Παρασκευή, 2 Φεβρουαρίου 2018

Ποιος θυμάται τη Monica Ertl;


Του Μιχάλη Μιχελή

Το πρωινό εκείνο, της 13ης Μαΐου 1973, οι εφημερίδες της Λα Παζ στην Βολιβία, είχανε στο εξώφυλλό τους, τη φωτογραφία μιας όμορφης κοπέλας.
Η λεζάντα έγραφε: Επιτέλους σκοτώθηκε η Μonica Ertl. Πυροβολήθηκε σε ενέδρα, που της έστησαν οι μυστικές δυνάμεις της χώρας.

Στα γραφεία της στρατιωτικής ασφάλειας της Βολιβία, ο επικεφαλής των ερευνών, έβαλε την υπογραφή του πάνω σε μια σφραγίδα κι έκλεισε για πάντα τον φάκελο της καταζητούμενης. Το πλέον μισητό πρόσωπο της βολιβιανής κυβέρνησης, τελείωσε εκείνη την μέρα…

Μα ποια ήταν η Monica Ertl;


Η πανέμορφη Γερμανίδα, είναι μια τρυφερή ανάμνηση, μόνο για λίγους. Γιατί δυστυχώς η φανταχτερή ιστορία, τα επαναστατικά κόμματα, οι βολεμένοι ριζοσπάστες, δεν θέλουν να την μνημονεύουν.

Η ζωή της ήταν μια γερή γροθιά, στα ήθη και στα λόγια, όλων εκείνων, που σήμερα έχουν συμβιβαστεί με τον πολιτικό- οικονομικό συντηρητισμό. Που σήμερα, απόμειναν για να διασύρουν με τις τυχάρπαστες πράξεις τους, το επαναστατικό πνεύμα, που άνθισε σε μια άλλη, πιο ρομαντική εποχή.

Η Monica Ertl, ήταν κόρη της αγαπημένης φωτογράφου του Χίτλερ Leni Riefenstahl και του κινηματογραφιστή συνεργάτη της, Hans Ertl.

O πατέρας της, για να γλιτώσει τις διώξεις μετά τον πόλεμο, αφού κατηγορείτο ότι ήταν διακεκριμένο μέλος της χιτλερικής προπαγάνδας, κατέφυγε με πολλούς άλλους ναζιστές, στην Βολιβία. Η κόρη του Monica, εγκατέλειψε την μητέρα της και πήγε να τον συναντήσει, το 1953. Μεγάλωσε μέσα στη χλιδή, αφού ο πατέρας της, αμείβονταν πλουσιοπάροχα, γιατί πρόσφερε τις υπηρεσίες του, στο αυταρχικό καθεστώς της Λα Παζ.

Το 1967 η Monica παντρεύτηκε ένα πολύ πλούσιο Βολιβιανό- Γερμανό εμιγκρέ. Η 28χρονη καλλονή νύφη, μάγεψε με τη λάμψη της, τα περιοδικά και τις εφημερίδες της καλής κοινωνίας. Ότι υλικά αγαθά θα ζήλευε μια κοπέλα, αυτή τα είχε μπρος στα πόδια της. Μόνο ένα της έλειπε. Ο φλογερός έρωτας. Όπως αυτός που φανερώνεται στα λατινοαμερικάνικα σίριαλ. Γιατί μπορεί να είχε γεννηθεί στο Μόναχο (το 1937), αλλά το αίμα της «έβραζε» για «latin πάθος».

Αυτό λοιπόν που ονειρεύονταν, δεν ήταν ένας ωραίος άνδρας, από κάποια ρομαντική σελίδα ενός νερόβραστου βιβλίου. Η ζωή, της έπαιξε ένα τρελό παιγνίδι… Ήταν η τυχαία συνάντησή της, μ’ ένα απόκομμα εφημερίδας. Το περιεχόμενο προκλητικό. «Στις ζούγκλες της Αμαζονίας, οι δυνάμεις ασφαλείας της Βολιβίας, εξόντωσαν τους κουβανούς τρομοκράτες, του περιβόητου Guevara. Ο Che, είναι επί τέλους νεκρός»!

Αυτή η μοιραία της περιέργεια, την έστειλε στο δρόμο των επαναστατών. Πέταξε μια δικαιολογία στις υπηρέτριές κι έφυγε για πάντα από το αρχοντικό της. Απαρνήθηκε την καλοβολεμένη ζωή της. Μετά από λίγες μέρες, το 1969, ήταν ερωτευμένη με τον αρχηγό των βολιβιανών επαναστατών Inti Perendo. Αυτός, που αποφάσισε να συνεχίσει τον αγώνα των guerrillieros, ενάντια στις στρατιωτικές δυνάμεις της Βολιβίας και της CIA.

Ο έρωτας της Monica και του Inti στα βουνά, κράτησε λίγο. Οι χαρές τους ήταν μετρημένες, αλλά πολύ έντονες. Η επανάσταση, όμως τους κράτησε το πάθος, για πάντα. Ο Inti συνελήφθη και δολοφονήθηκε από τον αρχηγό των μυστικών υπηρεσιών της Βολιβίας, Roberto Pereira. Η Monica, ορκίστηκε εκδίκηση.

Το βολιβιανό κράτος για να γλιτώσει τον Pereira (που είχε δολοφονήσει και τον Che), από τυχόν εκδίκηση των επαναστατών, τον έστειλαν πρόξενο στο Αμβούργο. Η 34χρονη Monica, πήγε εκεί το 1971 και τον συνάντησε. Προφασίστηκε την Γερμανίδα, που θέλει να πάει στην Βολιβία και ζήτησε βίζα. Όταν συναντήθηκαν στο γραφείο του προξένου, μ’ ένα πιστόλι, που της το είχε δώσει ο περίφημος εκδότης Giangiacomo Feltrinelli (δολοφονήθηκε κι αυτός αργότερα), πυροβόλησε τον Roberto Quintanilla Pereira, τρεις φορές. Οι θανατηφόρες πληγές στο στήθος και στην κοιλιά ήταν στο σχήμα “V”. Πέταξε ένα σημείωμα και την κοπάνισε. «Vitoria o muerte» (νίκη ή θάνατος). Το σήμα των επαναστατών του λατινοαμερικάνικου αντάρτικου.

Στη συνέχεια η Monica Ertl, μετά από πολλές περιπέτειες από την καταδίωξή της, συνάντησε τον Regis Debray (τον Γάλλο κοινωνιολόγο, φίλο του Che κι αργότερα σύμβουλο του προέδρου Μitterrand). Αποφάσισαν ν’ απαγάγουν τον επονομαζόμενο «χασάπη» της Λυών, τον αξιωματικό της Γκεστάπο Klaus Barbie, που κρύβονταν στην Βολιβία.

Ο Debray, που είχε απελευθερωθεί μετά την ομηρία του (συμμετείχε με την αντάρτικη ομάδα του Guevara), προσπάθησε να την αποτρέψει. Αυτή όμως πείσμωσε κι έστησε ενέδρα, για να δολοφονήσει τον μισητό ναζιστή συμπατριώτη της. Όμως το σχέδιό της είχε προδοθεί. Είχαν προλάβει oι μυστικές υπηρεσίες της Βολιβίας να δράσουν.

Οι δολοφονικές σφαίρες, σταμάτησαν τη ζωή της. Ήταν μόλις 36 χρονών. Από τότε, πέρασαν χρόνια δίσεκτα. Η ιστορία της Monica Ertl ξεχάστηκε.

Κανένας επίσημος φορέας, ούτε ο Κάστρο κι η Κούβα, μα ούτε κι οι άλλοι, οι δικοί μας και οι αλλοδαποί «κομουνιστές», δεν τολμάνε να πουν κάτι, γι’ αυτήν την «αριστοκρατική αριστερίστρια». Μόνο λίγοι φίλοι, της άφησαν και φέτος στον τάφο της, δυο γαρίφαλα κι ένα σημείωμα:

«Αυτή η αγάπη σου, για τα επαναστατικά ιδανικά που πίστεψες. Aυτό το πάθος σου, για την κοινωνική δικαιοσύνη, που αγωνίστηκες. Αυτά τα δυο άνθη, για ‘σένα και τον αγαπημένο σου Inti, είναι μονάκριβή μας Monica, το δικό μας και των καταφρονεμένων όλης της Γης, ταπεινό ευχαριστώ».

Έτσι κλείνει ένας έρωτας. Που δεν τελείωσε σαν τα τετριμμένα σίριαλ. Που οι πρωταγωνιστές του, δεν φωτίζονται από λαμπιόνια και δόξες. Σκεπασμένοι, σιωπηλοί, λησμονημένοι, από το λιγοστό χορτάρι της λατινοαμερικάνικης γης. Εκεί, σ’ ένα ερημικό κοιμητήριο της Λα Παζ.

Μιχάλης Μιχελής

Πρόσφατα κυκλοφόρησε στην Γερμανία το χρονικό-βιβλίο του δημοσιογράφου Juergens Schreiber: «Πέθανε σαν τον Che Guevara. Η ιστορία της Μonica Ertl».


Σημείωση: O Klaus Altmann Barbie, παραδόθηκε αργότερα (1983) στην Γαλλία και παραπέμφθηκε σε δίκη. Πέθανε το 1991 στην φυλακή, από λευχαιμία.





Monika Ertl « Η γυναίκα που πήρε εκδίκηση για τον Τσε Γκεβάρα»

Η Μόνικα Ertl, κόρη ενός από τους μεγαλύτερους προπαγανδιστές του ναζισμού (Ηans Ertl, γνωστός σαν «ο φωτογράφος του Χίτλερ») κατέληξε στην Βολιβία όταν μετά την κατάρρευση του Γ’ Ράιχ οι ηγέτες του κατέφυγαν στα πιο απομακρυσμένα καταφύγια της γης. Μεγάλωσε σε έναν πολύ κλειστό ρατσιστικό περιβάλλον που έλαμπε «το άστρο» του πατέρα της καθώς και μιας άλλης σκοτεινής προσωπικότητας που αποκαλούσε «θείο»: Τον Klaus Barbie, τον «Χασάπη της Λυών».

Όμως η όμορφη και νεαρή γερμανίδα μεγάλωσε και στα τέλη της δεκαετίας του 60 όλα άλλαξαν. Ο θάνατος του Ερνέστο Γκεβάρα στην ζούγκλα της Βολιβίας σημάδεψε την τελική της επιλογή: Ξεκόβοντας από τις ρίζες της, κάνοντας την απόλυτη υπέρβαση, στρατεύτηκε στις γραμμές του Εθνικού Απελευθερωτικού Στρατού, την αντάρτικη ομάδα που δημιούργησε ο ίδιος ο Τσε.

Το 1971 διασχίζει τον Ατλαντικό και επιστρέφει στην γενέτειρά της Γερμανία και στο Αμβούργο εκτελεί προσωπικά τον Βολιβιανό πρόξενο στην πόλη. Ποιος ήταν; Κανένας άλλος από τον συνταγματάρχη Roberto Quintanilla, φυσικό αυτουργό της «χαριστικής βολής» στον Τσε Γκεβάρα: τον ακρωτηριασμό των χεριών του.

Από τότε έζησε κυνηγημένη, διασχίζοντας «βουνά και θάλασσες» μέχρι που έπεσε νεκρή (1973 στην Βολιβία).

https://greekcivilwar.wordpress.com/2017/02/02/gcw-865/

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου