Παρασκευή, 7 Νοεμβρίου 2014

Υπόθεση Μέρτεν: η αξιοποίηση των ναζί από τη Βόννη και η ελληνική «εθνικοφροσύνη»

Στις 5 Νοεμβρίου 1959, με παρέμβαση της κυβέρνησης Κωνσταντίνου Καραμανλή, αποφυλακίστηκε και απελάθηκε στη Δυτική Γερμανία ο ναζί εγκληματίας πολέμου Μαξ Μέρτεν, με συνέπεια την πρόκληση μεγάλων αντιδράσεων που κορυφώθηκαν σχεδόν ένα χρόνο αργότερα.

Η υπόθεση Μέρτεν αποκάλυψε, από τη μια, την προκλητική ένταξη των ναζί εγκληματιών στον μεταπολεμικό γερμανικό κρατικό μηχανισμό και τη στήριξη που τους προσφερόταν από την κυβέρνηση της Βόννης, κι από την άλλη -για μια ακόμη φορά- την υποχωρητικότητα των ελλήνων «εθνικοφρόνων» της Δεξιάς έναντι των ισχυρών της Δύσης, ακόμη κι όταν επρόκειτο για σοβαρά ζητήματα εθνικής αξιοπρέπειας. Η αποκάλυψη της ύπαρξης συνεργατών των ναζί στους κόλπους της Δεξιάς και των κυβερνήσεών τους, απλώς επιβεβαιώθηκε και πάλι, με την υπόθεση αυτή.
Στέλεχος του ναζιστικού κόμματος, ο Μαξ Μέρτεν υπήρξε στα 1942-44 σύμβουλος της γερμανικής στρατιωτικής διοίκησης της Θεσσαλονίκης και από τη θέση αυτή υπέγραψε τη μεταφορά των 50.000 Εβραίων της Θεσσαλονίκης στο Άουσβιτς. Ταυτόχρονα ανέλαβε και τη δήμευση των περιουσιών τους, που η συνολική τους αξία υπολογιζόταν σε 125.000.000 χρυσά φράγκα. Ενώ το μεγαλύτερο μέρος αυτού του θησαυρού μεταφέρθηκε τότε στη Γερμανία, λεγόταν πως ένα άλλο μέρος κρύφτηκε κάπου στη Μακεδονία.

Μετά τον πόλεμο ο Μέρτεν, όπως και χιλιάδες άλλα στελέχη του ναζιστικού καθεστώτος, εντάχθηκε στον κρατικό μηχανισμό της Δυτικής Γερμανίας, παρ’ όλο που ήδη από το 1947 εκκρεμούσε σε βάρος ένταλμα σύλληψης από την ελληνική δικαιοσύνη για εγκλήματα πολέμου. Το δυτικογερμανικό κράτος όχι μόνο δεν τιμώρησε τον ναζί εγκληματία, όχι μόνο δεν τον παρέδωσε στις ελληνικές αρχές, αλλά τον ανέδειξε και σε σημαντική θέση στο Υπουργείο Δικαιοσύνης!

Τον Μάιο 1957 ο ναζί εγκληματίας επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη ως τουρίστας, αλλά τον αναγνώρισαν κάποια θύματά του και συνελήφθη, με εντολή του αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ανδρέα Τούση, καθώς εκκρεμούσε το ένταλμα σύλληψης του 1947, και προφυλακίστηκε. Η επάνοδός του στην Ελλάδα θεωρείται πως επαλήθευσε τις φήμες για την ύπαρξη κρυμμένου θησαυρού από τη λεηλασία των εβραϊκών περιουσιών στα χρόνια της Κατοχής.

Η σύλληψη και προφυλάκισή του προκάλεσαν αντιδράσεις από την πλευρά της γερμανικής κυβέρνησης, η οποία άρχισε την άσκηση πιέσεων προς τη δεξιά ελληνική κυβέρνηση του Κωνσταντίνου Καραμανλή. Η Δυτική Γερμανία ενδιαφερόταν να κλείσει κάθε υπόθεση σχετικά με τα ναζιστικά εγκλήματα πολέμου, για πολλούς λόγους. Ένας απ’ αυτούς ήταν και η αποκάλυψη της ένταξης των ναζί εγκληματιών στον κρατικό της μηχανισμό, που δυσχέραινε τη θέση της στον ανταγωνισμό με τη Λαοκρατική Δημοκρατία της Γερμανίας.

Οι γερμανικές πιέσεις προς την ελληνική κυβέρνηση εντάθηκαν τον Νοέμβριο 1958, όταν ο Καραμανλής επισκέφθηκε τη Βόννη, για να διαπραγματευτεί τη σύναψη δανείου, ύψους 200.000.000 μάρκων. Αποτέλεσμα αυτών των πιέσεων ήταν η ψήφιση του νόμου 3933 από την ελληνική Βουλή, δύο μήνες μετά -τον Ιανουάριο 1959- «περί αναστολής διώξεως εγκληματιών πολέμου». Χαρακτηριστική υπήρξε η δήλωση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης Κωνσταντίνου Καλλία, ο οποίος δικαιολόγησε τον νόμο, λέγοντας πως «πρέπει να παραμεριστούν τα εμπόδια δια την ανάπτυξιν των σχέσεών μας με τη Δυτική Γερμανία».


Η προκλητική αυτή στάση της ελληνικής κυβέρνησης προκάλεσε μεγάλες αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, όχι μόνο της ΕΔΑ, αλλά και των κομμάτων του Κέντρου. Σε μια περίοδο που η κυβέρνηση Καραμανλή αποδεχόταν την εγκατάσταση αμερικανικών στρατιωτικών βάσεων στην Ελλάδα, ενώ μεθόδευε το ξεπούλημα του αγώνα των Κυπρίων κατά της βρετανικής κατοχής, καταλήγοντας στις συμφωνίες Ζυρίχης και Λονδίνου, η υποχώρηση στις γερμανικές πιέσεις και η διακοπή της δίωξης των ναζί εγκληματιών εμφάνιζαν την κυβέρνηση των «εθνικοφρόνων» ως αποκάλυπτα εθνοπροδοτική. Αντιδράσεις προκλήθηκαν και διεθνώς, με τους «Τάιμς» του Λονδίνου να γράφουν πως «η Ελλάδα αμνηστεύει τους σφαγείς της».

Αποτέλεσμα του κύματος υπήρξε η μερική υπαναχώρηση της ελληνικής κυβέρνησης, η οποία ανακοίνωσε πως από την εφαρμογή του νόμου 3933 εξαιρείται ο Μαξ Μέρτεν, ο οποίος τον επόμενο μήνα, Φεβρουάριο 1959, προσήχθη στο Ειδικό Στρατοδικείο Εγκληματιών Πολέμου της Αθήνας. Καθώς η δίκη παρακολουθείται με ενδιαφέρον από τη διεθνή κοινή γνώμη, τις 5 Μαρτίου το δικαστήριο αποφάσισε την καταδίκη του ναζί εγκληματία, επιβάλλοντάς του ποινή 25 χρόνων.

Ενώ οι γερμανικές πιέσεις συνεχίζονται, με την απαίτηση της κυβέρνησης της Βόννης να αποφυλακιστεί ο εγκληματίας πολέμου, η κυβέρνηση Καραμανλή διστάζει να ικανοποιήσει το γερμανικό αίτημα, αδυνατώντας να αντιμετωπίσει τον συσχετισμό της υπόθεσης Μέρτεν με τη σύλληψη και προφυλάκιση του ήρωα της Εθνικής Αντίστασης Μανώλη Γλέζου.
Τελικά, τον Αύγουστο 1959, με τον νόμο 4016, «αναστέλλεται αυτοδικαίως πάσα δίωξις γερμανών υπηκόων φερομένων ως εγκληματιών πολέμου, καθώς και η εκτέλεσις πάσης ποινής ή το υπόλοιπον ταύτης».
Έτσι, τις 5 Νοεμβρίου 1959 ο Μαξ Μέρτεν αποφυλακίστηκε και απελάθηκε στη Γερμανία, με την προϋπόθεση να εκτίσει εκεί την ποινή του. Όμως, τα γερμανικά δικαστήρια τον απάλλαξαν πλήρως, και συνέχισε να υπηρετεί το γερμανικό κράτος!


Μόνο που η υπόθεση Μέρτεν δεν τελείωσε εκεί. Στις 28 Σεπτεμβρίου 1960 δημοσιεύτηκαν σε γερμανικές εφημερίδες αποσπάσματα της κατάθεσής του στη γερμανική δικαιοσύνη, που προκάλεσαν ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην ιστορία της μεταπολεμικής Ελλάδας.


Ο Μέρτεν υποστήριζε ότι κατά την περίοδο της Κατοχής, ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής, ο υπουργός Εσωτερικών και έμπιστος του Καραμανλή Δημήτριος (Τάκος) Μακρής, η σύζυγός του Μακρή Δοξούλα, το γένος Λεοντίδη, και ο υφυπουργός Εθνικής Άμυνας Γεώργιος Θεμελής υπήρξαν συνεργάτες των Γερμανών.


Ενώ η ελληνική κυβέρνηση διαψεύδει, φυσικά, τις αποκαλύψεις αυτές, τρεις από τους κατονομαζόμενους (Τάκος και Δοξούλα Μακρή, και Θεμελής) θιγόμενοι δεν υποβάλλουν μηνύσεις στα γερμανικά δικαστήρια, όπου θα υποχρεωνόταν ο Μέρτεν να αποσύρει τους ισχυρισμούς του, αλλά… στα ελληνικά, τα οποία δεν υπήρχε περίπτωση να παρουσιαστεί ξανά ο ναζί εγκληματίας.


Επιπλέον, κατά τη συζήτηση του ζητήματος στη Βουλή, στις 16 Οκτωβρίου 1960, τραμπούκοι βουλευτές της ΕΡΕ, πρώην συνεργάτες των Γερμανών και οι ίδιοι, επιτέθηκαν και βιαιοπράγησαν κατά βουλευτών της ΕΔΑ.
Από τη δημοσιογραφική έρευνα που έγινε τότε, δεν προέκυψαν στοιχεία συνεργασίας του Καραμανλή με τους Γερμανούς. Ο μετέπειτα «εθνάρχης» και πρώην βουλευτής του Λαϊκού Κόμματος (το 1936) απλώς είχε λουφάξει, ασχολούμενος με τη δουλίτσα του ως δικηγόρος, και επανεμφανίστηκε στην πολιτική ζωή και πάλι ως βουλευτής, το 1946.


Εντούτοις, προέκυψαν αδιάψευστα στοιχεία για τους τρεις άλλους. Συγκεκριμένα, αποδείχτηκε ότι ο Μακρής, ως δικηγόρος στην κατοχική Θεσσαλονίκη, είχε πολύ καλές σχέσεις με τους Γερμανούς, η σύζυγός του Δοξούλα ήταν γραμματέας του Μέρτεν και ο Θεμελής διορισμένος νομάρχης.
http://vathikokkino.gr/archives/88988

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου