Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2014

Ιστορία της φιλοσοφίας: Διαδοχή και διακοπή, 1843-1844

Ιστορία της φιλοσοφίας: Διαδοχή και διακοπή, 1843-1844

Πώς γίνεται κάποιος μείζον φιλόσοφος; 

Η απάντηση δίνεται από νωρίς, ήδη από την αρχαιότητα. Για να γίνει κανείς μείζον φιλόσοφος πρέπει να κάνει ένα από δύο πράγματα, τα οποία όμως συντείνουν στην ίδια κατεύθυνση: α) να διαψεύσει με επιχειρήματα έναν προηγούμενο μείζονα φιλόσοφο ή β) να αναπτύξει ένα φιλοσοφικό σύστημα που να ξεπερνά είτε έναν μεμονωμένο προηγούμενο φιλόσοφο είτε μια ομάδα φιλοσόφων.

Έτσι, ο Παρμενίδης αρνείται αντιδιαμετρικά τον Ηράκλειτο· ο Πλάτων τους λαμβάνει αμφότερους υπόψη και τους επιμερίζει στον κόσμο των Ιδεών αφενός, και στον κόσμο των πολιτικών και αισθητηριακών φαινομένων αφετέρου· ο Αριστοτέλης αναλαμβάνει να συνδέσει τις δύο σφαίρες του Είναι και του Γίγνεσθαι που στον Πλάτωνα παραμένουν αντιθετικές και αμοιβαία εχθρικές· ο Ντεκάρτ να εδραιώσει τη φιλοσοφία στην επιστήμη και όχι στην κλασική μεταφυσική· ο Καντ να επερωτήσει την αφελή καρτεσιανή διαίρεση υποκειμένου και αντικειμένου ως προϋπόθεση της επιστημολογίας· ο Χέγκελ να επερωτήσει τον επιστημολογικό σκεπτικισμό του Καντ. Η ιστορία της φιλοσοφίας εμφανίζεται ως μια αλυσίδα διαδοχής, προϋπόθεση της οποίας είναι ηαναμέτρηση με τον προηγούμενο φιλόσοφο. Κάθε φιλόσοφος επιχειρεί να διαδεχθεί έναν προηγούμενο εκτοπίζοντάς τον από την θέση του πρωταγωνιστή, αναδεικνύοντας τα κενά της σκέψης του, τις αντιφάσεις της, κλπ.

Το 1843, ο Καρλ Μαρξ ετοιμάζεται για την δική του απόπειρα σ' αυτό το πεδίο. Η απόπειρά του είναι μια κριτική του Χέγκελ, και συγκεκριμένα της Φιλοσοφίας του δικαίου. Η απόπειρα δεν ολοκληρώνεται ποτέ για δημοσίευση· μένει στη μορφή σημειώσεων πάνω στα βασικά εδάφια του έργου του Χέγκελ. Αντί να την επεξεργαστεί, ο Μαρξ στρέφεται το 1844, στην συγγραφή μιας Εισαγωγής, η οποία δημοσιεύεται, και η οποία καταλήγει να υποκαταστήσει το έργο στο οποίο θα ήταν απλώς η Εισαγωγή. 


Στην Εισαγωγή, η μέθοδος του Μαρξ διαφέρει δραματικά από την αντιπαράθεση σημείο προς σημείο με τον Χέγκελ. Μάλλον, η στρατηγική της Εισαγωγής είναι να δώσει στον Χέγκελ τις δάφνες μιας αναμφισβήτητης φιλοσοφικής νίκης, μετατοπίζοντας εντελώς το ζήτημα στην αναμέτρηση με το γεγονός ότι αυτή η νίκη ήταν, και δεν θα μπορούσε παρά να είναι, μόνο φιλοσοφική:

Η κριτική της γερμανικής φιλοσοφίας, του Κράτους και του Δικαίου, της οποίας ο Χέγκελ έδωσε τη συνεπέστερη, την πλουσιότερη και την τελευταία της έκδοση, είναι ταυτόχρονα η κριτική ανάλυση του σύγχρονου Κράτους και της αντίστοιχης πραγματικότητας, και η αποφασιστική άρνηση κάθε προηγούμενου τρόπου της γερμανικής πολιτικής και νομικής συνείδησης, συνείδηση της οποίας η θεωρητική φιλοσοφία, του δικαίου αποτελεί τη διαπρεπέστερη και την καθολικότερη έκφραση, φτασμένη στο επίπεδο επιστήμης. Μόνο στη Γερμανία μπορούσε να γεννηθεί η θεωρητική φιλοσοφία του δικαίου, ο αφηρημένος και υπερβατικός αυτός τρόπος στοχασμού πάνω στο σύγχρονο κράτος, του οποίου η πραγματικότητα παραμένει ένα «επέκεινα» (ακόμα κι αν το επέκεινα αυτό βρίσκεται απλά και μόνο επέκεινα του Ρήνου)· αντίθετα όμως, η γερμανική αντίληψη για το σύγχρονο Κράτος, που κάνει αφαίρεση του πραγματικού ανθρώπου, δεν ήταν δυνατή παρά επειδή και στο βαθμό που το ίδιο το σύγχρονο Κράτος κάνει αφαίρεση του πραγματικού ανθρώπου ή που δεν ικανοποιεί τον ολοκληρωμένο άνθρωπο παρά με φανταστικό τρόπο. Στην πολιτική, οι Γερμανοί στοχάστηκαν αυτό που οι άλλοι έκαναν. Η Γερμανία ήταν η θεωρητική τους συνείδηση. Η αλαζονική αφαίρεση και μεταρσίωση της σκέψης συμπορεύτηκαν πάντα με τη στενότητα και τη φτήνια της γερμανικής πραγματικότητας. Στον Χέγκελ βρισκόταν ο πλούτος και η τελειότητα της αφαίρεσης απέναντι στην ένδεια και τη "φτήνεια" της γερμανικής πραγματικότητας, ή ακριβέστερα, η κρυφή συγγένεια του ενός και του άλλου· αυτή ήταν η βασική "απάντηση" στον Χέγκελ στην Εισαγωγή.

Αλλά δεν ήταν μόνο αυτή· λίγο αργότερα, έρχεται το καθοριστικό για μας εδάφιο:

Πού λοιπόν βρίσκεται η θετική δυνατότητα της γερμανικής χειραφέτησης; 
Απάντηση: στη διαμόρφωση μιας τάξης με ριζικές αλυσίδες, μιας τάξης της κοινωνίας-των-ιδιωτών που να μην είναι τάξη της κοινωνίας-των-ιδιωτών, ενός κοινωνικού στρώματος που να είναι η διάλυση όλων των στρωμάτων, μιας σφαίρας που να έχει χαρακτήρα καθολικότητας εξ αιτίας της καθολικότητας των παθών της, που να μη διεκδικεί το επί μέρους δικαίωμα, γιατί έχει υποστεί όχι μια επί μέρους αδικία άλλα την αδικία καθ’ εαυτή, που να μην μπορεί πια να επαίρεται για έναν ιστορικό τίτλο, αλλά μόνο για έναν τίτλο ανθρώπινο, που να μη βρίσκεται σε αποκλειστική αντίθεση με τις συνέπειες, αλλά σε συστηματική αντίθεση με τις προϋποθέσεις του γερμανικού πολιτικού καθεστώτος, μιας σφαίρας τέλος που να μην μπορεί να χειραφετηθεί χωρίς να χειραφετηθεί απ’ όλες τις άλλες σφαίρες της κοινωνίας και χωρίς μ' αυτό τον τρόπο να χειραφετήσει όλες τις άλλες σφαίρες της κοινωνίας, που να είναι, με μια λέξη, η ολική απώλεια του ανθρώπου και, άρα, να μην μπορεί να επανακτήσει τον εαυτό της χωρίς μια ολική επανάκτηση του ανθρώπου. 
Η διάλυση αυτή της κοινωνίας, πραγματωμένη σε μια επιμέρους τάξη, είναι το προλεταριάτο.Τι ακριβώς συμβαίνει εδώ; Μια δεύτερη, και πολύ δραματικότερη μετατόπιση, μετά τη μετατόπιση της σχολαστικής απάντησης στη Φιλοσοφία του δικαίου σε παραδοχή της ταυτόχρονης θεωρητικής της τελειότητας και πρακτικής ανημπόριας· σ' αυτή τη δεύτερη μετατόπιση, ο Μαρξ παύει να αντιπαρατίθεται ο ίδιος στον Χέγκελ. Καταργεί το ιδίωμα της διαδοχής και του εκτοπισμού, τη βασική γλώσσα εισόδου στο πάνθεον της φιλοσοφίας. Δεν κάνει πλέον "κριτική" με την έννοια που έχει ο όρος στην ιστορία της φιλοσοφίας.

Αντ' αυτού, εισάγει στην ιστορία αυτή ένα υποκείμενο (το προλεταριάτο), του οποίου η εμφάνιση διακόπτει την αλυσίδα της φιλοσοφικής διαδοχής, γιατί ανάμεσα στον προγονικό φιλόσοφό του και τον φέρελπι διάδοχό του παρεμβάλλει έναν τρίτο και άγνωστο, ακόμα και αδιανόητο, παίχτη. Αφού έχει εντοπίσει την πρακτική ανημπόρια πίσω από την θεωρητική τελειότητα, ο Μαρξ λέει πως το ξεπέρασμα αυτής της ανημπόριας δεν είναι δουλειά των φιλοσόφων. Πως από δω και στο εξής, η φιλοσοφική διαδοχή εκτοπίζεται η ίδια ως σημαίνον αφήγημα γιατί η ιστορία έχει δημιουργήσει μια τάξη-οξύμωρο, μια τάξη-αίνιγμα, μια τάξη που ο Λόγος δυσκολεύεται να περιγράψει. Και πως ο δικός του δρόμος δεν μπορεί πια να είναι η συνέχιση της φιλοσοφικής αλυσίδας, δεν μπορεί να είναι η αναπαραγωγή του αφηγήματος της διαδοχής, αλλά το άνοιγμα της φιλοσοφίας προς την διακοπή της, το άνοιγμά της προς ένα υποκείμενο το οποίο δεν μπόρεσε να σκεφτεί, και που την υπερβαίνει.

Οι σημειώσεις του 1843 λοιπόν μένουν αδημοσίευτες γιατί στο μεταξύ έχουν τελεσίδικα ξεπεραστεί· ο Μαρξ δεν επιθυμεί πια να γίνει φιλόσοφος. Και βεβαίως, με αυτό ακριβώς το γεγονός αναμετριέται στην ενδέκατη θέση για τον Φόιερμπαχ το 1845. Όπως έγραψα και παλιότερα:

"Οι φιλόσοφοι έχουν μέχρι τώρα ερμηνεύσει τον κόσμο με διάφορους τρόπους, το ζήτημα, όμως, είναι να τον αλλάξουμε". 
Η συμβατική ανάγνωση της ενδέκατης θέσης για τον Φόυερμπαχ επικεντρώνεται αποκλειστικά σε αυτά που η γραμματική θα ονόμαζε ρήματα: "ερμηνεύσει"/"αλλάξουμε." Στα δύο αυτά ρήματα εντοπίζει, ως αναμενόμενο, ένα αντιπαραθετικό σχήμα: παθητικότητα/ενεργητικότητα. Όλα είναι ξεκάθαρα: Ο Μαρξισμός είναι η φιλοσοφία που δεν ερμηνεύει απλώς τον κόσμο αλλά τον αλλάζει. 
Η συμβατική ανάγνωση της ενδέκατης θέσης για τον Φόυερμπαχ αγνοεί εντελώς αυτά τα οποία η γραμματική, αλλά και η φιλοσοφία, θα ονόμαζε υποκείμενα. Πόσα υποκείμενα έχει η πρόταση; Ένα. "Οι φιλόσοφοι." Ή μήπως δύο; Ποιό είναι το υποκείμενο του ρήματος "αλλάξουμε"; 
Η ερώτηση είναι πολύ πιο δύσκολη από ό,τι φαίνεται. Γιατί επισύρει άμεσα μια δεύτερη ερώτηση. Αν εννοήσουμε ότι το υποκείμενο του ρήματος "αλλάξουμε" είναι "εμείς, οι φιλόσοφοι", τότε τι έχει δώσει ξαφνικά στη φιλοσοφία την δύναμη να κάνει κάτι που κανείς φιλόσοφος δεν έκανε ποτέ πριν; Και μια τρίτη ερώτηση: Μιλάει όντως το υπόρρητο υποκείμενο του ρήματος ως φιλόσοφος; Και στο κατόπι, άλλες: Είναι η ενδέκατη θέση μια θέση που αφορά τη φιλοσοφία; Είναι η αλλαγή του κόσμου ένα καθήκον που εμπιστεύεται στη φιλοσοφία; Ήταν ο Μαρξ των Θέσεων φιλόσοφος; Ή μήπως η όλη ανάγνωση πάσχει από την αδυναμία να δει, στο σημείο ακριβώς αυτό, το χάσμα που ανοίγεται επιτελεστικά ανάμεσα στην φιλοσοφία και την αντι-φιλοσοφία, τη μη- φιλοσοφία, τη σκέψη που, προκειμένου να αλλάξει τον κόσμο, πρέπει πρώτα να καταστρέψει τη φιλοσοφία; 
Αξίζει να θυμηθούμε ότι ο Μαρξ έπαψε να είναι φιλόσοφος από τότε που έπαψε να είναι ένας ακόμα νέος εγελιανός. Εγκατέλειψε τη φιλοσοφία: για την ιστοριογραφία, για τα καθήκοντα της πολιτικής οργάνωσης της Διεθνούς Ένωσης Εργατών, για την πολιτική οικονομία. Η ενδέκατη θέση δεν είναι μια θέση την οποία απευθύνει στη φιλοσοφία η φιλοσοφία, μια θέση που εκπορεύεται από το υποσύνολο "Χ φιλοσοφία" στο σύνολο "φιλοσοφία". Δεν είναι μια θέση που επικαλείται μια κάποια υπερβατική δυνατότητα της φιλοσοφίας να είναι, ως δια μαγείας, κάτι άλλο από φιλοσοφία. Είναι μια θέση που προϋποθέτει το τέλος της φιλοσοφίας. Είναι μια θέση που επικαλείται, σκανδαλωδώς, μια θέση εκτός του συνόλου ή μια θέση που ανατέμνει το σύνολο. Και το υποκείμενο που κατονομάζει είναι σκοτεινό. Γιατί η θέση του (αν όχι φιλόσοφοι, τι;) δεν έχει θέση, δεν βρίσκει θέση στο πεδίο το οποίο ονομάζεται "φιλοσοφία". Η ενδέκατη θέση έρχεται από ένα σημείο χωρίς ταυτοποιήσιμη θέση μέσα στη φιλοσοφία, αλλά και χωρίς θέση σε αυτό ή εκείνο τον ταυτοποιήσιμο χώρο εκτός φιλοσοφίας (ανθρωπολογία, θεολογία, κοινωνιολογία, ψυχολογία...). Αλήθεια, πού ακριβώς, μέσα στα πλαίσια της θεσμικής κατάτμησης των επιστημονικών πειθαρχιών, ανήκει ο "Μαρξισμός"; 
Η ενδέκατη θέση δεν είναι ένα ακόμα φιλοσόφημα, τροφή για τα αδηφάγα σαγόνια του πολιτικού Πραγματικού. Είναι η ίδια η μορφή της βίας που ασκεί το πολιτικό Πραγματικό στη φιλοσοφία.
Κι όμως, αν και πήρε κάποιο διάστημα, κατ' ουσίαν ως τον Νίτσε και τον Χάιντεγκερ, η φιλοσοφία θα συνέχιζε και στον εικοστό αιώνα να προσποιείται πως το αφήγημα της διαδοχής δεν διακόπηκε ποτέ. Κι έτσι, ο Χάιντεγκερ επέστρεψε σε όλους (από τον Παρμενίδη ως τον Νίτσε) για να τους ξεπεράσει ερμηνευτικά, ο Ντεριντά έκανε το ίδιο σε όλους τους προηγούμενους συν τον Χάιντεγκερ, και η φιλοσοφία ξέχασε τη διακοπή της, τους ταξικούς όρους αυτής της διακοπής, την καθαρή μελλοντικότητα ενός υποκειμένου που ανακύπτει πέρα απ' τα όρια του φιλοσοφικά εξεταστέου και χωρίς καμία προαποφασισμένη σχέση με τα όρια της φιλοσοφικής ιστορίας, το "wild card" του φιλοσοφικού παιχνιδιού που απειλεί να εκθέσει το παιχνίδι ως μοναχά παιχνίδι: "το συμβάν Μαρξ."

http://leninreloaded.blogspot.gr/2014/11/1843-1844.html#more

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου