Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2019

Αγορά αθανασίας

του Γιάννη Κιμπουρόπουλου

Πρωτομηνιά, χάζευα στην τηλεόραση -η λέξη χαζεύω είναι η μόνη που ταιριάζει, τουλάχιστον στα δωρεάν λήψης κανάλια, με τα λοιπά πληρωτέα δεν ξέρω τι παίζει -δεν διαθέτω- κι έπεσα πάνω στο κλασικό ρεπορτάζ για την εκκίνηση της καταναλωτικής περιόδου που ονομάζεται Χριστούγεννα, αυτή που ακολουθεί το πατροπαράδοτο Black Friday, με το φαντεζί άναμμα των χριστουγεννιάτικων δέντρων στις ευρωπαϊκές πόλεις, «καταπληκτικό το δέντρο της γκαλερί Λαφαγιέτ στο Παρίσι», λέει η παρουσιάστρια, αλλά δευτερόλεπτα μετά μιλάει εκστασιασμένη για τα εγκαίνια του «Χριστουγεννιάτικου Κόσμου» στο Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος (εκεί κάτω στο Φάληρο, που κάποτε τρέχαν τα αλογάκια, τζόγαραν οι αλογομούρηδες, πριν τους εξορίσουν στο Μαρκόπουλο, κι εγώ, φοιτητής τότε, έβγαζα ένα μεροκάματο με καθεστώς ημερήσιας πρόσληψης-απόλυσης, ζωάρα για 18άρη, κλείει η παρένθεσις). «Επιτέλους, γίναμε Ευρώπη», λέει η παρουσιάστρια για το αστραφτερό σόου με τα χιλιάδες λαμπιόνια στο πάρκο του Κέντρου – προφανώς κινέζικα λαμπιόνια, φτιαγμένα στην Κίνα από κινέζικα παιδικά χεράκια για τα κινέζικα Χριστούγεννα της Δύσης.

Οι εικόνες στην τηλεόραση δικαίωναν τον εκστασιασμό της παρουσιάστριας. Επιβλητικό το Κέντρο αρχιτεκτονικά κι η φωταγώγηση του δεντροφυτεμένου πάρκου του απογείωνε τη λάμψη του. Αλλά εμένα μου κόλλησε το ερώτημα: οι χιλιάδες που εισέρρευσαν για το σόου ξέρουν ποιος ήταν ο Νιάρχος; Έχουν την παραμικρή ιδέα ποιος ήταν και τι έκανε πριν γίνει ιδέα και ίδρυμα; Ξέρουν κάτι, πέρα από τους αστικούς μύθους και τις γκλάμουρ ή μοιρολατρικές μυθιστορίες περί Μαρίας Κάλλας, Τζάκι, Χριστίνας, Αλέξανδρου, Αθηνάς, για τον επιχειρηματικό βίο και πολιτεία του Ωνάση, πριν γίνει κι αυτός Ίδρυμα και Στέγη; Μήπως ξέρουν κάτι για τον βίο και την πολιτεία του Γιάννη Λάτση οι αποδέκτες των υποτροφιών και λοιπών ενισχύσεων από το ομώνυμο Κοινωφελές Ίδρυμα; Κι όσοι μπαίνουν στο Μέγαρο Μουσικής και στην αίθουσα Χρήστου Λαμπράκη τι έχουν συγκρατήσει για τον βαρόνο των ΜΜΕ, τον ηγεμόνα του «Συγκροτήματος», που όσο ζούσε ήταν διαχρονικός ρυθμιστής των εγχωρίων σχέσεων εξουσίας; Και οι περιθαλπόμενοι από το Ίδρυμα Βαρδινογιάννη, όσοι γίνονται δέκτες της στοργής και της ελπίδας του, τι ξέρουν για την επιχειρηματική φαμίλια που μεσουρανεί εδώ και δεκαετίες σε πετρέλαια, ναυτιλία, ΜΜΕ, τράπεζες, τουρισμό; Να συνεχίσω τα ερωτήματα με το Ίδρυμα Μποδοσάκη;

Δεν λέω, θαυμάσια η Στέγη, υπέροχο το Μέγαρο, απαστράπτον το Κέντρο στο Φάληρο, αδιαμφισβήτητη η προσφορά τους στον εξευρωπαϊσμό της κουλτούρας των ιθαγενών. Αλλά ποιο ήταν το πραγματικό κίνητρο των ευεργετών στους οποίους τα οφείλουμε, των ανθρώπων που η ζωή τους ήταν ένας μαραθώνιος ανελέητης απληστίας, ενώ ο θάνατός τους άφησε καταπιστεύματα γενναιοδωρίας;

Υπάρχουν ενδιαφέροντα οικονομικά μυστικά στην ιστορία των ιδρυμάτων που αφήνουν πίσω τους Κροίσοι και Μαικήνες, καθότι τα σάβανα εξακολουθούν να μην έχουν τσέπες και δεν έχει ακόμη επινοηθεί μεταβίβαση περιουσίας στη ζωή μετά θάνατον. Ακόμη και φορολογικά μυστικά που απαλλάσσουν τους κληρονόμους των ιδρυμάτων από περιττούς πονοκεφάλους στην απόλαυση της περιουσίας τους και στο άπληστο κυνήγι του πλούτου – αναρωτηθείτε γιατί τα περισσότερα από αυτά τα ιδρύματα διατηρούν τις έδρες τους στο Λιχτενστάιν, στην Ελβετία ή στις Βερμούδες, γεγονός που αποδυναμώνει την παρηγορητική εκδοχή πως η προσφορά των ιδρυμάτων είναι μια μορφή μετά θάνατον αναδιανομής του πλούτου.

Ωστόσο, η πιο ενδιαφέρουσα, σχεδόν διασκεδαστική διάσταση της αγωνίας των δημιουργών τους να αφήνουν πίσω τους κληροδοτήματα και ιδρύματα με το όνομά τους είναι βαθύτατα μυστικιστική. Κατά κάποιον τρόπο αγοράζουν ένα κομμάτι αθανασίας, ένα οικόπεδο στον παράδεισο, ένα μέρος στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων που αντικαθιστά και εξαλείφει όσα ήξεραν ή είχαν ακούσει γι’ αυτούς: για μαυραγορίτες της Κατοχής που έγιναν εφοπλιστές ή εργολάβοι του Δημοσίου, για αδίστακτους επιχειρηματίες που εξαγόραζαν πολιτικούς ή συναλλάσσονταν με τη χούντα, για πλοιοκτήτες που έσπαγαν διεθνή εμπάργκο προμηθεύοντας απάνθρωπα καθεστώτα, για απαλλοτριωτές δημόσιας γης και κρατικής περιουσίας, για αποδέκτες χαριστικών δανείων και κραυγαλέων φοροαπαλλαγών, για βρόμικες μπίζνες που παίρναν στον λαιμό τους ανθρώπους αδικοχαμένους σε εργατικά δυστυχήματα, σε ναυάγια και σε περιβαλλοντικά εγκλήματα.

Τα ιδρύματα είναι κάτι σαν τα συγχωροχάρτια που μοίραζε το Βατικανό, με τα οποία χρηματοδότησε εν μέρει τις Σταυροφορίες. Είναι μια ανταλλαγή του σκοτεινού παρελθόντος με ένα καθαρότερο παρόν και ένα πάλλευκο μέλλον. Είναι παράδοξο πώς άνθρωποι αφοσιωμένοι τόσο βαθιά στο κυνήγι του κέρδους έδωσαν τόση σημασία στο να ξεπλύνουν την ιστορία τους από κάθε κηλίδα, να εξασφαλίσουν μια υψηλή τιμή στο χρηματιστήριο της αθανασίας. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε ακόμη και μετά θάνατον να διαγκωνίζονται ποιος θα αφήσει πιο βαθύ το αποτύπωμά του, πιο διαρκή τον απόηχό του, πιο μεγάλο το δημόσιο μνημείο που φέρει το όνομά του. Ο ένας Μέγαρο, ο άλλος Στέγη, ο τρίτος κοτζάμ Κέντρο 210.000 τετραγωνικών. Ο επόμενος, ποιος ξέρει, μπορεί να ορθώσει τον Πύργο της Βαβέλ στο Σύνταγμα. Ή να μετεγκαταστήσει ολόκληρο το Λας Βέγκας στο Ελληνικό. Ο καθείς ανάλογα με το τι παρελθόν έχει να ξεπλύνει.
Θεωρίες για την υπεραξία 

Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά,
δε μου δίνεις σημασία κι η καρδιά μου πώς βαστά.
Σ’ αγαπήσανε στον κόσμο βασιλιάδες, ποιητές,
κι ένα κλωναράκι δυόσμο δεν τους χάρισες ποτές.

Είσαι σκληρή σαν του θανάτου τη γροθιά,
μα ‘ρθαν καιροί που σε πιστέψαμε βαθιά.
Κάθε γενιά δική της θέλει να γενείς,
Ομορφονιά που δε σε κέρδισε κανείς.

Τι ζητάς αθανασία στο μπαλκόνι μου μπροστά,
ποια παράξενη θυσία η ζωή να σου χρωστά.
Ηρθαν διψασμένοι Κροίσοι, ταπεινοί προσκυνητές,
κι απ’ του κήπου σου τη βρύση δεν τους δρόσισες ποτές.

Νίκου Γκάτσου, «Αθανασία» (από τον ομώνυμο δίσκο του Μάνου Χατζιδάκι, 1976)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου