Δευτέρα 20 Απριλίου 2020

Ο Κοροβέσης και οι ατιμώρητοι «ανθρωποφύλακες»

Ποινές-χάδια και γρήγορα «βολέματα», στην Ελλάδα ή την Τζέντα... * Οι χουντικοί βασανιστές δεν τιμωρήθηκαν στα δικαστήρια. Όμως εξευτελίστηκαν, οι ίδιοι και το καθεστώς που υπηρέτησαν. Κι ήταν ανεκτίμητη, γι' αυτό, η συμβολή της καρδιάς, του νου, του ήθους και της πένας του Περικλή

Του Διονύση Ελευθεράτου

Ας διάλεγε... Εάν παρέμενε άκαμπτος, θα γευόταν και «επιστημονικές» ανακρίσεις. Δίμηνες, το πολύ. Παραπάνω δεν θα άντεχε το σώμα του, άρα ούτε η ξεροκεφαλιά του. Πληρώνοντας την αρχική απροθυμία του να συνεργαστεί, θα καταδικαζόταν σε ισόβια. Θα αποφυλακιζόταν σε 20 χρόνια, ξεχασμένος, «κουβαλώντας» τις συνήθεις ασθένειες των παλιών κομμουνιστών: σπονδυλαθρίτιδα, στομάχι, φυματίωση. Δεν θα έβρισκε δουλειά. Οι παλιοί του φίλοι, ευκατάστατοι πια, θα απέφευγαν ακόμη και να του μιλήσουν. Για να μη μπλέξουν...

Με τέτοια λόγια, ήρεμα και «φιλικά», προειδοποιούσε τον Περικλή Κοροβέση ο Βασίλης Λάμπρου, σε ένα διάλειμμα του «πρώτου γύρου» των βασανιστηρίων. Ο Λάμπρου ήταν επί Χούντας διοικητής Γενικής Ασφαλείας. Το «αφεντικό» στο ελληνικό «Νταχάου», όπως οι ίδιοι οι βασανιστές αποκαλούσαν το «βασίλειο» της οδού Μπουμπουλίνας, με αυταρέσκεια σαδιστική και δηλωτική των ινδαλμάτων τους. Ευτυχώς, η μετέπειτα ζωή του Π. Κοροβέση δεν ήταν αυτή την οποία ο Λάμπρου «πρόβλεψε». Εάν όμως υποθέτει κάποιος ότι στη δική του κατοπινή ζωή ο διοικητής του «Νταχάου» πλήρωσε τίμημα -στοιχειωδώς δίκαιο- για τα εγκλήματά του, μάλλον αγνοεί τις σχετικές δικαστικές αποφάσεις του 1975 και 1976, που εξόργισαν τη συντριπτική πλειονότητα της ελληνικής κοινωνίας.

Αστείες ποινές

Ο Λάμπρου δικάστηκε το ’75 και το ’76, σε Πλημμελειοδικείο και Εφετείο, αντίστοιχα. Η «ποινή» του; Φυλάκιση 10 μηνών. Την εξαγόρασε με 150 δρχ. την ημέρα. Η δεκαετία του 1980 τον βρήκε «βολεμένο» ιδιοκτήτη γραφείου ασφαλειών, στην οδό Παπαρρηγοπούλου, στην πλατεία Κλαυθμώνος.

Άλλα κεντρικά, κτηνώδη πρόσωπα στην κόλαση που βίωσε -και άντεξε- ο Π. Κοροβέσης και την οποία περιέγραψε τόσο ζωντανά, λιτά, συγκλονιστικά στους «Ανθρωποφύλακες»: Κώστας Καραπαναγιώτης και Βασίλης Κραββαρίτης (ή Γκραβαρίτης, όπως συχνά αναφερόταν). Ο δεύτερος είχε -στο τέλος- και τη χυδαιότητα να ζητήσει από το θύμα του να... γίνουν φίλοι, να βγουν και για κανένα κρασάκι με τις γυναίκες τους! Διότι -«κλαιγόταν» ο Κραββαρίτης- κι ο ίδιος ήταν στο «Νταχάου» ένας φτωχός... προλετάριος, του οποίου το μόχθο (πάλι καλά που δεν είπε «υπεραξία») εκμεταλλευόταν ο Καραπαναγιώτης, κερδίζοντας τον ένα βαθμό μετά τον άλλον.

Αμφότεροι τέθηκαν σε διαθεσιμότητα τον Σεπτέμβριο 1974. Τον Νοέμβριο του '75 κάθισαν στο εδώλιο του Μικτού Κακουργιοδικείου Χαλκίδας, μαζί με 13 ακόμη βασανιστές. Από τους 15, οι 11 αθωώθηκαν. Μόνον οι Μάλλιος, Γώγος, Παύλου, Λουκόπουλος «τιμωρήθηκαν», με 4 έως 10 μήνες φυλάκισης. Οι «ποινές» ήταν εξαγοράσιμες ή με αναστολή κι έτσι αφέθηκαν ελεύθεροι.

Προβληματική η σύνθεση του δικαστηρίου
Νωρίτερα, ο Τύπος της εποχής, ακόμη και ο συντηρητικός (π.χ. «Καθημερινή), είχε επισημάνει και σχολιάσει την άκρως προβληματική σύνθεση του δικαστηρίου.

Παράδειγμα: Ο πρόεδρός του, Αθ. Παύλος, εφέτης που... ουδόλως διακρινόταν για δημοκρατικές πεποιθήσεις, ήταν και αδελφός δύο ιερέων, «παρατρεχάμενων» του Γ. Παπαδόπουλου. Ο ένας, ο Κωνσταντίνος (είχε διατελέσει μητροπολίτης Διδυμοτείχου), υπήρξε μυστικοσύμβουλος του δικτάτορα για εκκλησιαστικά θέματα και εμπνευστής της χουντικής «αριστίνδην» Ιεράς Συνόδου. Ο άλλος, ο Εδέσσης Καλλίνικος, ετοιμαζόταν να γίνει μητροπολίτης της Ορθ. Εκκλησίας στη Δ. Γερμανία, με τη «θεάρεστη» αποστολή να ενισχύσει τους «εθνοσωτήριους» μηχανισμούς χαφιεδισμού σε βάρος αντιστασιακών Ελλήνων μεταναστών.

Καθώς ο κόσμος «βοούσε» για τα φρικτά βασανιστήρια που είχαν σημαδέψει διάφορες περιόδους της επταετίας, έγινε αναπόφευκτος ένας νέος γύρος δικών. Τον Δεκέμβριο του ’75 ο Κραββαρίτης παραπέμφθηκε πάλι σε Κακουργιοδικείο, αλλά, χάρη σε βούλευμα που εξέδωσε το Συμβούλιο Εφετών την 21η Απριλίου (σημαδιακή ημερομηνία!) του επόμενου έτους, η υπόθεσή του «πήγε» στο Πλημμελειοδικείο. «Ξεμπέρδεψε» με 11 μήνες και πρόστιμο 150.000 δραχμών. Τον Αύγουστο του 1977, μάλιστα, μαθεύτηκε πως επανήλθε στο αστυνομικό σώμα, από το οποίο αποτάχθηκε αργότερα.

Για δεύτερη φορά δικάστηκε κι ο διαβόητος Καραπαναγιώτης, μα ούτε αυτός στενοχωρήθηκε πολύ... Τον Οκτώβριο του '76 καταδικάστηκε σε φυλάκιση 15 μηνών που μειώθηκαν σε 12, στο Εφετείο. Εξαγόρασε την ποινή του και, καθώς είχε ήδη απολυθεί από την Αστυνομία (τον Μάιο του ίδιου έτους), αναζήτησε μια καλή δουλειά. Δεν άργησε να τη βρει.

Το 1978 ο Καραπαναγιώτης πήγε στην Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας και ανέλαβε προσωπάρχης ασφαλείας στις εγκαταστάσεις του Γιάννη Λάτση. Στην Τζέντα βρέθηκε και ο υπαστυνόμος Γιάννης Καλύβας, επίσης βασανιστής της Χούντας, καθώς και δυο ακόμη «ομόλογοι» που δεν μακροημέρευσαν εκεί, διότι τους αντιπαθούσε ο Καραπαναγιώτης. Οι Κώστας Σμαϊλης, Νίκος Κιοσσές.

Τους «περιέθαλψαν» επιχειρηματίες

Είναι αλήθεια ότι αρκετοί επιχειρηματίες «περιέθαλψαν» χουντικά «μπουμπούκια» στην πρώιμη μεταπολίτευση, αλλά ο Γ. Λάτσης ήταν εκείνος που επέδειξε τη μεγαλύτερη «θέρμη». Μεταξύ άλλων «βόλεψε» στον τομέα ασφάλειας της «Πετρόλα» τον Λυμπ. Ανδρικόπουλο, που είχε φυλακιστεί για τον φόνο παιδιού 15 ετών, στην Πλ. Αττικής, όταν έγινε το πραξικόπημα (έφεδρος υπαξιωματικός ήταν τότε). Ο ίδιος επιχειρηματίας πρόσφερε, επίσης, επαγγελματική «θαλπωρή» σε δυο αξιωματούχους της Χούντας, που ήταν ανώτατα στελέχη της Αστυνομίας κατά την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Τον Ν. Δασκαλόπουλο και τον αστυνομικό διευθυντή Αθήνας Λ. Χριστολουκά. Εργασία έδωσε επίσης σε δύο πολιτικά στελέχη, μέλη χουντικών κυβερνήσεων. Τον Ν. Σιώρη και τον Ορ. Γιάκα, που είχε διατελέσει υπουργός Ναυτιλίας κατά το 1971-72 και το 1973.

Με εξαίρεση τρεις διοικητές του ΕΑΤ - ΕΣΑ (Χατζηζήσης, Σπανός, Θεοφιλογιαννάκος), στους οποίους επιβλήθηκαν ποινές 20-23 ετών, οι βασανιστές της Χούντας έπεσαν σε ένα προστατευτικό στρώμα απίστευτης πολιτικο-δικαστικής επιείκειας, που προκάλεσε ανείπωτη ανατριχίλα. Είχε προηγηθεί (2 Ιουλίου 1975) η απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε «στιγμιαίο αδίκημα» την εγκαθίδρυση της δικτατορίας, στέλνοντας στο αρχείο τις υποθέσεις 104 στελεχών της (μόνο 24 πρωτεργάτες του πραξικοπήματος δικάστηκαν). Απόφαση την οποία αμέσως κάλυψε πολιτικά ο Κ. Στεφανάκης, υπουργός Δικαιοσύνης της κυβέρνησης Καραμανλή. Το στίγμα των κυβερνητικών προθέσεων (η ανάλυσή τους δεν είναι αντικείμενο αυτού του κειμένου) είχε δοθεί από τις 23 Απριλίου 1975, με τη δήλωση του υπουργού Προεδρίας Γ. Ράλλη: «Αυτό το σύνθημα της καθάρσεως είναι λιγάκι επικίνδυνο, όταν επεκτείνεται υπέρ το δέον»...
Οι «Ανθρωποφύλακες» λοιπόν δεν τιμωρήθηκαν στα δικαστήρια. Όμως εξευτελίστηκαν, οι ίδιοι και το καθεστώς που υπηρέτησαν. Κι ήταν ανεκτίμητη, γι' αυτό, η συμβολή της καρδιάς, του νου, του ήθους και της πένας του Περικλή.

ΥΓ.: Αρκετά στοιχεία του παρόντος σημειώματος αντλήθηκαν από το βιβλίο του Γιώργου Θ. Κρεμμυδά «Οι άνθρωποι της Χούντας μετά τη δικτατορία» (Εξάντας, 1984)



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου