Δευτέρα, 26 Ιουνίου 2017

Από την αθηναϊκή κλήρωση αρχόντων στη φορολοταρία


Ξ​​εκινήσαμε από κληρώσεις σπιτιών, με τα οποία θα επιβραβεύονταν οι φορολογικά χρηστοί πολίτες, σταθμεύσαμε για λίγο σε δώρα-κουπόνια, για αγορές καταναλωτικών προϊόντων, και φαίνεται ότι καταλήγουμε στον μποναμά των χιλίων ευρώ για χίλιους ευσυνείδητους τον μήνα, που θα πληρώνουν με «πλαστικό χρήμα», μήπως έτσι περιοριστεί η φοροδοτική λούφα. Το «φαίνεται» εδώ προσπαθεί (μάλλον ανεπιτυχώς) να αναπαραστήσει τα απανωτά μπρος-πίσω, γράφω-σβήνω, λέω-ξελέω που συνοδεύουν σχεδόν κάθε νομοθετική απόπειρα.

Παντελής Μπουκάλας
Εντάξει, «τον δρόμο τον βρίσκουμε περπατώντας», όπως είπε ο Ελληνας πρωθυπουργός στον Τούρκο ομόλογό του, ωστόσο τα λογοτεχνικά δόγματα (ή σοφίσματα), όσο όμορφα κι αν ακούγονται, δεν έχουν την ίδια ισχύ και στον χώρο της πολιτικής· δεν μεταφράζονται κατά λέξη στη γλώσσα της.

Το σπορ της φοροαποφυγής είναι ανεπτυγμένο παντού, ακόμα και στις χώρες που αυτοσυστήνονται σαν άμωμες. Ορισμένες, η Ταϊβάν λ.χ., η Μάλτα και η Πορτογαλία, κατέφυγαν στο τέχνασμα της λοταρίας, μήπως με το δέλεαρ αυτό κατορθώσουν να υπενθυμίσουν στους πολίτες τους ό,τι θα έπρεπε να θυμούνται –και να πράττουν– χωρίς καμία υπόμνηση, ενόχληση ή ανταμοιβή. Ανταμοιβή τους, συλλογική, είναι όσα γίνονται από την πολιτεία με τη φρόνιμη χρήση των φόρων, όπου υπάρχει φρονιμάδα και όχι διαφθορά, όπου οι φόροι δεν εξανεμίζονται για να διογκωθεί το πελατειακό κράτος. Αν οι φοροκοπαναζήδες θεωρούνται αξιομίμητοι μάγκες και σε άλλες χώρες, οι δε συνεπείς αξιολύπητα κορόιδα, δεν το ξέρω. Εδώ, ακόμα και την αντικοινωνική συμπεριφορά, σε κάθε πεδίο, την εννοούμε συχνά σαν πιστοποίηση του σφριγηλού αντιεξουσιαστικού μας φρονήματος.

Ας πάμε όμως ανάποδα στον χρόνο, σε καιρούς που η κλήρωση θεσμοθετήθηκε με εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Και ας σταθούμε σε ένα περιστατικό που το αφηγείται ο Ηρόδοτος στο τρίτο βιβλίο της Ιστορίας του, τη «Θάλεια». Στην Περσία βασιλεύει ο Καμβύσης, ο γιος του Κύρου. Οταν ο βασιλιάς εκστράτευσε στην Αίγυπτο εξεγέρθηκαν εναντίον του δύο αδελφοί μάγοι. «Κατ’ άλλους επρόκειτο για εξέγερση των Μήδων, κατ’ άλλους για ζηλωτές του ζωροαστρισμού που ήθελαν ν’ απαλλαγούν από την κυριαρχία της περσικής αριστοκρατίας», σημειώνει ο Αγγελος Βλάχος (από τη μετάφρασή του, στην έκδοση της «Ωκεανίδας», 2005, παραθέτω εδώ τα ηροδότεια αποσπάσματα). Σπεύδει να επιστρέψει στα Σούσα ο Καμβύσης, καθώς όμως ανέβαινε στο άλογό του, έπεσε το κουμπί από το θηκάρι του σπαθιού του και η γυμνή μύτη του ξίφους τον πλήγωσε στον μηρό. Δεν άργησε να πεθάνει από γάγγραινα. Για επτά μήνες το σκήπτρο πέρασε στα χέρια του μάγου Σμέρδη, που υποσχέθηκε τρίχρονη φορολογική και στρατιωτική απαλλαγή σε όλα τα έθνη. Προδρομικός λαϊκισμός. Επτά επιφανείς Πέρσες συνωμοτούν, ανταλλάσσουν όρκους, μπαίνουν στο παλάτι και σκοτώνουν τους δύο μάγους.

«Οταν καταλάγιασε η ταραχή και πέρασαν πέντε μέρες, οι επαναστάτες συγκάλεσαν συμβούλιο σχετικά με την όλη κατάσταση, και είπαν πράγματα που ίσως μερικοί Ελληνες δεν θα τα πιστεύουν», λέει ο Ηρόδοτος. Εννοεί μάλλον ότι στους Ελληνες θα ηχούσε παράδοξος ή και ανάρμοστος ο υπέρ δημοκρατίας λόγος ενός Πέρση άρχοντα, του Οτάνη. «Η γνώμη μου», είπε στο συμβούλιο ο Οτάνης, «είναι ότι δεν πρέπει να έχομε πλέον έναν μόνο μονάρχη. Είδατε σε ποια άκρα έσπρωξε τον Καμβύση η αλαζονεία του και υποφέρατε από την υπεροψία του μάγου. Πώς, λοιπόν, η μοναρχία μπορεί να είναι κάτι που ενδείκνυται, αφού επιτρέπει στον μονάρχη να κάνει ανεξέλεγκτα ό,τι θέλει; Γιατί και ο άριστος των ανθρώπων, αν αποκτήσει τέτοια εξουσία, θα αλλάξει αμέσως συμπεριφορά [...] ενώ αν ο λαός έχει την εξουσία, τότε πρώτ’ απ’ όλα το πολίτευμα έχει το ωραιότερο όνομα: ισονομία. Επιπλέον, δεν έχει τη δυνατότητα να κάνει τίποτε από όσα κάνει ο τύραννος. Με κλήρο ορίζονται οι άρχοντες, οι οποίοι οφείλουν να λογοδοτήσουν και κάθε απόφασή τους πρέπει να εγκριθεί από τον λαό. Η γνώμη μου, λοιπόν, είναι να καταργήσομε τη μοναρχία και να δώσομε την εξουσία στον λαό, γιατί από τους πολλούς πηγάζει κάθε εξουσία». Εξαίρετος λόγος, τον είπε - δεν τον είπε ο Οτάνης. Με τη σειρά του ο Μεγάβυζος πρότεινε ολιγαρχία, ο δε Δαρείος μοναρχία. Και επικράτησε.

Ισονομία είναι λοιπόν το ωραιότατο όνομα της δημοκρατίας: «Πλήθος δε άρχον πρώτα μεν ούνομα πάντων κάλλιστον έχει, ισονομίην». Και η κλήρωση, θεμελιώδες γνώρισμά της. Μια κλήρωση όμως που αναθέτει ευθύνες σε όντως πολίτες, δεν προσφέρει δωράκια για να έλξει στην ιδιότητα του πολίτη. Την Αθήνα είχε υπόψη του ο Ηρόδοτος γράφοντας όσα έγραφε. Μια Αθήνα που, κατά την παράδοση, τον αντάμειψε με δέκα τάλαντα, τεράστιο ποσό, όταν διάβασε μπροστά στον λαό, στα Μεγάλα Παναθήναια, την περιγραφή της μάχης του Μαραθώνα. Στην πόλη του Κλεισθένη, του Εφιάλτη και του Σόλωνα λοιπόν, η διά κληρώσεως διανομή (αλλά και εξασθένηση) της εξουσίας ήταν θεσμός με ποικίλες εφαρμογές. Παραθέτω από το βιβλίο του Δημήτρη Κυρτάτα και του Σπύρου Ράγκου «Η ελληνική αρχαιότητα: Πόλεμος - πολιτική - πολιτισμός» (Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών, 2010):

«Το 487 αποφασίστηκε να γίνεται η επιλογή των εννέα αρχόντων με κλήρωση. [...] Οι άρχοντες ήταν ασφαλώς ένας πατροπαράδοτος θεσμός που δεν ήταν εύκολο να καταργηθεί· μπορούσε όμως να χάσει τη σημασία του και να καταστεί υπόθεση ρουτίνας, την οποία ήταν άξιοι να καταλάβουν (σχεδόν) όλοι οι πολίτες των δύο ανώτερων τάξεων. [...] Το 457 αποφασίστηκε ότι στην κλήρωση από την οποία επιλέγονταν οι εννέα άρχοντες μπορούσαν να μετέχουν και οι ζευγίτες. [...] Οι πενήντα βουλευτές που κληρώνονταν από κάθε φυλή ονομάζονταν πρυτάνεις και αναλάμβαναν τις περισσότερες υποθέσεις του σώματος για το ένα δέκατο του έτους. Κανένας Αθηναίος δεν επιτρεπόταν να διατελέσει βουλευτής περισσότερες από δύο φορές στη ζωή του, και αυτές όχι συνεχόμενες. Εκτός από τους εννέα άρχοντες και τους δέκα στρατηγούς διάφορες αρμοδιότητες αναλάμβαναν και άλλοι, κατώτεροι αξιωματούχοι, που ονομάζονταν επίσης άρχοντες. Τα καθήκοντά τους ήταν στρατιωτικά, δικαστικά, θρησκευτικά, αγορανομικά, δημόσιας τάξης, καθαριότητας και επίβλεψης δημόσιων έργων. Σχεδόν όλοι κληρώνονταν και είχαν θητεία για ένα χρόνο. Στο τέλος της θητείας τους όλοι οι άρχοντες, μικροί και μεγάλοι, έδιναν λόγο για τα πεπραγμένα τους (εύθυναι)».

Ας τη θυμόμαστε όλοι μας την κλήρωση, όποτε ψηφίζουμε και γκρινιάζουμε σιωπηρά πώς και γιατί να έχουν την ίδια αξία οι ψήφοι όλων, των εχόντων και των μη εχόντων, των «επαϊόντων» και των «αδαών». Μήπως τάχα δεν χαρακτηρίζονται κάθε τόσο, εδώ και στο εξωτερικό, ηλίθιοι οι φτωχοί και ανόητη η ψήφος τους;

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου