Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2014

Ανταγωνιστικότητα και συγκρουσιακότητα

Είναι πολύ συνηθισμένο στην Ελλάδα να επαναλαμβάνεται πως είναι μια χώρα με πολύ χαμηλή ανταγωνιστικότητα. Αυτή η διάγνωση αφορά φυσικά τη σφαίρα της οικονομίας. Υπάρχει όμως μια διαφορετική (αλλά φευ, στενά αλληλένδετη) σφαίρα όπου η ανταγωνιστικότητα είναι τρομερά υπερτονισμένο χαρακτηριστικό της ελληνικής κοινωνίας: η πολιτιστική και ιδεολογική σφαίρα. Ήδη η οικογενειακή μου εμπειρία μου έμαθε από μικρή ηλικία πόσο βαθιά ανταγωνιστική είναι αυτή η κοινωνία: στο τραπέζι, οι γονείς μου μάλωναν για το ποιος θα μιλήσει πρώτος και ποιος έχει δίκαιο για τα πάντα, από το πιο μικρό και ασήμαντο ως το πιο συγκριτικά σημαντικό. Δεν υπήρχε απολύτως τίποτε ουδέτερο, καμία ζώνη σιωπηλής συναίνεσης, καμία περιοχή όπου η κυριαρχία επί του άλλου να μην θεωρείται ζωτικής σημασίας, αν και ποτέ δεν κατάλαβα γιατί.

Στο σχολείο, περισσότερη ανταγωνιστικότητα: για κάποιο ανεξήγητο για μένα λόγο, η γενική στάση είναι ότι στο σχολείο πηγαίνεις για να ανταγωνιστείς είτε σε μαθησιακό είτε σε συμπεριφορικό, κοινωνικό και ενδυματολογικό επίπεδο τους άλλους. Όμως η μάθηση δεν έχει απολύτως τίποτε να κάνει με την ανταγωνιστικότητα, η οποία είναι μάλλον εμπόδιο στην διαδικασία παρά μέσο. Η μάθηση αφορά μια δεκτικότητα απέναντι στον κόσμο και τα μυριάδες σημεία εκδήλωσης και εμφάνισής του (αισθητά και νοητικά), μια διάθεση περιέργειας για αυτόν, ένα κριτικό ένστικτο απέναντι σ' αυτό που δεν φαίνεται σωστό, είτε αυτό αφορά ένα μαθηματικό θεώρημα είτε ένα γεγονός της πολιτικής ιστορίας. Κανείς δεν έγινε εξυπνότερος ανταγωνιζόμενος άλλους, αλλά στην Ελλάδα η ίδια η "εξυπνάδα" θεωρείται προϊόν και παράγωγο του ανταγωνισμού--πράγμα που για μένα συνιστά τον ορισμό του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται την ευφυία ο βλάκας. Όταν δεν αφορά την μάθηση, η σχολική ανταγωνιστικότητα αφορά όλα τα άλλα: ποιος ντύνεται καλύτερα, ποιος είναι πιο δημοφιλής, ποιος έχει την πιο πρόωρη ερωτική δραστηριότητα, κοκ. Παντού ο ετεροκαθορισμός, δηλαδή η μακάρια αλλοτριωμένη αντίληψη για τον εαυτό, το σώμα, τη φιλία, τις κοινωνικές σχέσεις.


Στο στρατό, οι ανταγωνισμοί που προάγει το ιεραρχικό σύστημα συνοδευόντουσαν από μυριάδες άσκοπους μικροανταγωνισμούς για τα πάντα: ποιος ξέρει καλύτερα από μοτοσυκλέτες, ποιος ξέρει τα πιο ωραία μπαρ ή κλαμπ στην πόλη, ποιος θα βγει εξοδούχος στην θλιβερή επαρχιακή πόλη για να κοιτά το τίποτα για τρεις ώρες μέχρι να γυρίσει στη μονάδα. Τα άκρα στα οποία έφθαναν άνθρωποι πολύ νεώτεροί μου ως επί το πλείστον για την πιο γελοία --στα δικά μου μάτια-- ψευδοκατάκτηση αφενός μου φαινόντουσαν αστεία και αφετέρου με γέμιζαν θλίψη: τι νόημα έχει μια ζωή στην οποία δεν κάνεις τίποτε επειδή το θέλεις εσύ, στην οποία το τι θέλεις εσύ δεν τίθεται καν ως ζήτημα και ερώτημα, αλλά το ζητούμενο είναι μάλλον το τι νομίζεις ότι θα κομπλάρει τους άλλους, θα τους κάνει να σε φθονήσουν, και ούτω κάθε εξής;


Ένας από τους πολύ σπάνια θιγόμενους λόγους για τους οποίους οι κομμουνιστές δεν είχαν ποτέ ιδιαίτερη δημοφιλία στην Ελλάδα, κυρίως μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, είναι ότι προέρχονται από μια κουλτούρα --μια σειρά πολιτιστικών κωδίκων, έξεων, αντιλήψεων-- που είναι ασύμβατη με όλα αυτά. Για τον κομμουνιστή η ανταγωνιστικότητα που θεωρείται σύμφυτη --απόλυτα σύμφυτη-- με τον ατομικισμό, δεν έχει κανένα νόημα. Είναι αυστηρά παράλογη. Κι εδώ δημιουργείται μια κεφαλαιώδης και μακροχρόνια παρεξήγηση: η κοινωνική πλειοψηφία νομίζει ότι οι κομμουνιστές είναι άνθρωποι με αδύναμη ατομικότητα, αδύναμη αίσθηση της μοναδικότητας του εαυτού. Αλλά αυτό είναι μια έωλη και πρόδηλα ψευδής αντίληψη: είναι αδύνατο να σταθείς στα πόδια σου για τα πιστεύω σου ως μόνιμη μειοψηφία αν δεν έχεις πίστη στον εαυτό σου, αν είσαι, όπως συχνά λέγεται για τους κομμουνιστές, "πρόβατο", ή "ρομποτάκι." Δεν γνωρίζω κανένα πρόβατο και κανένα ρομποτάκι που να εξεγέρθηκε κατά της κοινωνίας του, να ανέλαβε το κόστος της κοινωνικής περιθωριοποίησης σε συγκριτικά "πολιτισμένους" καιρούς ή του τρομοκρατικού διωγμού σε καιρούς πιο "βάρβαρους", ή να είχε το θάρρος και τη δύναμη να σταθεί απέναντι στην πλειοψηφία ξέροντας εκ των προτέρων ότι θα μισηθεί για αυτό. Σαφέστατα, οι κομμουνιστές δεν είναι καθόλου άνθρωποι που δεν πιστεύουν στο άτομο: το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει. Η διαφορά τους, η βαθύτατη διαφορά τους από την συντριπτική πλειοψηφία στην μεταπολεμική Ελλάδα, είναι ότι για αυτούς το άτομο είναι ήδη κοινωνικό ον, κοινωνική δυνατότητα, κοινωνικό εγχείρημα· και συνεπώς, ότι δεν αντιλαμβάνονται την ατομικότητά τους ως παράγωγο της ανταγωνιστικότητας με τους άλλους.


Εδώ ακριβώς όμως παρεμβαίνει μια δεύτερη σύγχυση, η οποία υπονομεύει για τα καλά κάθε δυνατότητα κατανόησης του τι πραγματικά συμβαίνει: όλοι γνωρίζουν ότι οι κομμουνιστές συγκρούονται, ότι είναι συγκρουσιακά όντα, ότι ορίζουν τον εαυτό τους μέσα από τη σύγκρουση, και ότι αναγάγουν την σύγκρουση --την πάλη-- σε υπέρτατο νόμο της ταξικής κοινωνίας. Άρα πώς δεν είναι κι αυτοί ανταγωνιστικοί;


Με άλλα λόγια, στο μυαλό της πλειοψηφίας, η συγκρουσιακότητα των κομμουνιστών είναι το ίδιο ακριβώς πράγμα με την ανταγωνιστικότητα που κυριαρχεί στις ζωές όλων των άλλων. Και εφόσον οι κομμουνιστές γίνονται αντιληπτοί ως ανταγωνιστικοί, διευκολύνεται και η έχθρα εκείνη η οποία αποτελεί κάτι σαν την οικουμενική συγκολλητική ουσία της νεοελληνικής (βλέπε πλήρως αστικής και καπιταλιστικής) κοινωνίας, αυτής της βαθύτατα δυσλειτουργικής και στρεβλής κοινότητας του ανταγωνισμού όλων με όλους για όλα.


Όμως η συγκρουσιακότητα δεν είναι καθόλου το ίδιο πράγμα με την ανταγωνιστικότητα: για τους κομμουνιστές, η συγκρουσιακότητα δεν είναι ατομική προδιάθεση αλλά επιστημολογική συνθήκη. Δηλαδή, είναι η θεμελιώδης προϋπόθεση του εντοπισμού της αλήθειας. Η ανταγωνιστικότητα, από την άλλη, αφορά την απόκτηση αβαντάζ απέναντι στους άλλους για κάτι, για ένα αντικείμενο: δόξα, χρήμα, διασημότητα, σεξ απίλ, οτιδήποτε. Η συγκρουσιακότητα δεν αφορά την απόκτηση πλεονεκτήματος απέναντι σε κανένα και δεν οδηγεί το συγκρουσιακό άτομο στην κατάκτηση και νομή κανενός πράγματος (η αλήθεια δεν είναι πράγμα, πόσο μάλλον όταν η αλήθεια νοείται με όρους καθαρά σχεσιακούς, όρους σύγκρουσης δυνάμεων). Η συγκρουσιακότητα λοιπόν υπαγορεύεται ακριβώς από την επίγνωση ότι η κοινωνία είναι δομημένη πάνω σε ανταγωνισμούς και σε αντιφάσεις. Και από την θέληση να καταργηθεί ο ανταγωνισμός, δηλαδή η βάση η ίδια της ανταγωνιστικότητας, η οποία έχει, μέσω της αλλοτρίωσης, καταστεί τόσο ζωτική όσο το οξυγόνο για τους υπόλοιπους.


Ας περάσουμε σε δύο απτά μέσα στοχασμού για τα παραπάνω. Και τα δύο προέρχονται από το έργο του Μάο, απλά γιατί τυχαίνει να μας έχουν εντυπωθεί στη μνήμη. Το πρώτο από ένα κείμενο του Μάο με τίτλο "Εναντίον του φιλελευθερισμού":
Επιτρέπουμε την ελαφρή, την κατ’ ιδίαν κριτική, αλλά δεν θέτουμε αποφασιστικά τα ζητήματα τής οργάνωσης· δεν λέμε τίποτα κατά πρόσωπο, αλλά φλυαρούμε πίσω απ’ τις πλάτες· στις συγκεντρώσεις σωπαίνουμε, αλλά ύστερα απ’ τη συγκέντρωση, αφήνουμε τις φλυαρίες αχαλίνωτες. [...] 
Δεν αγωνιζόμαστε εναντίον των σφαλερών αντιλήψεων, δεν αντιτιθέμαστε σ’ αυτές, προς το συμφέρον τής ενότητας, προς το συμφέρον τού κινήματος, για την άνεση τής δουλειάς, αλλά, ταυτόχρονα, προβαίνουμε σε προσωπικές επιθέσεις, σε ραδιουργίες, σε προσωπική ρύθμιση τού λογαριασμού μας και σε αντεκδικήσεις.
Πόσο πιο ξεκάθαρα θα μπορούσε κάποιος να θέσει το ζήτημα της διαφοράς της συγκρουσιακότητας από την ανταγωνιστικότητα; Ο Μάο ασκεί κριτική σε όσους δεν είναι αρκετά συγκρουσιακοί, είναι απόλυτα προφανές: "δεν θέτουμε αποφασιστικά τα ζητήματα της οργάνωσης", "δεν λέμε τίποτα κατά πρόσωπο", "δεν αγωνιζόμαστε εναντίον των σφαλερών αντιλήψεων". Μέχρι εδώ, τίποτα το παράξενο για κανέναν, ούτε για τους εχθρούς και πολέμιους των κομμουνιστών. Αλλά το απόλυτα κρίσιμο, και αυτό που σπανιότατα γίνεται αντιληπτό, είναι ότι η ενθάρρυνση της συγκρουσιακότητας γίνεται ακριβώς στο πλαίσιο μιας δριμείας κριτικής της ανταγωνιστικής προς τους άλλους συμπεριφοράς: "φλυαρούμε πίσω απ' τις πλάτες", "αφήνουμε τις φλυαρίες αχαλίνωτες", "προβαίνουμε σε προσωπικές επιθέσεις, σε ραδιουργίες...σε αντεκδικήσεις." Θα μπορούσε ίσως να πει κανείς ότι η κομμουνιστική συγκρουσιακότητα είναι, ανάμεσα σε άλλα, ένας τρόπος διοχέτευσης της ανεξάλειπτης επιθετικότητας του ανθρώπου για εποικοδομητικούς σκοπούς, δηλαδή, ένας τρόπος του να μετατοπιστεί αυτή η επιθετικότητα από την διαδικασία της αμοιβαίας πρόκλησης κακού στην συλλογική σύγκρουση για το τι είναι καλό, για το τι είναι ορθό, δέον, σοφό.

Ο Σωκράτης του Πλάτωνα δεν θα διαφωνούσε: είναι αν μη τι άλλο εκνευριστικά συγκρουσιακός, έστω και όταν καλύπτει την συγκρουσιακότητά του κάτω από την ειρωνεία. Αλλά δεν είναι, δεν παρουσιάζεται ποτέ, ως ανταγωνιστικός. Αντίθετα, αυτοί που ταυτίζονται με την ανταγωνιστικότητα στον Πλάτωνα είναι οι σοφιστές. Είναι αυτοί που θεωρούν ότι πρέπει να θριαμβεύσουν πάνω στον συνομιλητή τους για να κερδίσουν κάτι: πελατεία στους νέους, δόξα, χρήμα, σε τελική ανάλυση. Αλλά είναι επίσης αυτοί των οποίων την δουλεία στην ανταγωνιστικότητα ο Σωκράτης αποκαλύπτει ως καθαρή ανοησία, έλλειψη γνώσης, έλλειψη δυνατότητας για αλήθεια. Είναι απόλυτα κρίσιμο, και το ξέρουν όλοι όσοι έχουν διαβάσει ποτέ πλατωνικό διάλογο ότι ο Σωκράτηςσυγκρούεται με τους σοφιστές, αλλά ότι αυτή η σύγκρουση δεν αποτελεί ποτέ μια σύγκρουση κατά τα πρότυπα, πχ, της Ιλιάδας: σύγκρουση ομοίου με όμοιο (ο Αχιλλέας και ο Έκτορας δεν έχουν καμία ουσιαστική διαφορά, η διαφορά τους είναι καθαρά συγκυριακή, κι αυτό δεν αλλάζει από το γεγονός ότι η μάχη τους είναι μέχρι θανάτου). Η σύγκρουση της συγκρουσιακότητας με την ανταγωνιστικότητα δεν είναι σύγκρουση όμοιων πραγμάτων: είναι σύγκρουση ανάμεσα στην ηθική των αληθειών και την κυκλοφορία των αγαθών, ανάμεσα στη διαδικασία κατανόησης του κόσμου και τη διαδικασία επιβολής του εαυτού πάνω στους άλλους με όρους ιδιοκτησίας, νομής, κατοχής.


Ας περάσουμε τώρα στο δεύτερο απόσπασμα, από το "Ο νόμος της αντίφασης":

Όταν εξετάζουμε τα προβλήματα τής πάλης των αντιθέτων, το ζήτημα είναι να μάθουμε τι είναι ο ανταγωνισμός. Σ’ αυτό το ερώτημα απαντούμε: ο ανταγωνισμός είναι μια απ’ τις μορφές τής πάλης των αντιθέτων κι όχι η καθολική τους μορφή. 
Η ιστορία τής ανθρωπότητας γνωρίζει τον ανταγωνισμό των τάξεων, που αντιπροσωπεύει μια ειδική εκδήλωση τής πάλης των αντιθέτων. [...] 
Ωστόσο πρέπει να μελετήσουμε συγκεκριμένα τις διάφορες εκδηλώσεις τής πάλης των αντιθέτων, προσέχοντας να μη συσχετίζουμε δίχως λόγο αυτή την αρχή, που αναφέραμε, μ’ όλα τα φαινόμενα. [...] Ορισμένες αντιφάσεις έχουν τον χαρακτήρα ανοιχτού ανταγωνισμού, άλλες όχι. Ανάλογα με τη συγκεκριμένη εξέλιξη των φαινομένων, ορισμένες αντιφάσεις, πρωταρχικά μη ανταγωνιστικές, εξελίσσονται σε ανταγωνιστικές αντιφάσεις· αντίθετα ορισμένες αντιφάσεις πρωταρχικά ανταγωνιστικές, εξελίσσονται σε μη ανταγωνιστικές. [...] 
Οι οικονομικές αντιφάσεις ανάμεσα στην πόλη και στην ύπαιθρο, που παρατηρούνται στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία [...] είναι στο έπακρο ανταγωνιστικές. Αλλά στη χώρα τού σοσιαλισμού και στις επαναστατικές μας βάσεις, αυτές οι ανταγωνιστικές αντιφάσεις έγιναν μη ανταγωνιστικές, και στην κομμουνιστική κοινωνία θα εξαφανιστούν. 
Ο Λένιν λέει: 
«Ανταγωνισμός και αντίφαση δεν είναι καθόλου ένα και το αυτό πράγμα! Ο πρώτος θα εξαφανιστεί, η δεύτερη θα εξακολουθήσει και στον σοσιαλισμό». 
Αυτό σημαίνει πως ο ανταγωνισμός είναι μόνο μία απ’ τις μορφές τής πάλης των αντιθέτων και όχι η καθολική της μορφή· για τούτο δεν πρέπει να χρησιμοποιούμε χωρίς διάκριση, παντού, αυτόν τον όρο.
Προφανώς, αυτό που πραγματεύεται το κείμενο είναι μια θεμελιώδης διαφορά που δεν είναι όμως αντίθεση: τη διαφορά ανάμεσα στην αντίφαση και τον ανταγωνισμό. Η αντίφαση, λέει ο Μάο σε ολόκληρο το κείμενο, είναι ένας οικουμενικός νόμος που διαποτίζει τα πάντα--την φύση όσο και την κοινωνία σε όλες της τις μορφές. Ο ανταγωνισμός όμως είναι μια ειδική, ιστορικά καθορισμένη μορφή της εκδήλωσης αντιφάσεων. Όμως δεν είναι η διαφορά για την οποία μιλήσαμε ήδη, η διαφορά μεταξύ συγκρουσιακότητας και ανταγωνιστικότητας, αυστηρά ομόλογη της διαφοράς μεταξύ αντίφασης και ανταγωνισμού; Δεν είναι, με άλλα λόγια, η συγκρουσιακότητα αυτό ακριβώς που υπαγορεύει η καθολικότητα των αντιφάσεων, το γεγονός ότι είναι αδύνατο να κατανοήσεις τον κόσμο (και άρα και την αλήθεια του κόσμου) χωρίς να αναζητήσεις, να προβάλλεις, να οξύνεις συνειδησιακά τις αντιφάσεις που τον διατρέχουν; Είναι δυνατόν να αγαπάς την αλήθεια σε ένα κόσμο που δομείται ως αντιφατική ενότητα σε όλα τα επίπεδα χωρίς να είσαι επίσης συγκρουσιακός, δηλαδή χωρίς να τονίζεις πάντα την ύπαρξη αντιφάσεων και χωρίς να συμμετέχεις στην πάλη των αντιθέτων; Και, από την άλλη, δεν είναι η ανταγωνιστικότητα που τόσο βαθιά έχει υιοθετήσει η ελληνική κοινωνία ακριβώς η ειδική, ιστορικά επικαθορισμένη εκείνη εκδήλωση της αντίφασης που ο σοσιαλισμός θέλει να εξαλείψει; Αλλά τι σημαίνει αυτό;Σημαίνει, πάρα πολύ απλά, ότι ο κομμουνιστής επιστρατεύει την συγκρουσιακότητα στην κατεύθυνση της εξάλειψης της ανταγωνιστικότητας. Μόνο που αυτό σημαίνει επίσης: στην κατεύθυνση της εξάλειψης της βάσης με την οποία καθορίζει την ατομικότητά της όλη η υπόλοιπη κοινωνία. 

Δεν είναι λοιπόν καθόλου παράλογος ο φόβος του κομμουνισμού. Ο φόβος αυτός είναι αυστηρά (και ταυτόχρονα περιορισμένα και περιοριστικά) λογικός: είναι φόβος για την απώλεια του θεμελίου υποκειμενοποίησης στον καπιταλιστικό κόσμο. Ο κομμουνισμός, σε ένα επίπεδο, πρεσβεύει τον θάνατο αυτού ακριβώς του πράγματος στο οποίο βασίζεται η υποκειμενική σύσταση στον καπιταλισμό. "Αν εξαλείψεις την ανταγωνιστικότητα μέσα από την οποία ορίζω τα πάντα για τον εαυτό μου, από το πώς ντύνομαι στο πόσο έξυπνος είμαι ή στο πώς κάνω φλερτ ή έρωτα, τότε τι μου μένει;" Αυτός είναι ο πραγματικός πυρήνας του αντικομμουνιστικού φόβου. Ούτε τα Γκούλαγκ, ούτε ο σταλινισμός, ούτε τα διάφορα urban legends με τα οποία μια κοινωνία που έχει αναγάγει την ανταγωνιστικότητα σε μέσο και στόχο της ζωής εκφράζει τα συμπτώματα υστερικής αγωνίας της απέναντι στην προοπτική της ζωής χωρίς ανταγωνισμούς.

Για τους κομμουνιστές είναι μόνο σ' αυτή τη ζωή που το άτομο θα μπορέσει επιτέλους να γίνει πραγματικά άτομο, δηλαδή, που θα του είναι εφικτός ο απόλυτος και εμμενής αυτοκαθορισμός. Για τους εχθρούς τους, αυτή η ζωή είναι ο οριστικός θάνατος κάθε ατομικότητας. Γι αυτό και επιστρατεύουν στο τέλος την υπέρτατη, ψευδοκριτική φαντασίωση: ότι δηλαδή οι κομμουνιστές είναι κάποιου είδους κρυφοθρησκευόμενοι αφελείς που πιστεύουν ότι είναι ποτέ δυνατόν, στο όνομα της συλλογικής αρμονίας, να εξαλείψεις τον ατομικό πόνο από τον κόσμο ή να τον καταστήσεις επί γης παράδεισο.

Αλλά κανείς κομμουνιστής δεν θεωρεί ότι ακόμα και στο ανώτατο στάδιο του κομμουνισμού θα εξαλειφθεί η έκθεση της ανθρωπότητας στον πόνο της αντίφασης.

Είναι δυνατόν να ζήσουμε βιολογικά για πάντα;

Όχι.

Θα διαρκέσει η ζωή στον πλανήτη για πάντα;

Όχι.

Είναι δυνατόν να μην δοκιμάσουμε ποτέ την απογοήτευση του χωρισμού, την πίκρα της προσωπικής προδοσίας, την σύγκρουση με την οικογένεια και τα παιδιά μας για τον ένα ή τον άλλο λόγο;

Όχι.

Μπορεί ποτέ να συμφιλιωθεί απόλυτα ο ατέρμονος προσανατολισμός της σκέψης με την περατότητα και φθαρτότητα του σώματος και της έμβιας ζωής;

Όχι.

Μπορεί ποτέ το ανθρώπινο ον να απαλλαγεί εντελώς από την αγωνία του θανάτου ή την επιθετικότητα, ή την διάθεση κυριαρχίας;

Όχι.

Αποτελούν όλα αυτά κάποιου είδους ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιθυμία εξάλειψης των βλακωδών εκείνων ανταγωνισμών που καταδικάζουν ανθρώπους να πεινούν ή να είναι άστεγοι;

Όχι.

Είναι "ολοκληρωτισμός" και επικίνδυνη αφέλεια να πιστεύεις πως ο κόσμος μπορεί να αλλάξει δραστικά, ότι μπορεί να αλλάξει τόσο δραστικά που να είναι ένας ποιοτικά διαφορετικός κόσμος, χωρίς να αλλάξει η ίδια η βιολογική σύσταση των ανθρώπινων όντων;

Όχι.

Είναι "ανταγωνιστικότητα" το να συγκρούεσαι με Θεούς και δαίμονες για να υπάρξει κάποτε ένας κόσμος όπου η ζωή θα ορίζεται από την δοτικότητα και την ανοιχτότητα απέναντι στην ταραχώδη γαλήνη του είναι και όχι από το χρήμα, το ατύχημα του αν γεννήθηκες άνδρας ή γυναίκα, μαύρος ή άσπρος;

Όχι.

Ο Μαρξ έλεγε πως ο κομμουνισμός είναι ένα φάντασμα που πλανιέται πάνω από την Ευρώπη. Αλλά κάθε υπερφυσικό θρίλερ που αξίζει τα ψωμιά του περιέχει την εξής απλή οδηγία: για να σταματήσει ένα φάντασμα να πλανιέται ενοχλητικά γύρω σου, πρέπει πρώτα να καταλάβεις τι ζητά από σένα. Με άλλα λόγια, το φάντασμα είναι πάντα ένα αίτημα για κατανόηση και αποδοχή που δεν έχει εκπληρωθεί. Ο κόσμος δεν έχει ακόμα καταλάβει το κομμουνιστικό αίτημα. Βρίσκεται ακόμα στην παρατεταμένη του προϊστορία. Το αίτημα αυτό δεν το κατάλαβαν καν, συχνά, οι ίδιοι οι κομμουνιστές -- δεν φάνηκαν αντάξιοί του, το μπέρδεψαν με άλλα αιτήματα, το μετέτρεψαν σε κενόλογο ή στειρωμένο σύνθημα.

Αλλά αυτό δεν άλλαξε απολύτως τίποτε για την φύση του αιτήματος, που παραμένει ακριβώς η ίδια. Κι έτσι το φάντασμα συνεχίζει να πλανιέται, πλάσμα μιας παρεξήγησης καθώς είναι, γιατί αυτή η παρεξήγηση δεν είναι απ' αυτές που λύνονται στα λόγια. Ένας ολόκληρος κόσμος πρέπει να έρθει τα πάνω κάτω για να λυθεί αυτή η παρεξήγηση: και όχι μόνο έξω μας, αλλά και μέσα μας συνάμα.


http://leninreloaded.blogspot.gr/2014/10/blog-post_44.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου