Τετάρτη 23 Νοεμβρίου 2016

Με λένε εξέγερση (υπέροχο)...

Με λένε εξέγερση. Η ηλικία μου απροσδιόριστη. Πρέπει να γεννήθηκα τότε που φύτρωσε το παράπονο στο στήθος ενος σκλάβου και η αδικία έγινε το καθημερινό 
ψωμί στου απλου του κόσμου το τραπεζι. Το σώμα μου τράφηκε με ποτάμια αίματος, με αλυσίδες, με θυσίες και μ’ ανισότητες. 

Με λένε εξέγερση. Απόκτησα χίλια πρόσωπα.Πότε γροθιά, πότε κραυγή, πότε παράπονο, πότε οδόφραγμα, πότε ντουφέκι, πότε πλακάτ και πύρινος λόγος, μα πάντα παρούσα και καλπάζουσα της ιστορίας τα σταυροδρόμια. 
Με λένε εξέγερση. Έγινα τραγούδι στα χείλη των κυνηγημένων, σημαία στους ιστούς των καταπιεσμένων, συνείδηση των θυμάτων και υποσυνείδητο των θυτών. Έθνος μου όλα τα έθνη της γης και χώμα μου το σώμα των μυριάδων σκοτωμένων στο όνομά μου. 
Με λένε εξέγερση. Αφουγκράστηκα τους μύχιους πόθους της ανθρώπινης δυστυχίας και έγινα αποκούμπι, λυτρωτής και φωτοδότης σε καθημερινούς Γολγοθάδες που γίνονταν Αναστάσεις και Λυτρώσεις. Έγινα αμέτρητες φορές το καθαρτήριο της ανθρώπινης συνείδησης, η νέα αυγή σ’ έναν κόσμο σκοτεινό κι απάνθρωπο. 
Με λένε εξέγερση. Γύρισα όλα τα μέρη του κόσμου. Άλλοτε στη Ναζαρέτ, άλλοτε στην Αγία Πετρούπολη κι άλλοτε στην Τιεν Αν Μεν. Έγινα έφοδος στα χειμερινά ανάκτορα, κατάληψη στο κάστρο της Βαστίλης. Μάης του Παρισιού και άνοιξη της Πράγας, ως και ροβόλημα στους δρόμους της Αβάνας. Έγινα πότε σπαθί στα χέρια του Σπάρτακου, πότε βόλι στο καριοφίλι του Καραΐσκάκη, πότε λόγος θεϊκός στα τείχη της Ιερουσαλήμ, πότε αντάριασμα στου Βιετνάμ τους ορυζώνες, πότε σφεντόνα παιδική στης Παλαιστίνης την Ιντιφάντα και πότε ανοιγμένο κεφάλι στου Σιάτλ το μετερίζι. 
Με λένε εξέγερση. Αδίκησα και αδικήθηκα.Εμπιστεύτηκα και απογοητεύτηκα, ξεκίνησα μα δεν τερμάτισα, κοιλοπόνεσα μα δεν γέννησα, γονάτισα μα σηκώθηκα, γιατί ταυτίστηκα με τους ανθρώπους, σαν είμαι δικό τους έργο. 
Με λένε εξέγερση. Κι ήμουνα πάντα κοντά σας, έγινα σύντροφός και ιδρώτας στην πονεμένη πορεία σας στο χρόνο. Ήμουν τα πύρινα λόγια Βελεστινλήδων στα Βαλκάνια, τα ματωμένα στάρια στα Κιλελέρ, τα νεκρά κορμιά των καπνεργατών στη Σαλονίκη του ’36. Κι έπειτα έγινα ΟΧΙ βροντερό στα χείλη τους και αντάρτικο τραγούδι στα θρυλικά βουνά μας. Αργότερα πυρπόλησα καρδιές στη Λευκωσία και την Κερύνεια, κι έγινα αγώνας ανένδοτος και βήμα γοργό στα πόδια του Λαμπράκη και 1-1-4 στις διαδηλώσεις της εποχής. 
Με λένε εξέγερση. Με φυγάδευσαν στη σιωπή και στο βόλεμα τα σκοτεινά χρόνια των αμερικανών πρακτόρων. Χώθηκα και πλαδάρεψα εφτά χρόνια μαζί με τους Έλληνες στις πολυθρόνες της ντροπής και της υποταγής. Μου ρούφηξε το αίμα η αντιπαροχή, το θαλασσοδάνειο, ο άγνωστος πόλεμος του Φώσκολου και η αποβλάκωση των γηπέδων. Έκανα πως δεν άκουγα τις κραυγές αυτών των λίγων που σάπιζαν στη Γυάρο, τη Μακρόνησο και τον Αη Στράτη.… 
Με λένε εξέγερση. Και ξανάνιωσα στις φλογισμένες ψυχές των φοιτητών. Ξανάδα τον ήλιο στην ταράτσα της Νομικής, ξαναγεννήθηκα στα αμφιθέατρα και στους δρόμους του Πολυτεχνείου το ’73.Με λένε εξέγερση, με λένε «Εδώ πολυτεχνείο – εδώ πολυτεχνείο, σας μιλά ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων αγωνιζόμενων φοιτητών, των ελεύθερων αγωνιζόμενων Ελλήνων». Τρεις μέρες γιόρτασα την άνοιξη μου και ήταν Νοέμβρης. Έκλεισα τις τηλεοράσεις, έκλεισα τα ραδιόφωνα, άνοιξα τις πόρτες και βγήκα άοπλος στους δρόμους. Έγινα πλακάτ, φέιγ βολάν, γραμμένο σύνθημα με μαρκαδόρο στους τοίχους της ιστορίας. «Κάτω η χούντα», «Έξω οι Αμερικάνοι», «Θάνατος στον φασισμό». Έγινα «Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία». 
Με λένε εξέγερση. Δεν μ’ έλιωσε η ερπύστρια του τανκ. Δεν μ’ έσβησε η σιωπή των κρατητηρίων. Κάθε σπίτι έγινε κι ένα μου κρησφύγετο, κάθε ψυχή κι ένα μου εικονοστάσι. 
Με λένε εξέγερση. Έσφιξα τα δόντια και χαμογέλασα στην μεταπολίτευση μα πριν προλάβω να ξαποστάσω είδα φίλους χθεσινούς να με εξαργυρώνουν, πολιτικάντηδες να μου κάνουν στριπτίζ στα μπαλκόνια, χθεσινούς εραστές να μ’ απατούν στην αγκαλιά της Δαμανάκη. Έγινα εμπόρευμα και φανφάρες, κόκκινα παχιά χαλιά επισήμων, λόγοι δεκαρικοί σε καλοταϊσμένα στόματα ψευτοαγωνιστών. Ασέλγησαν στο κορμί μου.Με έκαναν γιορτή καθεστωτική , πανηγυράκι ‘εξω από το Μετσόβειο στην Πατησίων και με αποστέωσαν αυτοί που στην ουσία, ποτέ δεν μύρισαν το άρωμά μου. 
Με λένε εξέγερση. Λένε πως τώρα πια δεν έχω χώρο ζωτικό στα όνειρά σας. Τώρα η ζωή σας έγινε εικονική πραγματικότητα, fast food, κινητή ψευδαιμονία, τζόγος χρηματιστηριακός και πασαρέλα μιας ομορφιάς επίπλαστης, ντυμένης με τα σινιέ ρούχα της μοναξιάς σας.
‘Oμως εγώ είμαι πάντα εδώ! Kρυμμένη σε κάποια σκοτεινή γωνιά σας της αποχαυνωμένης σας συνείδησης. Όταν θα τελειώσετε με τα «limit up» σας, όταν θα σας λιώσει το ελαστικό ωράριό σας, όταν θα σας πνίξει πια η μπόχα των απόβλητων του τεχνητού πολιτισμού σας, όταν χτυπήσει και τη δικιά σας πόρτα η ανεργεία, ο άδικος σε βάρος πλουτισμός, όταν θα γίνεται και σεις θύματα τούτης της παγκοσμιοποίησης που τώρα θεοποιείτε, όταν συνειδητοποιήσετε ότι είστε τα αναλώσιμα υλικά στην κρεατομηχανή των πολυεθνικών, τότε θα με θυμηθείτε. 
Με λένε εξέγερση και είμαι η συνείδησή κάθε σκεπτόμενου ανθρώπου. Ηρθα κοντά ας σήμερα , στην επέτειο του Πολυτεχνείου για να φλογίσω τις ψυχές σας με τα λόγια του Τσε: » Μας φαίνονται μεγάλοι γιατί είμαστε γονατιστοί…»

ΥΓ Εγραψε ό Ν.Π τις μέρες εκείνες τις φλογισμένες από το όνειρο…



http://ideopigi.blogspot.gr/2016/11/blog-post_79.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου