Τρίτη 16 Οκτωβρίου 2012

Η Ελβετία, οι ελληνικές οφσόρ και το μοντέλο «Ρούμπικ»



του Γιώργου Καλπαδάκη

Xαρακτικό του Ότο Νίκελ, από το λεύκωμα «Πεπρωμένο», 1930

Το τελευταίο διάστημα εντείνονται οι διαπραγματεύσεις για μια νέα ελληνοελβετική συμφωνία, με δεδηλωμένο στόχο την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, ενώ επίκειται η συνομολόγηση αντίστοιχων διμερών συμβάσεων της Ελβετίας με την Ιταλία, το Βέλγιο και την Ολλανδία. Όπως δείχνει η αποσπασματική πληροφόρηση, η συμφωνία θα έχει ως κανονιστικό πρότυπο το μοντέλο «Ρούμπικ», που εφαρμόσθηκε στις συμβάσεις της Ελβετίας με τη Γερμανία, το Ηνωμένο Βασίλειο και την Αυστρία. Το μοντέλο επινοήθηκε από κύκλους της Ένωσης Ελβετικών Τραπεζιτών (ΕΕΤ) το 2009, ενώ ένα από τα σημαντικότερα ελβετικά λόμπι δημοσίων σχέσεων της βιομηχανίας διαχείρισης πλούτου δεν δίστασε να το χαρακτηρίσει «ιστορικό ορόσημο για τη νομιμοποίηση της εχεμύθειας». Τον περασμένο Αύγουστο, μάλιστα, προκειμένου να καταλαγιάσει τις όποιες ανησυχίες των μελών της ότι μπορεί και να έχει παρέλθει η εποχή των σκανδαλωδών φοροαπαλλαγών, η ίδια η ΕΕΤ αποκάλυψε, με ισχνώς συγκεκαλυμμένους θριαμβολογικούς τόνους, ότι το μοντέλο δεν αποτελεί παρά ένα «ανεξάρτητο αντισχέδιο» που σχεδιάσθηκε ακριβώς για να αποτρέψει την επαπειλούμενη αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών που προβλέπει η κοινοτική οδηγία φορολόγησης εισοδημάτων από αποταμιεύσεις (European Savings Tax Directive – ESTD). Η οδηγία αποβλέπει στην επιβολή ενιαίου φορολογικού καθεστώτος στις χώρες της ΕΕ, ενώ οι τροποποιήσεις αναμένεται να κλείσουν τα υφιστάμενα νομικά ‘παραθυράκια’ τα οποία εμποδίζουν την ανταλλαγή πληροφοριών φορολογικής φύσης για τους καταθέτες τραπεζών.Χώρες που φιλοξενούν αδήλωτα κεφάλαια δυσθεώρητου μεγέθους, με προεξέχουσα την αρχαιότερη επικράτεια εχεμύθειας στην Ευρώπη, την Ελβετία, αντιμετωπίζουν τα τελευταία χρόνια αυξανόμενες κοινωνικές πιέσεις με στόχο να καμφθεί το τραπεζικό τους απόρρητο. Το 2005 δημοσιεύθηκε το αναθεωρημένο Πρότυπο Μοντέλου Σύμβασης του ΟΟΣΑ για την καταπολέμηση του επιβλαβούς φορολογικού ανταγωνισμού και την προαγωγή διαφανών πρακτικών φορολόγησης στις διασυνοριακές σχέσεις, βάσει του οποίου δεν επιτρέπεται ένα κράτος να αρνηθεί να χορηγήσει τραπεζικές πληροφορίες. Καίτοι η σύμβαση δεν έχει νομικά δεσμευτική ισχύ, η Ελβετία εξωθήθηκε στη χαλάρωση του τραπεζικού της απορρήτου, προκειμένου να εξέλθει από την «γκρίζα λίστα» που θέσπισε ο ΟΟΣΑ το 2009, η οποία περιλαμβάνει χώρες που στην πράξη δεν εφήρμοζαν τις αρχές ανταλλαγής πληροφοριών.

Προκειμένου να επιτευχθούν οι συνταγές του ΟΟΣΑ –που ομολογουμένως είναι αρκετά ασαφείς, ώστε εύλογα υποστηρίζεται ότι ευνοούν τις πολυεθνικές λόγω της πρακτικής των τεχνητών ενδοομιλικών συναλλαγών– χωρίς να διακυβευθεί το τραπεζικό απόρρητο των τραπεζών της, η Βέρνη αναπροσάρμοσε τη στάση της συνομολογώντας διμερείς συμβάσεις τύπου «Ρούμπικ». Κατάφερε, μάλιστα, να εξασφαλίσει και αντισταθμιστικά οφέλη όπως η προνομιακή πρόσβαση των ελβετικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων στις βρετανικές και αυστρογερμανικές αγορές. Στο πνεύμα της διατήρησης της υπέρτατης αρχής της εχεμύθειας τροποποιήθηκε, στα τέλη του 2011, και η ελληνοελβετική συμφωνία του 1984 για την αποφυγή διπλής φορολόγησης και την ανταλλαγή φορολογικών πληροφοριών. Η συμφωνία ορθώνει ένα δαιδαλώδες πλαίσιο για τα αιτήματα δικαστικής συνδρομής: ακόμα κι αν η ελληνική φορολογική Αρχή αντιμετωπίσει επιτυχώς τις περίπλοκες διαδικαστικές παρεμβολές, η ελβετική νομοθεσία παρέχει στους υπόπτους για φοροδιαφυγή το δικαίωμα να εξαντλήσουν πλήρως τις ατέρμονες εσωτερικές διοικητικές διαδικασίες. Οι κυρωμένες τροποποιήσεις αποτελούν μια πρόγευση και της σχεδιαζόμενης ελληνοελβετικής συμφωνίας, η οποία αναμένεται να προσφέρει τη δυνατότητα στους φοροδιαφεύγοντες καταθέτες είτε να καταβάλουν στην ελληνική φορολογική Αρχή έναν εφάπαξ και κατ’ αποκοπή φόρο της τάξεως του 21 με 41% επί των περιουσιακών στοιχείων του χαρτοφυλακίου τους, είτε να αποδεχθούν την αποκάλυψη του συνόλου των τραπεζικών τους στοιχείων, καταβάλλοντας τον φόρο που τους αναλογεί και συναινώντας να υποβληθούν σε φορολογικό έλεγχο από τις Αρχές και των δύο κρατών.

Ποιο είναι το βασικό πρόβλημα μιας τέτοιας συμφωνίας; Όχι μόνο τα ‘παραθυράκια’ τα οποία θα ευνοούν τους φοροφυγάδες και η μείωση της μέγιστης φορολογίας των τόκων, αλλά πρωτίστως το ότι η συμφωνία θα αφορά μόνο φυσικά πρόσωπα και όχι τους πραγματικούς, «σκιώδεις κυρίαρχους» της παγκόσμιας οικονομίας (όπως τους αποκαλούν οι Financial Times), δηλαδή τις υπεράκτιες εταιρείες (οφσόρ). Οι υπεράκτιες ελληνικών συμφερόντων ξεπερνούν πλέον τις 10.000, καθιστώντας τη χώρα μας ‘υπερδύναμη’ στον συγκεκριμένο τομέα. Η σύστασή τους μπορεί να γίνει διαδικτυακά, με ελάχιστο κόστος, σε μία μόλις ημέρα, ενώ οι μέτοχοί τους –κυρίως ιδιοκτήτες μεγάλης ακίνητης περιουσίας– θωρακίζονται από δικηγόρους-εμπιστευματοδόχους, οι οποίοι υφαίνουν ένα προστατευτικό νομικό πλέγμα. Διακινώντας περί τα 500 δις ευρώ και δραστηριοποιούμενες κυρίως στις επενδύσεις και τα χρηματιστηριακά, εκμεταλλεύονται το ευνοϊκό γι’ αυτές διεθνές οικονομικό περιβάλλον, προβαίνοντας σε πρακτικές υπερτιμολογήσεων και υποτιμολογήσεων, στερώντας ετησίως από το ελληνικό κράτος έσοδα της τάξεως των 6 δις ευρώ. Ήδη τον Οκτώβριο του 2010, το ίδιο το ΔΝΤ τόνιζε τον κομβικό ρόλο των υπεράκτιων εταιρειών στην ελληνική οικονομική κρίση. Από το 2009 έως το 2011, οι καταθέσεις Ελλήνων στην Ελβετία διπλασιάστηκαν (το 99% υπολογίζεται ότι είναι αδήλωτο). Όσο για το συνολικό τους ύψος, κυμαίνεται από τη συντηρητική εκτίμηση των 40 δις ευρώ, που αφορά μόνο φυσικά πρόσωπα, έως τα 600 δις ευρώ που διατείνεται το Spiegel ότι φυλάσσεται σε ελβετικές τράπεζες.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Δικτύου Φορολογικής Δικαιοσύνης (Tax Justice Network – TJN), μια ελληνοελβετική συμφωνία τύπου «Ρούμπικ» θα αποφέρει στο ελληνικό κράτος –στην καλύτερη περίπτωση–650 εκατ. ευρώ, ποσό μηδαμινό συγκριτικά με τον συνολικό όγκο των ελληνικών καταθέσεων στην Ελβετία που συνδέονται με εταιρείες. Ακόμα και η Γερμανία εκτιμάται ότι, υπό το καθεστώς διμερών συμφωνιών τύπου «Ρούμπικ», θα εισπράξει από την Ελβετία, το Λουξεμβούργο και το Λιχτενστάιν δεκαπέντε φορές λιγότερα φορολογικά έσοδα από εκείνα που προβλέπονται βάσει του τροποποιουμένου ESTD. Είναι ιδιαίτερα θετικό ότι, σε αντίθεση με τη Μεγάλη Βρετανία, η κύρωση της σύμβασης στη Γερμανία εκκρεμεί, αφού το Ομοσπονδιακό Συμβούλιο βρίσκεται ακόμα στο στάδιο των διαβουλεύσεων, καθώς αξιολογούνται τα αυξανόμενα επιχειρήματα εναντίον μιας τέτοιας συμφωνίας. Οι πολέμιοί της –που περιλαμβάνουν και ισχυρούς αμερικανικούς παράγοντες– εκτιμούν ότι τυχόν κύρωσή της θα προσφέρει την κατάλληλη ευκαιρία να απορριφθεί η εφαρμογή του τροποποιημένου ESTD από την Ελβετία, το Λιχτενστάιν και το Λουξεμβούργο (το οποίο, ως φοροπαράδεισος εντός της Ε.Ε., θα πράξει ό,τι είναι δυνατόν για να μπλοκάρει κάθε κοινοτική απόπειρα αυτόματης ανταλλαγής φορολογικών πληροφοριών). Είναι πολύ σημαντικό λοιπόν να ανοίξει και στην Ελλάδα ο δημόσιος διάλογος γύρω από την ελληνοελβετική συμφωνία και το νομικό πλέγμα που εξυπηρετεί τη φοροδιαφυγή μέσω υπεράκτιων εταιρειών˙ ένας διάλογος που δεν πρέπει να αναλωθεί σε τεχνικά ζητήματα, αλλά να αναδείξει την αδήριτη ανάγκη στήριξης της πανευρωπαϊκής πρωτοβουλίας για διαφάνεια και ανταλλαγή πληροφοριών φορολογικής φύσης που έχει ως θεσμικό της ορόσημο το τροποποιημένο ESTD.

Ο Γιώργος Καλπαδάκης είναι διεθνολόγος και διδάσκει στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης