Παρασκευή 26 Ιουλίου 2019

Ηλέ­κτρα Απο­στό­λου: Από την άνετη ζωή στην υπέρ­τα­τη θυσία για το λαό και την πα­τρί­δα


Σαν σή­με­ρα 26 Ιου­λί­ου 1944 βρί­σκε­ται πε­τα­μέ­νο στους δρό­μους της Αθή­νας ένα γυ­ναι­κείο σώμα πα­ρα­μορ­φω­μέ­νο και μι­σο­κα­μέ­νο: Ηταν το πτώμα της Ηλέ­κτρας Απο­στό­λου. Την είχε συλ­λά­βει η Ει­δι­κή Ασφά­λεια και την οδή­γη­σε στο άντρο της οδού Ελ­πί­δας. Εκεί την υπέ­βα­λαν σε φρι­κτά βα­σα­νι­στή­ρια για να της απο­σπά­σουν μυ­στι­κά για την ορ­γά­νω­ση της Αντί­στα­σης και το μη­χα­νι­σμό του ΚΚΕ, αφού η Ηλέ­κτρα ήταν μέλος της Επι­τρο­πής Πόλης της Κομ­μα­τι­κής Ορ­γά­νω­σης Αθή­νας του Κόμ­μα­τος.

Τη δράση και το φρι­κτό τέλος της Ηλέ­κτρας Απο­στό­λου πε­ρι­γρά­φει η Μέλπω Αξιώ­τη σε κεί­με­νό της στο πε­ριο­δι­κό «Ελ­λη­νι­κή Αρι­στε­ρά, Μη­νιαία Πο­λι­τι­κή Επι­θε­ώ­ρη­ση» (8-9/1965), τα σχε­τι­κά απο­σπά­σμα­τα του οποί­ου δη­μο­σιεύ­ου­με. Επί­σης, ανα­δη­μο­σιεύ­μου τη σχε­τι­κή ανα­φο­ρά της Αλέ­κας Πα­πα­ρή­γα για τη στάση της Ηλέ­κτρας Απο­στό­λου στα βα­σα­νι­στή­ρια, όπως τη δι­η­γή­θη­κε ΕΑ­Μί­της αστυ­φύ­λα­κας που ήταν παρών.
Η αφή­γη­ση της έλπως Αξιώ­τη

«Στα 1925, τότε που το ΚΚΕ έμπαι­νε μέσα σο στίβο της εθνι­κής ζωής κι άρ­χι­ζε τη με­γά­λη πο­ρεία του, μια μέρα σ’ έναν κε­ντρι­κό δρόμο της Αθή­νας στε­κό­ταν ένα κο­ρι­τσά­κι με δυο μαύ­ρες κο­τσι­δού­λες κι ένα κο­λα­ρι­στό άσπρο φου­στα­νά­κι κι έρι­χνε κρυ­φέ­ας μα­τιές τρι­γύ­ρω. ‘’Βρε τι κά­νεις εδώ;’’ Της λέει κά­ποιος γνω­στός που περνά και που ήξερε καλά την οι­κο­γέ­νεια. ‘’Σουτ, ου γνέ­φει η μικρή, μην πεις τί­πο­τα στο σπίτι. Μοι­ρά­ζω προ­κη­ρύ­ξει­ς’’. Που χώ­ρι­ζαν την κοι­νω­νία στα δύο

Από τότε αρ­χί­ζει η πο­λι­τι­κή δράση της Ηλέ­κτρας Απο­στό­λου. Ήταν τότε 13 χρο­νών. Κα­τα­γό­ταν από αστι­κή οι­κο­γέ­νεια. Μα από μικρό παιδί είχε προ­σέ­ξει τη φτώ­χεια και την αδι­κία που υπάρ­χει στον κόσμο και το μυαλό της άρ­χι­σε να ψά­χνει για να κα­τα­λά­βει τι αι­τί­ες που χώ­ρι­ζαν την κοι­νω­νία στα δύο και τον τρόπο για να λεί­ψουν αυτές οι αδι­κί­ες.

Εκεί­νον τον καιρό πή­γαι­νε στη Γερ­μα­νι­κή Σχολή της Αθή­νας και εκεί πρω­τορ­γα­νώ­νει ερά­νους για τους πο­λι­τι­κούς εξο­ρί­στους που βρί­σκο­νται στα ξε­ρο­νή­σια. Τον ίδιο χρόνο γί­νε­ται μέλος της Κομ­μου­νι­στι­κής Νε­ο­λαί­ας και αρ­γό­τε­ρα στέ­λε­χός της. Ήταν η πιο μικρή στα χρό­νια Ελ­λη­νί­δα αγω­νί­στρια.

Στα 1931 μπαί­νει στο Κομ­μου­νι­στι­κό Κόμμα Ελ­λά­δας. Από τότε η δράση της πλα­ταί­νει, πε­ριο­δεύ­ει σ’ επαρ­χια­κά κέ­ντρα, ξε­ση­κώ­νει τις γυ­ναί­κες, ορ­γα­νώ­νει γυ­ναι­κεί­ες συ­γκε­ντρώ­σεις ενά­ντια στο φα­σι­σμό που ση­κώ­νει πα­ντού κε­φά­λι. Παίρ­νει μέρος σσε διε­θνή συ­νέ­δρια­και στην ορ­γά­νω­ση του αντι­φα­σι­στι­κού συ­νε­δρί­ου το 1936 στην Αθήνα. Σ’ όλες αυτές τις εκ­δη­λώ­σεις κά­νουν με­γά­λη εντύ­πω­ση οι λόγοι της, οι επεμ­βά­σεις, το τόσο ώριμο ήδη πο­λι­τι­κό της κρι­τή­ριο.

Με τη δι­κτα­το­ρία του Με­τα­ξά κλεί­νε­ται στις φυ­λα­κές Αβέ­ρωφ. Εκεί περνά το με­γά­λο εκεί­νο σκο­λειό που είναι η φυ­λα­κή για τους συ­νει­δη­τούς πο­λι­τι­κούς κρα­τού­με­νους, αλλά ταυ­τό­χρο­να βάζει εκεί μέσα και τη δική της προ­σω­πι­κή σφρα­γί­δα. Ορ­γα­νώ­νει όλες τις γυ­ναί­εκς, τις δια­παι­δα­γω­γεί, τις ανε­βά­ζει πο­λι­τι­κά, με το λόγο και το πα­ρά­δειγ­μά της, μα­θαί­νει γράμ­μα­τα στις αναλ­φά­βη­τες, τους κάνει μα­θή­μα­τα μου­σι­κής, τους δια­βά­ζει από τα γερ­μα­νι­κά ποι­ή­μα­τα του Γκαί­τε, βγά­ζει μέσα στη φυ­λα­κή την εφη­με­ρί­δα ‘’Κοκ­κι­νο­πί­πε­ρο­’’. Μες στο κελί της υπάρ­χει πάντα ένα μπου­κε­τά­κι λου­λού­δια σ΄λένα ντε­νε­κε­δά­κι της κον­σέρ­βας.

Απο­φυ­λα­κί­ζε­ται στα 1938 και δου­λεύ­ει ένα χρόνο στη Θεσ­σα­λο­νί­κη. Ξα­να­πιά­νε­ται ετοι­μό­γεν­νη, γεννά κρα­τού­με­νη σ’ ένα νο­σο­κο­μείο, και 7 ημε­ρών λε­χώ­να στέλ­νε­ται με το μωρό της εξο­ρία στην Ανάφη. Η καρ­διά της περνά τότε όλα τα μαρ­τύ­ρια που περ­νούν οι μα­νά­δες: πώς να θρέ­ψουν τα βρέφη, όταν συχνά ανα­γκά­ζο­νται να τα τα­ΐ­ζουν τσου­κνί­δες, πώς να τα σώ­σουν απ’ το θά­να­το όταν δεν έχουν το πα­ρα­μι­κρό φάρ­μα­κο.

Μα κι η ίδια είναι άρ­ρω­στη, έχει έλκος στο στο­μά­χι. Μ’ αυτήν την αφορ­μή κάνει αί­τη­ση και κα­τα­φέρ­νει να τη στεί­λουν για εγ­χεί­ρη­ση στην Αθήνα. Από κει έχε συ­νεν­νοη­θεί πώς θα προ­σπα­θή­σει να δρα­πε­τεύ­σει. Την πάνε συ­νο­δεία μαζί με το παιδί της στο τμήμα με­τα­γω­γών Αθή­νας, δίνει αμέ­σως το παιδί της σε φί­λους για να μπο­ρέ­σει να κι­νη­θεί πιο εύ­κο­λα κι ετοι­μά­ζε­ται. Με­ταμ­φιέ­ζε­ται σε κα­θα­ρί­στρια κι από τη δεύ­τε­ρη κιό­λας μέρα που της ανοί­γουν μια στιγ­μή το κελί κατά το βράδυ για να πάρει αέρα, ξε­γε­λά το σκοπό, τον κα­λη­νυ­χτί­ζει με με­γά­λη ψυ­χραι­μία, και βγαί­νει. Είναι Σε­πτέμ­βρης του 1942. Η Ελ­λά­δα βρί­σκε­ται κάτω απ’ τη μπότα του ξένου κα­τα­κτη­τή, το Κομ­μου­νι­στι­κό Κόμμα σε βαθιά πα­ρα­νο­μία, ο ελ­λη­νι­κός λαός ορ­γα­νώ­νει την αντί­στα­σή του. Η Ηλέ­κτρα βγαί­νει και αρ­χί­ζει να πα­λεύ­ει για το Κόμμα της δη­λα­δή για την Ελ­λά­δα (…) η Ηλέ­κτρα αρ­χί­ζει το υστερ­νό κε­φά­λαιο του βι­βλί­ου της ζωής της, που θα κλεί­σει σε λίγο με το με­γα­λείο του θα­νά­του της.

(…)

Κι η σκλα­βω­μέ­νη Αθήνα, τα’ από­με­ρα σο­κά­κια της και οι συ­νοι­κι­σμοί της, εί­χα­νε μάθε να περνά εκεί­νη η ψηλή κο­πέ­λα που είχε κάτι λυ­γε­ρά πόδια σαν τις κα­ρυά­τι­δες και στο πρό­σω­πο ριχτό ένα αρα­χνέ­νιο μα­ντί­λι, τά­χα­τες για τον ήλιο, ήταν για να ξε­γε­λά­σει το μόνο εχθρό που είχε η Ηλέ­κτρα, το χαφιέ.

Η Ηλέ­κτρα βά­δι­ζε και πή­γαι­νε απ τα Πα­τή­σια στην Καλ­λι­θέα, Απ’ του Ψυρρή στην Και­σα­ρια­νή, πεζή ώρες ατε­λεί­ω­τες γιατί ήτανε πα­ρά­νο­μη, σφίγ­γο­ντας το στο­μά­χι της που της πο­νού­σε πάντα. ‘’Και δεν μπορώ να κα­θί­σω μήτε σ΄ ένα πα­γκά­κι­’’ μας έλεγε.

Το 1944 η Ηλέ­κτρα ήταν μέλος του Γρα­φεί­ου της Κομ­μα­τι­κής Ορ­γά­νω­σης της Αθή­νας, υπεύ­θυ­νη για τη δια­φώ­τι­ση. Πάνω σ’ αυτό το τι­μη­μέ­νο τα­μπού­ρι τη δο­λο­φο­νή­σα­νε. Ήταν 32 χρο­νών.

(…)

Είχε βγει έξω εκεί­νη την ημέρα πρωί πρωί όπως έβγαι­νε πάντα. Στη δια­σταύ­ρω­ση των οδών Γ’ Σε­πτεμ­βρί­ου και Αγίου Με­λε­τί­ου τη συ­νά­ντη­σε ένας χα­φιές που ήταν παλιά βα­σα­νι­στής της. Τη γνώ­ρι­σε. Εκεί­νη ήταν ολο­μό­να­χη, βα­στού­σε ένα άδειο μπου­κά­λι και γύ­ρε­ψε να πα­λέ­ψει μ’ εκεί­νο ενά­ντια στο αφιέ. Περ­νού­σαν δυο Γερ­μα­νοί στρα­τιώ­τες, ο χα­φιές τους στα­μά­τη­σε για να του δώ­σουν βο­ή­θεια, μα εκεί­νοι δε στά­θη­καν. Ο χα­φιές φώ­να­ξε ένα ταξί που περ­νού­σε και την έβαλε μέσα. Είχε τύχει μια γνω­στή κο­πέ­λα να βγαί­νει εκεί­νη την ώρα από το σπίτι της, πα­ρα­κο­λού­θη­σε όλη τη φο­βε­ρή σκηνή κι ετσι μά­θα­με αμέ­σως τη σύλ­λη­ψη της Ηλέ­κτρας.

Ο χα­φιές την πήγε κα­τευ­θε­εί­αν λίγο πιο κάτω, στην οδό Ελπ΄΄ιδας όπου ήταν τότε ένα απ’ τα τρο­με­ρά κέ­ντρα βα­σα­νι­στη­ρί­ων της ασφά­λειας. Βα­σα­νί­στη­κε προ­σω­πι­κά απ’ τους τρεις πιο απάν­θρω­πους βα­σα­νι­στές εκεί­νης της επο­χής: τον Λά­μπρου, τον κα­θρέ­φτη και τον Μόρφη» (…)

Ως το πρωί της άλλη μέρας την είχαν απο­τε­λειώ­σει με βα­σα­νι­στή­ρια. Και την πέ­τα­ξαν στο δρόμο. Το αυ­το­κί­νη­το του Δήμου που μά­ζευε τότε τα πτώ­μα­τα την πήγε στο νε­κρο­το­μείο.

Η επί­ση­μη ια­τρο­δι­κα­στι­κή έκ­θε­ση και η φω­το­γρα­φία του νε­κρού κα­τα­κρε­ουρ­γη­μέ­νου σώ­μα­τος που κα­τα­φέ­ρα­με τότε να πά­ρου­με στα χέρια μας, είναι ένα απί­στευ­το ανα­τρι­χια­στι­κό ντο­κου­μέ­ντο που δη­μο­σιεύ­τη­κε ύστε­ρα απ’ την απε­λευ­θέ­ρω­ση. Η Ηλέ­κτρα κρε­μά­στη­κε ανά­πο­δα με χο­ντρά σύρ­μα­τα που της αυ­λά­κω­σαν βαθιά το στή­θος, όλο το κάτω μέρος του κορ­μιού κάηκε μ’ αναμ­μέ­να τσι­γά­ρα καθώς επί­σης κά­η­καν και τα γεν­νη­τι­κά όρ­γα­να, οι κρό­τα­φοι και το στο­μά­χοι χτυ­πή­θη­καν με σι­δε­ρέ­νια ερ­γα­λεία που προ­κά­λε­σαν αι­μά­τω­μα και φέ­ρα­νε το θά­να­το. ‘’Ο στό­μα­χος πε­ριεί­χε άρτον και το­μά­τα­ν’’. Μ’ αυτή τη φράση τε­λειώ­νει η ια­τρο­δι­κα­στι­κή έκ­θε­ση (…)».
Από την ομι­λία της Αλέ­κας Πα­πα­ρή­γα

Οταν ανα­φε­ρό­μα­στε στην Ηλέ­κτρα είναι φυ­σι­κό να θυ­μό­μα­στε αυτό που πολ­λές φορές, κάθε χρόνο, ακού­με ή έχου­με δια­βά­σει: Τις απα­ντή­σεις της, κατά τη διάρ­κεια της ανά­κρι­σης και των βα­σα­νι­στη­ρί­ων στο γρα­φείο – κά­τερ­γο του Ελ­λη­να Λά­μπου, με τη στολή του υπο­στρά­τη­γου της Χω­ρο­φυ­λα­κής, που πε­ρι­στοι­χι­ζό­ταν από τις τρεις αξιω­μα­τι­κούς της Γκε­στά­πο, και μια ομάδα από Ελ­λη­νες δή­μιους με βούρ­δου­λες και συρ­μα­τό­σχοι­να.

Ερω­τή­σεις και απα­ντή­σεις που είναι αυ­θε­ντι­κές, αλη­θι­νές, σύμ­φω­να με την αδιά­ψευ­στη μαρ­τυ­ρία νε­α­ρού αξιω­μα­τι­κού, γρα­φιά της Χω­ρο­φυ­λα­κής, που πα­ρα­κο­λου­θού­σε την ανά­κρι­ση και ανήκε στο ΕΑΜ. Δεν μπο­ρού­σε όμως να βοη­θή­σει την Ηλέ­κτρα , γιατί ο ρόλος του ήταν να βλέ­πει και να μαρ­τυ­ρά τι γί­νε­ται μέσα σε αυτά τα άντρα.

Στο ερώ­τη­μα «Πώς σε λένε;», «Ελ­λη­νί­δα» απα­ντά­ει η Ηλέ­κτρα . «Πού κα­τοι­κείς;», «Στην Ελ­λά­δα», απα­ντά­ει τολ­μη­ρά. «Ποιοι είναι οι συ­νερ­γά­τες σας;», «Οι Ελ­λη­νες», απα­ντά­ει. «Από ποιον έπαιρ­νες οδη­γί­ες;», «Από την πα­τρί­δα», απα­ντά­ει πάλι.

Οι απα­ντή­σεις της δεί­χνουν ότι ο φόβος μπρο­στά στο θά­να­το ήταν πολύ αδύ­να­μος έως και ανύ­παρ­κτος, σε σύ­γκρι­ση με τον υπαρ­κτό, πραγ­μα­τι­κό φόβο της υπο­χώ­ρη­σης, της εγκα­τά­λει­ψης του αγώνα.

Το πιο σπου­δαίο όμως και θαυ­μα­στό έρ­χε­ται με­ρι­κές ώρες μετά τη σύλ­λη­ψή της, όταν οι βα­σα­νι­στές της την αφή­νουν μι­σο­πε­θα­μέ­νη στο δω­μά­τιο του βα­σα­νι­στη­ρί­ου, χωρίς φρου­ρό να την φυ­λά­ει, αφού την έχουν ξε­γραμ­μέ­νη: Η Ηλέ­κτρα δρα­σκέ­λι­σε το πα­ρά­θυ­ρο και πή­δη­σε στο δι­πλα­νό σπίτι. Απο­δεί­χτη­κε για μια ακόμα φορά άτυχη, καθώς η Ελ­λη­νί­δα ιδιο­κτή­τρια του σπι­τιού ήταν συ­νερ­γά­της της Γκε­στά­πο, ει­δο­ποί­η­σε και έτσι συλ­λαμ­βά­νε­ται. Δεν είναι συ­νη­θι­σμέ­νος ηρω­ι­σμός, δεν πρό­κει­ται απλά για μια στάση ανυ­πο­χώ­ρη­τη. Είναι κάτι πα­ρα­πά­νω, είναι η επι­λο­γή «δεν πα­ρα­δί­νο­μαι».

https://atexnos.gr/%CE%B7%CE%BB%CE%AD%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CF%83%CF%84%CF%8C%CE%BB%CE%BF%CF%85-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%AC%CE%BD%CE%B5%CF%84%CE%B7-%CE%B6%CF%89%CE%AE-%CF%83%CF%84/




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου