25.1.15 το 36,5% στον ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι μέλη ή οπαδοί του κόμματος αυτού).
Σε ό,τι αφορά τις διαπραγματεύσεις με τους δανειστές μας, είναι σαφές ότι αυτοί, με τη στάση τους, επιδιώκουν να καθυποτάξουν και να εξομοιώσουν αυτή την κυβέρνηση με τις προηγούμενες, προκειμένου η Ελλάδα, και ο Νότος της Ευρώπης γενικότερα, να τελούν στο διηνεκές υπό την κηδεμονία του Βορρά με κυρίαρχη τη Γερμανία. Η κυβέρνηση θα πρέπει, τις λίγες μέρες που απομένουν, να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια να πετύχει τη μίνιμουμ συμφωνία που προαναφέρθηκε.
Στην περίπτωση που οι δανειστές επιμείνουν σε μια συμφωνία που δεν θα περιλαμβάνει ούτε αυτά στα οποία δεν μπορεί να υποχωρήσει η κυβέρνηση, δηλαδή σε μια συμφωνία που θα είναι αδύνατο να ψηφιστεί από το σύνολο των βουλευτών των κομμάτων που τη στηρίζουν, η κυβέρνηση -σεβόμενη τόσο τη δέσμευσή της για παραμονή της χώρας στο ευρώ όσο και την, σε όλες τις δημοσκοπήσεις, εκπεφρασμένη γνώμη του λαού με συντριπτικά ποσοστά υπέρ αυτής- δεν έχει το δικαίωμα να λάβει μια απόφαση (π.χ., για διεξαγωγή δημοψηφίσματος) που θα θέσει σε κίνδυνο την παραμονή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη ή, χειρότερα, θα αφορά την έξοδο από αυτή. Στο απευκταίο αυτό ενδεχόμενο, η μόνη επιλογή της κυβέρνησης είναι η παραίτηση. Τα όσα θα ακολουθήσουν προβλέπονται από το Σύνταγμα.


* Ο Μανόλης Γ. Δρεττάκης είναι πρώην αντιπρόεδρος της Βουλής, υπουργός και καθηγητής της ΑΣΟΕΕ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου