Τετάρτη 25 Μαρτίου 2020

Ανώνυμος ο Έλλην - Ελληνική Νομαρχία

Ο, παρά τις συστηματικές προσπάθειες της ιστορικής και φιλολογικής έρευνας, άγνωστος συγγραφέας του επαναστατικού και αντι-τυραννικού κειμένου «Ελληνική Νομαρχία».

Το εθνεγερτικό κείμενο «Ελληνική Νομαρχία Ήτοι Λόγος Περί Ελευθερίας» συντάχθηκε και κυκλοφόρησε σε 266 σελίδες 16ου σχήματος (13,7 Χ 9,9 εκατοστά) στην Ιταλία (ίσως στο Λιβόρνο ή την Μπολώνια ή την Παβία) το έτος 1806, με στόχο την εθνική αφύπνιση των Ελλήνων και αντίτυπά του διοχετεύθηκαν κρυφά στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα. Το πρώτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στον μόλις προ 8ετίας μαρτυρήσαντα Ρήγα Φεραίο Βελεστινλή (1757 - 1798), εξυμνεί την «ιερά Ελευθερία» με επίκληση των αρχαίων προγονικών ψυχών («Εσείς, ω αθάνατοι ψυχαί των ελευθέρων προγόνων μου! ενδυναμώσατε τώρα τον ζήλον μου με τα ηρωικά σας εντάλματα, δια να εκφράσω καθώς πρέπει τα της ελευθερίας κάλλη εις τους απογόνους σας») και καταγγέλλει την τυραννία, την πολύμορφη εξαθλίωση των υπόδουλων Ελλήνων, την κοινωνική ανισότητα, τους προύχοντες και την Εκκλησία. Στην αφιέρωση προς τον Ρήγα, ο Έλλην Ανώνυμος, που παρουσιάζεται ως συνεχιστής του εθνεγερτικού έργου, χρησιμοποιεί τον στίχο του Βιργιλίου «exoriare aliquis nostris ex ossibus ultor», τον οποίο μεταφράζει «αναφανήναι τις εκ των οστέων ημών έκδικος», δηλαδή «και ας αναφανεί κάποιος εκδικητής μέσα από τα οστά μας».

Η «Νομαρχία» όχι μόνον απέρριπτε τον καλλιεργούμενο μύθο, κυρίως από τους ρωσόδουλους, ότι η απελευθέρωση θα μπορούσε να γίνει από κάποια ξένη δύναμη, αλλά και κατήγγειλε την αμάθεια των υπόδουλων που οδηγούσε στην αποδοχή του πολλαπλού (όχι μόνον οθωμανικού) ζυγού: «Η αμάθεια μοιραία οδηγεί στην αυτοδουλεία. Μόνον εάν είσαι εραστής της αλήθειας μπορείς να γίνεις πραγματικά ελεύθερος». Πρωτίστως όμως κατήγγειλε ως κοινωνικά και πολιτικά στηρίγματα της κεντρικής οθωμανικής εξουσίας, τους ρωμιούς «προεστούς» και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Ως εκ τούτου, το κείμενο έμεινε ανέκδοτο και ηθελημένα «ξεχασμένο» επί πολλές δεκαετίες μετά το 1821, αφού η σαθρή «ελληνοχριστιανική» μυθοπλασία που το υπόδουλο στην Ορθόδοξη Εκκλησία νεοελληνικό κράτος είχε υιοθετήσει ως αποκλειστική ιδεολογική βάση του, θα γελοιοποιείτο από το ιστορικά αληθές και ριζοσπαστικό περιεχόμενο της «Νομαρχίας».



Οι λίγοι σοβαροί ερευνητές του δεύτερου ημίσεως του 19ου αιώνα (Σάθας, Παπαδόπουλος – Βρεττός, Λάμπρου), που βεβαίως απέφευγαν να ενοχλήσουν την ορθόδοξη θεοκρατία, περιόρισαν το ενδιαφέρον τους στην αναζήτηση της ταυτότητος του Έλληνος Ανωνύμου και ουδείς αποτόλμησε να δημοσιεύσει το κείμενο, ώστε να καταστεί αυτό διαθέσιμο στο ευρύ κοινό. Την αυτή πεπατημένη ακολούθησε στις αρχές του 20ου αιώνα και ο Ν. Βέης, ενώ ο Κορδάτος έκανε το 1925 μία ιδεολογικοποιημένη χρήση του στην «Νεοελληνική Πολιτική Ιστορία» του («είναι ένας φιλιππικός ενάντια στη ρωμέϊκη φεουδαρχία»). Η πρώτη και πρόχειρη έκδοση της «Νομαρχίας» έγινε, με εισαγωγή και σχόλια, το 1948 από τον Ν. Β. Τωμαδάκη και ακολούθησε η πλησιέστερη στο πνεύμα του Έλληνος Ανωνύμου έκδοση του Γεωργίου Βαλέτα (1949 και 1957).

Το ίδιο το κείμενο μαρτυρεί πως ο Έλλην Ανώνυμος είχε καλή γνώση της αρχαιοελληνικής γραμματείας (ιδίως των Αριστοτέλη, Πλουτάρχου, Ξενοφώντος και Πολυβίου) αλλά από γαλλική ή ιταλική μετάφραση, καθώς και των έργων του ευρωπαϊκού «Διαφωτισμού», γνώριζε την ιταλική και την γαλλική γλώσσα, ήταν ορθογραφικά μέτριος, έθρεφε θαυμασμό προς τον Ρήγα και είχε εικόνα των υποτούρκων Ιωαννίνων και της Αυλής του Αλή Πασά. Οι έως τώρα εικασίες για την πραγματική ταυτότητά του, περιορίζονται στην αναζήτηση γνωστών ονομάτων αγωνιστών που ήσαν εκείνη την εποχή στην Ιταλία, όπως λ.χ. Σπυρίδων Σπάχος, Ιωάννης Κωλέττης, Αθανάσιος Ψαλίδας, Γεώργιος Καλλαράς, Γεώργιος Γεννάδιος, Δημήτριος Γκουζέλης, Κωνσταντίνος Οικονόμος, Ιωάννης Δονάς, Διονύσιος Ταγιαπέρας, Χριστόφορος Περραιβός, κ.ά, ακόμα και ο Κοραής! Λίγοι όμως έως τώρα, ανάμεσα τους και ο Βαλέτας που κάνει λόγο για έργο «εταιριστικό», έχουν αναζητήσει την απάντηση στο ότι πρόκειται για συλλογικό έργο άσημων στελεχών επαναστατικής εθνικής αδελφότητος, καθώς μάλιστα εκείνη την εποχή η Ιταλία έβριθε τέτοιων αδελφοτήτων, κάποιες των οποίων τότε ακριβώς συγκρότησαν την λεγόμενη «Καρμποναρία» (οι πρώτες καρμποναρικές «βέντιτες» υπολογίζεται ότι ιδρύθηκαν στην νότια Ιταλία κατά το διάστημα 1806 - 1810). Λίγα άλλωστε χρόνια μετά, το 1810, συντάχθηκε, πάλι συλλογικά, το λεγόμενο «Σύνταγμα της Αυσονίας» («Le Pacte d’ Ausonie»), κείμενο που καθόριζε τις αρχές του ιδεατού ιακωβινο-καρμποναρικού μετεπαναστατικού εθνικού κράτους. Στην συλλογική προέλευση του κειμένου συνηγορεί και η ύπαρξη πληθώρας διπλογραφιών. Η χ λέξη που γράφεται ορθώς σε ένα σημείο του κειμένου, αλλού εμφανίζεται γραμμένη ανορθόγραφα. Αρκετοί όμως χαρακτηριστικοί όροι, δεν αποκλείουν την συμμετοχή στην συλλογική σύνταξη, του ηπειρώτη διαφωτιστή Αθ . Ψαλίδα (1767 - 1829). Αναφερόμενος, τέλος, στην «Νομαρχία» μέσα στο «Η Γαλλική Επανάσταση και η Ελλάδα. Ιδεολογικές απηχήσεις του γαλλικού 1789 στον ελληνικό και το βαλκανικό χώρο» (Αθήνα, 1989, σελ. 189), ο Τάκης Βουρνάς (1914 - 1990) έκανε λόγο για την «εκτέλεση μιας ιδεολογικής διαθήκης οργανωμένης ομάδας, από την οποία έλειπε ο αρχηγός της», υπονοώντας τον Ρήγα Βελεστινλή.

Στο κείμενό του, ο Έλλην Ανώνυμος καταγγέλλει την τυραννία της μοναρχίας («καταπατή την αρετήν και διώκη την δικαιοσύνην») και προτείνει ένα άλλο πολίτευμα, το οποίο αποφεύγει να αποκαλέσει «δημοκρατία», δεδομένου ότι εκείνη την εποχή σε πολλές χώρες, ακόμη και στην Γαλλία, η επίκληση της δημοκρατίας εξασφάλιζε αυτομάτως την κατηγορία του «τέκνου του Ροβεσπιέρου». Ο Έλλην Ανώνυμος επιλέγει λοιπόν τον όρο «Νομαρχία», ως πολίτευμα δηλαδή στο οποίο άρχει ο νόμος, κυριαρχεί η αρετή και η ευτυχία, και εξασφαλίζεται η «απόλυτος ομοιότης» (ισονομία) και η ελευθερία για όλα τα μέλη της πολιτείας, σε αντίθεση προς την μοναρχία, όπου ελεύθερος είναι μόνον ένας, και προς την ακυβερνησία, όπου ελεύθεροι είναι μόνον οι επικρατέστεροι.

Στην «Νομαρχία» υπάρχει επίσης και ορισμός της έννοιας της πατρίδος, την οποία, μετά από αιώνες χριστιανικής απατριδοσύνης, είχε μόλις προ 15 ετών επαναφέρει η Γαλλική Επανάσταση. Για τον Έλληνα Ανώνυμο, πατρίδα είναι μόνον για τους ελεύθερους ανθρώπους η γη στην οποία έχουν γεννηθεί, και την σημασία της μόνον οι ελεύθεροι (και φέρνει ως παράδειγμα τους αρχαίους Έλληνες) μπορούν να κατανοήσουν («και δια τούτο οι δούλοι αδιαφόρως προφέρουσιν τοιούτον όνομα»). Για τον λόγο αυτόν, είναι εντελώς διαφορετικοί οι στρατοί των ελευθέρων πολιτευμάτων και οι στρατοί των τυράννων που στελεχώνονται από ένοπλους δούλους («εκείνους τους ταλαίπωρους στρατιώτας, οι οποίοι με βίαν και δυναστείαν αρπάζονται δια προσταγής των σκληρών τυράννων από τας πτωχικάς των οικείας, και ακουσίως βαδίζουν εις άφευκτον εσφαγιασμόν»). Οι στρατιώτες των πρώτων γνωρίζουν γιατί σκοτώνονται (από χρέος προς την ιερή πατρίδα), οι στρατιώτες των δεύτερων όχι: «ο ελεύθερος ανθρωπος φονεύεται εις τον πόλεμον εκουσίως δια δύο αφορμάς, δια ευγνωμοσύνην δηλαδή προς την πατρίδα του και δια τιμήν και δόξαν του γένους του, ήτοι του εαυτού του. Αλλά εις τους δούλους αμφότερα δεν έχουν τον τόπο, επειδή ούτε πατρίδα, ούτε τιμή έχουσιν οι ταλαίπωροι».

Ένα από τα πλέον ενδιαφέροντα σημεία της «Νομαρχίας» είναι αυτό που περιγράφει την παρασιτική και αντικοινωνική διατήρηση ενός τεράστιου αριθμού ορθόδοξων ιερωμένων και μοναχών, κατάσταση που, δυστυχώς, συνεχίζεται και επί των ημερών μας και μάλιστα επαυξημένη: «Εκατόν χιλιάδες, και ίσως περισσότεροι, μαυροφορεμένοι, ζώσιν αργοί και τρέφονται από τους ιδρώτας των ταλαιπώρων και πτωχών Ελλήνων. Τόσαι εκατοντάδες μοναστήρια, όπού πανταχόθεν ευρίσκονται, είναι τόσαι πληγαί εις την πατρίδα, επειδή, χωρίς να την ωφελήσουν εις το παραμικρόν, τρώγοσι τους καρπούς της και φυλάττουσι τους λύκους… Ιδού, ω Έλληνες, αγαπητοί μου αδελφοί, η σημερινή αθλία και φοβερά κατάστασις του ελληνικού ιερατείου, και η πρώτη αιτία όπού αργοπορεί την ελευθέρωσιν της Ελλάδος».

Ο Έλλην Ανώνυμος καταπιάνεται επίσης με την καταστροφή των μυαλών του λαού από την Εκκλησία («οι ιερείς… πάντοτε επροσπάθησαν με το μέσον της θεότητος να καταδυναστεύσουν τους συμπολίτας των, καθώς μέχρι την σήμερον, με την αμάθειαν και την κακομάθησιν επέτυχον του σκοπού των. Αυτοί καλύπτοντες με τίτλον αγιότητος τα πλέον φανερά ψεύματα, εγέμισαν τους αδυνάτους νόας του λαού από μίαν τοσάυτην δεισιδαιμονίαν, ώστε οπού, αντί να ονομάσουν ψεύμα το αδύνατον, το ονομάζουν άγιον, και ούτως αδιστάκτως πιστευουσιν εις τον κάθε τους λόγον, ούτε τολμούσιν να εξετάσωσι το παραμικρόν, μάλιστα δε τους είναι εμποδισμένον»), καθώς και με το μεγάλο πρόβλημα της εθελοδουλείας («ο δούλος, πιστευσατέ μοι αδελφοί, ποτέ δεν στοχάζεται ότι είναι όμοιος με τον κύριό του, αλλά είναι σχεδόν βέβαιος ότι αυτός πρέπει να είναι δούλος, και εκείνος κύριος. Βαβαί! …εγεννήθη σκλάβος και ούτε τόλμη έχει καν να κατηχήση την γένναν του»).
Βλάσης Γ. Ρασσιάς, 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου