Κυριακή 1 Ιουλίου 2012


Του ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ*

Προκαλώντας τον Ασαντ, η Τουρκία επιδιώκει να ηγηθεί μελλοντικής στρατιωτικής επέμβασης του ΝΑΤΟ στη Συρία
Επίκειται άραγε η δεύτερη στρατιωτική επέμβαση του ΝΑΤΟ στη Μεσόγειο μέσα σε ένα χρόνο και η τέταρτη πολεμική εκστρατεία της Δύσης εναντίον μουσουλμανικής χώρας την τελευταία δεκαετία; Θα έχει η Συρία την τύχη του Ιράκ, του Αφγανιστάν και της Λιβύης; Τα ερωτήματα πλανώνται στην ατμόσφαιρα από τις 22 Ιουνίου, όταν η συριακή αεράμυνα κατέρριψε τουρκικό F-4 σε μικρή απόσταση από τις ακτές της, απέναντι από την Κύπρο. Ηδη, το ΝΑΤΟ συνεδρίασε εκτάκτως την περασμένη Τρίτη βάσει του άρθρου 4 του καταστατικού του, που προβλέπει συλλογικές διαβουλεύσεις όταν απειλείται η ασφάλεια κράτους-μέλους, κάτι που είχε ξανασυμβεί μόνο μία φορά στην ιστορία της Συμμαχίας.

Προέχουν τα πραγματικά γεγονότα. Οσο κι αν η Τουρκία επιδιώκει να εμφανιστεί ως θύμα, η αλήθεια είναι ότι η ίδια προκάλεσε τον γείτονά της. Το αναγνωριστικό αεροσκάφος της πολεμικής αεροπορίας της πετούσε πολύ χαμηλά (στα 100 μέτρα), πολύ κοντά στις συριακές ακτές (σε απόσταση ενός έως δύο χιλιομέτρων) και περιφερόταν γύρω από την περιοχή της Λατάκειας, όπου φιλοξενείται ρωσική βάση. Επιπλέον, όπως αναγνώρισε και η τουρκική κυβέρνηση, είχε παραβιάσει τον εναέριο χώρο της Συρίας προτού βληθεί. Η εικασία αναδύεται αβίαστα: Το τουρκικό αεροπλάνο διεξήγαγε κατασκοπευτική αποστολή, συλλέγοντας πληροφορίες για την εξουδετέρωση της συριακής αεράμυνας εν όψει πιθανής, μελλοντικής επέμβασης του ΝΑΤΟ εναντίον του καθεστώτος Ασαντ.



Η τουρκική κυβέρνηση ισχυρίστηκε ότι το F-4 παραβίασε «κατά λάθος» τη συριακή επικράτεια και ότι εκτελούσε ειρηνική αποστολή, στο πλαίσιο δοκιμών των τουρκικών ραντάρ. Πρόκειται για γελοία δικαιολογία. Αν επρόκειτο για μια τόσο αθώα αποστολή, γιατί οι πασάδες της Αεροπορίας έστειλαν τους δύο πιλότους τους σε μια άκρως φορτισμένη περιοχή όπως τα σύνορα με τη Συρία, μια χώρα με την οποία η Τουρκία βρίσκεται σε κατάσταση ακήρυκτου πολέμου χαμηλής έντασης; Γιατί, βέβαια, οι πάντες γνωρίζουν ότι η Αγκυρα επιδιώκει την ανατροπή του καθεστώτος Ασαντ, φιλοξενεί στο έδαφός της την ηγεσία του Ελεύθερου Συριακού Στρατού (FSA), δηλαδή των ενόπλων αντικαθεστωτικών που πολεμούν τον κυβερνητικό στρατό, και πιέζει, στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ και του ΟΗΕ, για το άνοιγμα «διαδρόμου ανθρωπιστικής βοήθειας», κάτι που θα αποτελούσε το πρελούδιο μιας ανοιχτής επέμβασης της Δύσης.

«Καταιγίδα της Μεσογείου»

Να συμπεράνουμε, επομένως, ότι επίκειται μια νέα «Καταιγίδα της Μεσογείου», κατά το πρότυπο της Λιβύης; Οχι αναγκαστικά και πάντως όχι πολύ γρήγορα. Παρότι το ΝΑΤΟ κάλυψε απολύτως την Τουρκία, δεν έκανε την παραμικρή νύξη για ανοιχτή επέμβαση, ενδεχόμενο το οποίο σημαντικά μέλη της Συμμαχίας (Γερμανία, Ολλανδία κ.ά.) αποκλείουν κατηγορηματικά. Εξ άλλου, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί ότι ο Μπαράκ Ομπάμα θα διακινδύνευε μια παρόμοια περιπέτεια προ των προεδρικών εκλογών του Νοεμβρίου - άλλωστε, η ρωσικής τεχνολογίας αεράμυνα της Συρίας αποδείχθηκε στην πράξη αποτελεσματική. Αλλά ούτε και η Τουρκία έθεσε παρόμοιο ζήτημα στην έκτακτη ΝΑΤΟϊκή σύναξη της Τρίτης, διαφορετικά θα επικαλούνταν το πολύ ισχυρότερο άρθρο 5 της Συμμαχίας περί συλλογικής άμυνας.

Τούτων δοθέντων, το πιθανότερο είναι ότι ΝΑΤΟ και Τουρκία θα χρησιμοποιήσουν το επεισόδιο της 22ας Ιουνίου για να κλιμακώσουν την πίεση προς το καθεστώς Ασαντ χωρίς να προσφύγουν, επί του παρόντος, σε ανοιχτή στρατιωτική επέμβαση μεγάλης κλίμακας. Γιατί η υπόγεια ανάμειξή τους βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη. Στις 21 Ιουνίου, πρωτοσέλιδο ρεπορτάζ των New York Times αποκάλυψε ότι κλιμάκιο της CIA, το οποίο έχει εγκατασταθεί στη νότια Τουρκία, εκπαιδεύει και εφοδιάζει τους Σύρους αντικαθεστωτικούς με όπλα και πληροφορίες για τη διάταξη του κυβερνητικού στρατού, στρατολογεί πράκτορες και οργανώνει συστήματα επικοινωνιών της αντιπολίτευσης. Τέσσερις ημέρες αργότερα, η ίδια εφημερίδα αποκάλυψε ότι οι Σύροι αντικαθεστωτικοί αντάρτες που έχουν εγκατασταθεί στα νότια σύνορα της Τουρκίας εισπράττουν ήδη μηνιαίο μισθό της τάξης των 200 δολαρίων - μεγαλύτεροι είναι οι μισθοί των αξιωματικών και των οικογενειών των θυμάτων πολέμου.

Αλλαγή δεδομένων

Επί 16 μήνες, το καθεστώς του Μπασάρ Ασαντ κατάφερε να περιορίσει την εξέγερση μεγάλης μερίδας των σουνιτών μουσουλμάνων συσπειρώνοντας γύρω του χριστιανούς, Αλεβίτες και άλλες μειονότητες, εξασφαλίζοντας τη νομιμοφροσύνη του εθνικού στρατού και την ευμενή ουδετερότητα της σουνιτικής αστικής τάξης, χάρη στην οποία οι δύο μεγαλύτερες πόλεις, Χαλέπι και Δαμασκός, έμειναν σε μεγάλο βαθμό έξω από τον κύκλο της εξέγερσης. Ωστόσο, η συντονισμένη παρέμβαση Αμερικής, Τουρκίας, Σαουδικής Αραβίας και Κατάρ αλλάζει βαθμιαία τα δεδομένα. Ο FSA αρχίζει να αποκτά μια κάποια συνοχή, θέτοντας υπό τον έλεγχό του αραιοκατοικημένες αγροτικές περιοχές στο βόρειο τμήμα της χώρας και επεκτείνοντας τις επιχειρήσεις του ακόμη και σε προάστια της Δαμασκού. Παράλληλα, αρχίζουν να εμφανίζονται ρήγματα στους κόλπους του κυβερνητικού στρατού, όπως έδειξαν οι πρόσφατες λιποταξίες υψηλόβαθμων αξιωματικών και ενός πιλότου της πολεμικής αεροπορίας - του πιο πιστού στον πρόεδρο Ασαντ στρατιωτικού σώματος, από τις τάξεις του οποίου αναδείχθηκε και ο πατέρας του, ιδρυτής του μπααθικού καθεστώτος.

Παραμένει ωστόσο εξαιρετικά αμφίβολο αν η αυξανόμενη πίεση είναι σε θέση να οδηγήσει σε κατάρρευση ένα καθεστώς που διατηρεί ακόμη εσωτερική νομιμοποίηση σε σημαντική μερίδα του πληθυσμού, αλλά και ισχυρή εξωτερική στήριξη - από τη Ρωσία, η οποία διατηρεί στη Συρία τη μόνη ναυτική βάση στις θερμές θάλασσες του Νότου και από το Ιράν. Το πιθανότερο είναι ότι η εντεινόμενη ξένη επέμβαση θα έχει αποτέλεσμα την κλιμάκωση της συριακής τραγωδίας σε ανοιχτό, γενικευμένο, εξαιρετικά αιματηρό εμφύλιο πόλεμο. Σε μια τέτοια περίπτωση, είναι πολύ πιθανό να ενεργοποιηθεί το «σχέδιο Β», για μια πολυεθνική επέμβαση τύπου Βοσνίας, όπου το ΝΑΤΟ θα αναλάβει τον εναέριο έλεγχο και η Τουρκία, μαζί με αραβικές χώρες, την επέμβαση χερσαίων δυνάμεων. Δεν αποκλείεται το επεισόδιο της 22ας Ιουνίου να αποτελούσε το πρώτο μαύρο σύννεφο μιας παρόμοιας, μελλοντικής, καταιγίδας.


ΤΟ «ΜΕΓΑΛΟ ΡΟΚΕ» ΗΠΑ ΚΑΙ ΡΩΣΙΑΣ

Την ώρα που το ΝΑΤΟ συνεδρίαζε στις Βρυξέλλες, προετοιμάζοντας τις επόμενες κινήσεις εναντίον της Συρίας, ο Βλαντιμίρ Πούτιν επισκεπτόταν το Ισραήλ. Επισήμως, σκοπός του Ρώσου προέδρου ήταν να τιμήσει την ανέγερση, στην πόλη Νετάνια, μνημείου για τη νίκη του Κόκκινου Στρατού επί της ναζιστικής Γερμανίας. Στο πολιτικό επίπεδο, όμως, οι συνομιλίες του Πούτιν με τον Ισραηλινό ομόλογό του Σιμόν Πέρες και τον πρωθυπουργό Μπέντζαμιν Νετανιάχου επικεντρώθηκαν στη συριακή κρίση και στο ιρανικό.

Σε πρώτη ματιά, οι θέσεις των δύο πλευρών εμφανίζονται διαμετρικά αντίθετες. Λίγες μέρες νωρίτερα, το Ισραήλ είχε καλέσει τη διεθνή κοινότητα ανοιχτά να επέμβει για την ανατροπή του Ασαντ, ενώ η Ρωσία, ο κυριότερος σύμμαχος της Συρίας, εμποδίζει κάθε παρόμοια απόφαση στο Συμβούλιο Ασφαλείας. Μια πιο προσεκτική θεώρηση των πραγμάτων αποκαλύπτει, ωστόσο, πολύ περισσότερες συγκλίσεις από ό,τι γενικά πιστεύεται.

Παρότι το Ισραήλ στηρίζεται αποφασιστικά στην αμερικανική προστασία, δεν βλέπει με καλό μάτι την υποστήριξη του Ομπάμα στην Αραβική Ανοιξη, που άνοιξε τον ασκό του Αιόλου, φέρνοντας απρόβλεπτους ισλαμιστές στη θέση των προβλέψιμων απολυταρχικών καθεστώτων. Οσο απίστευτο κι αν φαίνεται, ο Βλαντιμίρ Πούτιν είναι πολύ περισσότερο δημοφιλής από τον Μπαράκ Ομπάμα στην ισραηλινή κοινωνία – και όχι μόνο λόγω του ενός εκατομμυρίου Ρωσοεβραίων που έχουν εγκατασταθεί στο Ισραήλ, δημιουργώντας έναν πολύ σημαντικό οικονομικό και πολιτιστικό δεσμό μεταξύ των δύο χωρών.

Εχοντας υποφέρει στο μαλακό της υπογάστριο, τον Καύκασο, από τον ισλαμικό εξτρεμισμό, η Ρωσία συμμερίζεται πολύ περισσότερο από τις ΗΠΑ τις ισραηλινές ανησυχίες για τον ρόλο των Αδελφών Μουσουλμάνων – σήμερα στην Αίγυπτο, αύριο ίσως στη Συρία. Σύμφωνα με την ισραηλινή εφημερίδα Haaretz, ο Πούτιν δήλωσε στους Ισραηλινούς ηγέτες ότι δεν έχει κάποια αμετακίνητη δέσμευση έναντι του Ασαντ, ωστόσο «πρέπει να σκεφτεί κανείς πολύ προσεκτικά αν η αντιπολίτευση που θα τον διαδεχθεί θα είναι του τύπου που θα επιθυμούσε η Δύση ή μήπως καταλήξει να είναι κάτι σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση».

Συναίνεση Μόσχας

Υπό αυτό το πρίσμα, η πρόταση των Ισραηλινών για μια επέμβαση «τύπου Βοσνίας», με κάλυψη του ΟΗΕ, στη συριακή κρίση θα μπορούσε να εξασφαλίσει, κάποια στιγμή, τη συναίνεση ή τουλάχιστον την ανοχή της Ρωσίας. Αν η Μόσχα δει ότι ο Ασαντ είναι χαμένος για χαμένος, δεν αποκλείεται να τον αδειάσει προκειμένου να έχει ρόλο σε μια ενδεχόμενη διεθνή, ειρηνευτική διάσκεψη, εξασφαλίζοντας π.χ. τη συνέχιση της στρατιωτικής της παρουσίας και των παραδοσιακών της σχέσεων και με το νέο καθεστώς. Αλλωστε, η πρόσφατη επικράτηση του φιλορώσου εθνικιστή Νίκολιτς στη Σερβία επιβεβαίωσε την ανθεκτικότητα των παραδοσιακών σχέσεων, παρά τα πρόσκαιρα αποτελέσματα που δημιουργούν οι ΝΑΤΟϊκές βόμβες.


ΕΝΤΟΝΗ ΑΝΗΣΥΧΙΑ ΣΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΑΠΟ ΤΗ ΝΙΚΗ ΤΩΝ ΑΔΕΛΦΩΝ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΩΝ

Ξεπερνώντας τους αρχικούς δισταγμούς της, η ηγεσία του Ισραήλ πιέζει τώρα ανοιχτά για την απομάκρυνση του καθεστώτος Ασαντ το συντομότερο δυνατό, ευελπιστώντας ότι θα στερήσει τον υπ' αριθμόν ένα εξωτερικό εχθρό της, το Ιράν, από τον κυριότερο στρατιωτικό και πολιτικό του σύμμαχο. Ωστόσο, η επιλογή αυτή δεν είναι απαλλαγμένη από κινδύνους.

Την περασμένη Κυριακή, ο υποψήφιος των Αδελφών Μουσουλμάνων, Μοχάμεντ Μόρσι, ανακηρύχθηκε νικητής των πρώτων ελεύθερων προεδρικών εκλογών της Αιγύπτου. Παρότι οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι εμπνέονται από το μετριοπαθές πρότυπο του τουρκικού Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης, υπό τον Ταγίπ Ερντογάν, είναι βέβαιο ότι θα ακολουθήσουν πιο ανεξάρτητη έναντι της Δύσης και πιο διεκδικητική έναντι του Ισραήλ πολιτική από το καθεστώς Μουμπάρακ. Μεταξύ άλλων, έχουν ταχθεί υπέρ της αποκατάστασης πλήρων διπλωματικών σχέσεων με την Τεχεράνη και της αναθεώρησης της συνθήκης του Καμπ Ντέιβιντ που συνομολογήθηκε το 1979 με το Ισραήλ. Το ενδεχόμενο να βρεθεί το Ισραήλ συμπιεσμένο ανάμεσα στη σουνιτική Αίγυπτο και στο σιιτικό Ιράν θέτει μεγάλα διλήμματα ενώπιον της πολιτικής ηγεσίας του. Πολύ περισσότερο που σε όλες τις χώρες της λεγόμενης Αραβικής Ανοιξης, από την Τυνησία και τη Λιβύη, μέχρι την Αίγυπτο και τη Συρία, ο ισλαμικός παράγοντας αναδεικνύεται σε ηγεμονική δύναμη. Και αν μέχρι σήμερα εκπροσωπείται κατά κανόνα από σχετικά μετριοπαθή στοιχεία, ουδείς μπορεί να αισθάνεται βέβαιος ότι οι πιο ριζοσπαστικές τάσεις δεν θα επικρατήσουν αύριο. Για την ώρα, η ισλαμική Χαμάς στην παλαιστινιακή Λωρίδα της Γάζας έχει κάθε λόγο να αισθάνεται ικανοποιημένη και το Ισραήλ να φοβάται ότι ο χρόνος κυλάει εις βάρος του.


ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ: ΤΑΓΙΠ ΕΡΝΤΟΓΑΝ

Παιχνίδια υψηλού ρίσκου

Οι πολεμικές κρίσεις δημιουργούν προσωρινή συσπείρωση γύρω από την πολιτική ηγεσία και αν δεν καταλήξουν σε ήττα μπορεί να εδραιώσουν τη θέση της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, ένας πολιτικός τολμηρός, αλλά όχι τυχοδιώκτης, έχει προφανείς λόγους να αισθάνεται αυτοπεποίθηση. Ο τουρκικός στρατός, ο δεύτερος σε μέγεθος στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, μάλλον δεν θα είχε πρόβλημα να επιβληθεί έναντι των συριακών ενόπλων δυνάμεων, με δεδομένη την ισχυρότατη υποστήριξη των ΗΠΑ και των συμμάχων τους. Ωστόσο, ο πόλεμος θα ήταν πολύ απλή υπόθεση αν κρινόταν μόνο από τον συσχετισμό των εξοπλισμών.

Μόνιμη αχίλλειος πτέρνα της Τουρκίας, το κουρδικό πρόβλημα αρχίζει ήδη να υποτροπιάζει, καταδεικνύοντας τους κινδύνους που εγκυμονεί ο μεγαλοϊδεατισμός του Ερντογάν στη Μέση Ανατολή. Το 1998, η Αγκυρα είχε στείλει τεθωρακισμένα στα σύνορα με την Τουρκία πιέζοντας την Αγκυρα να απελάσει τον ηγέτη της ένοπλης κουρδικής οργάνωσης ΡΚΚ, Αμπντουλά Οτσαλάν, που ζούσε τότε στη Δαμασκό. Η συνθηκολόγηση της Συρίας και η θεαματική βελτίωση των διμερών σχέσεων μετά την άνοδο του Ερντογάν μείωσαν σημαντικά τις εντάσεις στο κουρδικό. Ωστόσο, η μεταστροφή της Τουρκίας εναντίον του Ασαντ είχε το αναμενόμενο τίμημα.

Οι συγκρούσεις μεταξύ του ανασυγκροτημέου ΡΚΚ και των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων στη νοτιοανατολική Τουρκία πολλαπλασιάστηκαν τον τελευταίο χρόνο, ενώ η παράνομη κουρδική οργάνωση επανήλθε σε βομβιστικές επιθέσεις και σε άλλες περιοχές της χώρας, συμπεριλαμβανομένης της Κωνσταντινούπολης. Πρόσφατα, ο Τούρκος υπουργός Εσωτερικών Ναΐμ Σαχίν κατηγόρησε τη Δαμασκό ότι «κάνει τα στραβά μάτια», επιτρέποντας στο ΡΚΚ να καταλάβει ολόκληρα συριακά χωριά στο βόρειο τμήμα της χώρας και να τα χρησιμοποιεί ως ορμητήρια εναντίον της Τουρκίας. Δεν είναι βέβαιο αν η εξέλιξη αυτή αποτελεί ηθελημένο στρατήγημα του καθεστώτος Ασαντ ή υποπροϊόν των κενών εξουσίας που δημιουργεί ο έρπων εμφύλιος πόλεμος. Γεγονός είναι ότι η Δαμασκός δεν μπήκε καν στον κόπο να διαψεύσει τις σχετικές καταγγελίες.

Ο δεύτερος κίνδυνος για τον Ερντογάν προέρχεται από το εσωτερικό μέτωπο. Νωπές είναι ακόμη οι αναμνήσεις από την υπόθεση «Βαριοπούλα», που συγκλόνισε την τουρκική πολιτική ζωή: Πρόκειται για το συνωμοτικό σχέδιο ανώτατων στελεχών του στρατού, που προέβλεπε να εξωθηθεί η Ελλάδα να καταρρίψει τουρκικό αεροπλάνο, να φτάσουν οι δύο χώρες στο χείλος της πολεμικής αναμέτρησης, να αποδυναμωθεί η κυβέρνηση Ερντογάν και να δοθεί η δυνατότητα στον στρατό να την ανατρέψει. Μήπως μια νέα «Βαριοπούλα» θα μπορούσε να κυοφορηθεί, με τη Συρία αυτή τη φορά στη θέση της Ελλάδας; Θα ήταν τραγικό για τον Ταγίπ Ερντογάν να προκαλέσει απερίσκεπτα τη μοίρα του, ακριβώς τη στιγμή που μοιάζει να έχει τιθασεύσει οριστικά τη δύναμη του κεμαλικού, στρατιωτικού κατεστημένου...

*Δημοσιεύθηκε στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ την Κυριακή 1/7/2012