Τρίτη 30 Μαΐου 2023

ΝΙΚΗ: Πυρ ομαδόν, ή άσφαιρα πυρά;




Δυσκολεύομαι να κατανοήσω την αποτελεσματικότητα της κατεπείγουσας στοχοποίησης του πολιτικού μορφώματος της ΝΙΚΗΣ -από το Βελόπουλο και τη ΝΔ μέχρι την Αριστερά και την Εφημερίδα των Συντακτών (με μοναδική εξαίρεση το ΣΥΡΙΖΑ που, όπως και με τις ψήφους του Κασιδιάρη, ακολουθεί τη στρατηγική του πνιγμένου να πιάνεται από τα μαλλιά του). Ή, για την ακρίβεια, μπορώ να σκεφτώ πιθανές αιτίες που επιβάλουν αυτή την όψιμη “εγρήγορση” και έχουν κυρίως να κάνουν με το ερχόμενο εκλογικό αποτέλεσμα της 25ης Ιουνίου και την όποια κυβερνησιμότητα ή μη προκύψει από εκείνες. Παραδόξως, η ίδια συνθήκη θα έπρεπε να ισχύει για την Πλεύση Ελευθερίας, της οποίας όμως η αρχηγός απολαμβάνει σκανδαλώδη εύνοια και ασυλία, αν και μια ενδεχόμενη είσοδός της στη Βουλή επηρεάζει την κυβερνησιμότητα με παρόμοιο τρόπο με εκείνον της ΝΙΚΗΣ.

Στην κορυφή της έξαψης αυτής της πραγματικής ή υποκριτικής ανησυχίας ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος με την πρόσφατη δήλωσή του. Δυστυχώς για αυτόν, στη μεγάλη πλειοψηφία των υπαρκτών ή δυνάμει ψηφοφόρων της ΝΙΚΗΣ οι «κεραυνοί» του θα έχουν τόσο αποτέλεσμα όσο και οι παλαιότερες παρεμβάσεις του υπέρ του εμβολίου ή υπέρ του αυτοκέφαλου της Ουκρανικής Εκκλησίας. Δηλαδή, απειροελάχιστο. Άργησε κατά δύο τουλάχιστον δεκαετίες ο Αρχιεπίσκοπος να ασχοληθεί με το “κόμμα του Θεού” και δεν το έκανε από αμέλεια. Οι διάφορες “ιερές παντόφλες” περιόδευαν ανά την Ελλάδα ανενόχλητες και εν γνώσει του (γεμίζοντας τα παγκάρια των κατά τόπους εκκλησιών), το χριστιανικό διαδίκτυο ξεχείλιζε από «αντινεοταξίτικες» και «αντινεοεποχίτικες» κορώνες και τερατολογίες και μαζί με τους χρησμούς και τις προφητείες των γκουρού-γεροντάδων διαμόρφωναν ένα σκληρό πυρήνα εντός του ολοένα μειούμενου εκκλησιάσματος, δίπλα και μέσα στην Εκκλησία της Ελλάδος, η οποία με τη σειρά της είχε απαρνηθεί κάθε επίκαιρη ποιμαντική αποστολή και ασχολείτο αποκλειστικά με τις οικονομικές διευθετήσεις και τις διαπραγματεύσεις της με το Κράτος και τις εκάστοτε κυβερνήσεις του. Ελάχιστοι άξιοι ιεράρχες, όπως ο Ναυπάκτου Ιερόθεος και ο Δημητριάδος Ιγνάτιος ή ο μακαριστός Σισανίου και Σιατίστης Παύλος, αντιστάθηκαν σθεναρά σε όλο αυτό το ρεύμα, συχνά με μεγάλο προσωπικό κόστος για τις σχέσεις τους με το εκκλησίασμα, ερχόμενοι πολλάκις αντιμέτωποι με οργανωμένες εκδηλώσεις απείθειας, ακόμα και κατά τη διάρκεια της Θείας Λειτουργίας. (Όταν, αντίθετα, ανώτεροι ιεράρχες, όπως ο Πειραιώς Σεραφείμ και ο Αιγιαλείας Αμβρόσιος, συναγελάζονταν ανοιχτά και ευλογούσαν τα “χριστιανόπουλα” της παγανιστικής Χρυσής Αυγής ή, άλλοι, κανάκευαν τους αντι-εμβολιαστές ιερείς στο εσωτερικό τους!).

Πολύ αργά, πολύ λίγο για τον Ιερώνυμο και την επίσημη Εκκλησία, η οποία βλέπει τώρα το φάντασμα των «οργανώσεων» (που την επιρροή τους εκμηδένισε με κόπο τη δεκαετία του ’80, έπειτα από 60 χρόνια παντοδυναμίας) να ξυπνάει, όχι από μια παρα-εκκλησιαστική οργάνωση, αλλά από ένα μικρό (όμως φανατικό) μέρος του ίδιου του εκκλησιάσματος και του κατώτερου κλήρου και των μοναχών.

Το αυτό ισχύει και για την επιθυμούσα την αυτοδυναμία Νέα Δημοκρατία, η οποία πίστευε μέχρι πρόσφατα ότι αρκούσαν οι μακρόχρονες σχέσεις πατρωνίας με ένα μεγάλο μέρος του ποιμνίου και της Εκκλησίας, και οι δημόσιοι μεγάλοι σταυροί από τους πολιτευτές της, για να φέρει πίσω στο μαντρί τους «αντινεοταξίτες» και «αντινεοεποχίτες» πιστούς. Δεν μπόρεσε η ηγεσία της να καταλάβει ότι η πανδημία του κορωνοϊού απετέλεσε μια τομή για τη χειραφέτηση ενός τμήματος των πιστών από το παραδοσιακό πολιτικό σύστημα, και οριοθέτησε εκ νέου τις γραμμές αντιπαράταξης των μελλοντικών γηγενών «πολιτισμικών πολέμων».

Είναι ενοχλητικό να βλέπει κανείς πόσοι πολλοί «πέφτουν από τα σύννεφα» με το εκλογικό ράλυ του χριστιανοπατριωτικού (κατά δήλωσιν) μορφώματος. Κι όμως, στη συγκυρία της ενίσχυσής του συνέκλιναν πολλά ρυάκια της ιστορικής και κοινωνικής εξέλιξης. Ο ευσεβισμός, με τις βαθιές ιστορικές ρίζες του, όσο και να επλήγη από τον αδιάκοπο παρασιτικό εκσυγχρονισμό των τελευταίων δεκαετιών και τις συνοδούς του, την καταναλωτική ευωχία και τη χαλάρωση των παραδοσιοκρατικών αντιλήψεων, βρήκε την ευκαιρία, μέσα από την ασύλληπτη κοινωνική καταστροφή της περιόδου των μνημονίων, να αναδυθεί εκ νέου, διατηρώντας μέρος της παλαιάς σκευής του, αναπτύσσοντας νέα, χιλιαστικά, χαρακτηριστικά, αλλά και εγκαταλείποντας παλαιότερους περιορισμούς (π.χ. η αναγκαστική ανοχή στη Δύση εν όψει μιας κομμουνιστικής σλαβικής Ανατολής). Η συλλήβδην απαξίωση του κοινοβουλευτικού πολιτικού συστήματος, η ρευστοποίηση των παραδοσιακών τρόπων δημιουργίας ταυτότητας και η παρακμή πλατιών κοινωνικών μεσοστρωμάτων, οδήγησαν ένα σημαντικό τμήμα του πληθυσμού σε μια επιστροφή, εν είδει καταφυγίου, σε «θεμελιώδεις» αξίες με ένα νεοπροσλαμβανόμενο τρόπο. Το τρίπτυχο «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» επανέρχεται αλλαγμένο και επικαιροποιείται για τους οπαδούς ως: αντίθεση στις αμβλώσεις, αντίθεση στην ομοφυλοφιλία, αντίθεση στη σύγχρονη επιστήμη, υιοθέτηση της «εναλλακτικής γνώσης», αντιδυτικισμός, αντιοικουμενισμός, φιλορωσισμός, «μακεδονισμός», αντικοινοβουλευτισμός/αντικομματισμός, θεωρίες περί περιούσιου και αεί προδομένου λαού κ.ο.κ. Αν τα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία στις αρχές του ’90 και η μάχη για τις «ταυτότητες» επί Αρχιεπίσκοπου Χριστόδουλου σηματοδότησαν τη δειλή επανεμφάνιση αυτού του νέου ρεύματος, τότε τα Μνημόνια και κυρίως η Συμφωνία των Πρεσπών άνοιξαν την όρεξη για ευρύτερη πολιτική παρέμβαση. Η αποτυχία των νεόκοπων αριστερών και δεξιών «ριζοσπαστικών» πολιτικών σχηματισμών που αναδύθηκαν κατά την περίοδο του αντιμνημονιακού αγώνα και η ανάδειξη του εγκληματικού, συμμορίτικου χαρακτήρα της Χρυσής Αυγής μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, σφυρηλάτησε μια αντίληψη αυτόνομης και όχι δια αντιπροσώπων πολιτικής παρέμβασης, η οποία έγινε κανονικό ζητούμενο μετά την ανάπτυξη του αντι-εμβολιαστικού κινήματος και την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Οι «προδότες πολιτικοί» δεν μπορούσαν πια να εκφράσουν αυτό το υπερσυντηρητικό τμήμα πιστών και κληρικών. Έπρεπε το ίδιο να οργανώσει την πολιτική του έκφραση. Αν και η οργάνωση ήρθε από ήδη λειτουργούντα δίκτυα και οργανώσεις, ήταν το ξέσπασμα της βάσης, «να γίνει επιτέλους κάτι!», που πυροδότησε και τροφοδότησε την πολιτικοποίηση του ρεύματος.

Ένας αστερισμός πολιτικών μορφωμάτων επιχείρησε να ικανοποιήσει αυτή την ανάγκη, όμως η ΝΙΚΗ διαθέτει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα, σε σχέση με τους άμεσους ανταγωνιστές της για την ηγεμονία του χώρου: Μια (νεφελώδη) ελληνοχριστιανική ιδεολογία (με λίγο Μακρυγιάννη, λίγο Παπουλάκο, λίγο Παπαδιαμάντη, λίγο Κόντογλου, λίγη τραμπική συνομωσιολογία και μπόλικες ρήσεις γεροντάδων), εκφρασμένη με ορολογία και αισθητική του αλήστου μνήμης περιοδικού «Προς τη Νίκη»˙ και μια οργανωμένη βάση με μορφή δικτύου ανάμεσα σε Μονές, ενορίες, περιοδικά, ιστοσελίδες και οργανώσεις, όπως η Ενωμένη Ρωμιοσύνη. Με την επιστασία και την άγρυπνη παρακολούθηση βέβαια της ρώσικης πρεσβείας και των ενεργούμενών της στον εκκλησιαστικό χώρο.

Επομένως, δεν μιλάμε για μια πρόσκαιρη πολιτική έκφραση οργής κάποιου τμήματος του πληθυσμού, αλλά πρώτιστα για ένα (μειοψηφικό, βέβαια) πολιτισμικό ρεύμα, με ιστορικές ρίζες και εμφάνιση σε μείζονα πολιτικά γεγονότα ήδη από τη δεκαετία του 1990, το οποίο με θρυαλλίδα την πανδημία και τις κρατικές πολιτικές αντιμετώπισής της, επιχειρεί να εκφράσει τη συντηρητική του πρόσληψη για τον κόσμο διαμέσου της ιδεολογικοποίησης της θρησκευτικής συνείδησης. Και γι’ αυτό, όσοι και όσες πιστεύουν ότι με το να βάλουν τη ΝΙΚΗ στο στόχαστρο, αρκεί και μόνο για να «τρομοκρατήσουν» ένα μεγάλο μέρος σημερινών ή δυνάμει ψηφοφόρων της, μάλλον απατώνται πλάνην οικτρά. Εξάλλου, εκατοντάδες χιλιάδες πιστοί «ψήθηκαν» στην κατά μέτωπο αντιπαράθεση κατά τη διάρκεια του αντι-εμβολιαστικού αγώνα (κυρίως στο διαδίκτυο, αλλά και στις ενορίες ή στις πλατείες), συχνά με προσωπικό κόστος, για να φοβηθούν τώρα τη «νεοταξίτικη» (κατά αυτούς) προεκλογική κριτική. Είτε η ΝΙΚΗ καταφέρει να μπει στη Βουλή (το πιο πιθανό) είτε όχι, η ριζοσπαστικοποίηση και η χειραφετημένη από υπάρχουσες πολιτικές δυνάμεις πολιτικοποίηση ενός σημαντικού τμήματος πιστών θα μείνει εδώ και θα πρέπει να αντιμετωπιστεί και την επόμενη ημέρα. Ιδιαίτερα, σε μια ιστορική φάση όπου η παγκόσμια υποχώρηση της Δύσης συνοδεύεται και τροφοδοτείται από ολοένα εντεινόμενους πολιτισμικούς πολέμους με όχημα την «ταυτότητα», οι οποίοι σπαράζουν τις δυτικές κοινωνίες στο εσωτερικό τους.

Τα παραπάνω δεν λέγονται για να «αθωώσουν» τη ΝΙΚΗ και τους άνωθεν και έξωθεν υποστηρικτές της. Ούτε για να υποσταλεί η σημαία της κριτικής απέναντί της, αλλά για να γίνει κατανοητό ότι ο «αντίπαλος» είναι ριζωμένος, κινείται κάτω από τα ραντάρ της τετριμμένης πολιτικής παρέμβασης ή αντιπαράθεσης, και έχει ως βασικό του χορηγό την ολοκληρωτική προσχώρηση του συντριπτικά μεγαλύτερου μέρους του επίσημα εκφρασμένου πολιτικού κόσμου στα νέα ήθη και τις πρακτικές της μεταμοντέρνας, μηδενιστικής κουλτούρας.

Το τελευταίο τμήμα αυτής της ανάλυσης δεν απευθύνεται σε αυτούς που μόλις πριν μια εβδομάδα «ξύπνησαν» από τον εφησυχασμό, την άγνοιά τους και τον ελιτισμό τους και βάλουν με ό,τι «πυρομαχικό» βρουν εύκαιρο τη ΝΙΚΗ, μόνο και μόνο επειδή τώρα κατάλαβαν ότι κινδυνεύουν οι ίδιοι (επίσημη Εκκλησία) ή κινδυνεύει η αυτοδυναμία τους (Ν.Δ.) ή το πολιτικό τους μέλλον (Βελόπουλος) ή από ανταγωνισμό για το ποιος θα εκφράσει κοινοβουλευτικά το παραπάνω ρεύμα (διάφοροι φαιδροί ηγετίσκοι του λεγόμενου «πατριωτικού χώρου», την πληθώρα των οποίων θαυμάσαμε στις πρόσφατες εκλογές). Απευθύνεται σε εκείνους που έγκαιρα, και πάντως κατά την περίοδο της πανδημίας, διέβλεψαν τις υπόγειες αλλαγές που έχουν συντελεστεί στο κοινωνικό σώμα και ήδη από τότε αναπροσανατόλισαν μέρος ή το σύνολο της κριτικής θεωρητικής και πολιτικής τους παρέμβασης.

Η κριτική στη ΝΙΚΗ και στους εκφραστές αυτού του ρεύματος πρέπει να ενταθεί και να βαθύνει. Όμως, στην παρούσα φάση πρέπει να αποφευχθούν τρεις (ήδη εμφανείς στο δημόσιο διάλογο) κίνδυνοι.

Α. Η ΝΙΚΗ δεν είναι Χρυσή Αυγή. Ο αξιακός κώδικας και οι ιστορικές ρίζες του χριστιανικού (υπερ)συντηρητισμού δεν ταυτίζονται με εκείνα του φασισμού ή του ναζισμού (στη χειρότερη περίπτωση ο πρώτος ανέχτηκε το δεύτερο). Ούτε η πλειοψηφία των νυν ή δυνάμει υποστηρικτών της είναι «φασίστες» ή «ταλιμπάν» ή «πράκτορες των Ρώσων» (υπάρχουν και από αυτά τα φρούτα στον μπαξέ, αλλά δεν δίνουν τον τόνο σώνει και καλά). Η μετατροπή της σε «δαιμονική» πολιτική δύναμη (όπως πράγματι ήταν η Χρυσή Αυγή) ή η γελοιογράφησή της, στα πλαίσια της πολιτικής αντιπαράθεσης, μόνο οφέλη μπορεί να της προσδώσει, αφού την αναδεικνύει στην κύρια «αντισυστημική» δύναμη, ή ακόμα χειρότερα μπορεί να μετατραπεί σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία μέσα από την αντισυσπείρωση που προκαλεί το «όλοι εναντίον ενός». Η τροφοδότηση ενός ακόμη ακήρυκτου «πολιτισμικού πολέμου» μόνο όσους ζουν από αυτούς τους πολέμους μπορεί να ωφελήσει, και πάντως όχι την ακόμα μετεωριζόμενη κοινωνία μας μετά την καταστροφική δεκαετία των μνημονίων

Β. Η ανάδειξη των αντιφάσεων, των όποιων γελοιοτήτων και των επικίνδυνων σημείων του «προγράμματος» της ΝΙΚΗΣ, και η αναγκαία βαθιά ιδεολογική, θεωρητική και θεολογική κριτική, δεν πρέπει να οδηγήσει αντικειμενικά στην ισχυροποίηση των πάντα ενεργών και ισχυρών μηδενιστικών ρευμάτων της «ακύρωσης» (cancel) του ρόλου και της υπαρκτικής συμβολής της Εκκλησίας, της ορθόδοξης πίστης, της βυζαντινής τέχνης και της λαϊκής ευσέβειας στη διαμόρφωση και τον εμπλουτισμό της νεοελληνικής ταυτότητας σε όλες της τις εκφάνσεις. Η ΝΙΚΗ δεν πρέπει επ’ ουδενί, εσκεμμένα ή εξ ατυχήματος, να ταυτιστεί με την «Εκκλησία», την «Ορθοδοξία», τη «λαϊκή πίστη» κ.ο.κ. (Και αυτά τα αναφέρω ως γνωστός μη θρησκευόμενος).

Γ. Η όποια κριτική πρέπει να έχει τόσο βάθος και διάρκεια ώστε να μην γίνει αντιληπτή ως συγκυριακή, μικροπολιτική τακτική προς όφελος των ασκούντων την κριτική ή προς όφελος τρίτων μερών, σε επικουρία των οποίων προσέτρεξαν οι κριτικοί μας. Υπάρχουν πολιτικές αντιπαραθέσεις που επιβάλλεται να προσλάβουν το χαρακτήρα «ή ταν ή επί τας». Στην παρούσα φάση, θα ήταν υπερβολή και θα είχε τα αντίθετα αποτελέσματα, αν η αντιπαράθεση με τη ΝΙΚΗ πάρει αυτή τη μορφή.

Κοντολογίς, το φαινόμενο ΝΙΚΗ θα αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά μόνο όταν εξαναγκαστεί να αναδυθεί από το πολιτικό και ιδεολογικό underground και οι φορείς του γίνουν ορατοί στην ευρεία κοινή γνώμη. Αυτό θα γίνει κατορθωτό από μια καίρια, διαρκή και εις βάθος κριτική των συστατικών της στοιχείων (ιδεολογικών και οργανωτικών) και, πιθανώς, από μια ακόμη εκλογική τους επιτυχία που θα αναγκάσει τα τάχα μειλίχια και ρομαντικά «πονεμένα παιδιά της Ρωμιοσύνης» να πάρουν θέση στα κρίσιμα, υπαρξιακού χαρακτήρα, εθνικά, οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα που θα αντιμετωπίσει ο Ελληνισμός το αμέσως επόμενο διάστημα. Γνώμη μου, και γνωρίζοντας τα περιορισμένα αναλυτικά εργαλεία και τους ασφυκτικούς κοινωνικούς περιορισμούς των μελών της, είναι ότι θα επιβεβαιωθεί άμεσα ο διαχρονικός κανόνας που λέει ότι «όσο πιο ψηλά ανεβαίνει η μαϊμού, τόσο περισσότερο φαίνεται ο κ…ς της».

Ο δημοκρατικός πατριωτικός χώρος σεμνύνεται ότι έγκαιρα, από την πρώτη στιγμή της πανδημίας του κορωνοϊού διαπίστωσε την έκταση των διεργασιών που οδήγησαν στη σημερινή εκλογική «έκπληξη» της ΝΙΚΗΣ. Με αποφασιστικότητα έβαλε στο στόχαστρο της κριτικής του αντιλήψεις, νοοτροπίες, οργανώσεις και δίκτυα που συνέβαλαν στη γιγάντωση περιθωριακών μέχρι πρότινος πρωτοβουλιών και κινήσεων. Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και η ομαδική προσχώρηση (ή θετική κλίση) και του χώρου του ελληνοχριστιανικού συντηρητισμού (δεν είναι ο μόνος, μια ματιά στη στάση της «κοσμικής» αριστεράς είναι ενδεικτική) στο πουτινικό και ευρασιατικό στρατόπεδο, επιβεβαίωσαν το βάθος της κριτικής ανάλυσης που είχε προηγηθεί την περίοδο της πανδημίας και της από μέρους της κατάδειξης των εθνικά και κοινωνικά επικίνδυνων συνεπειών αυτής της συμπεριφοράς. Η πρόδρομη και αποφασιστική αυτή κριτική είχε τεράστιο οργανωτικό κόστος για το δημοκρατικό πατριωτικό χώρο, καθώς εκλήφθηκε από πολλούς ανθρώπους, με τους οποίους βρέθηκε εξ αντικειμένου μαζί σε μείζονα πολιτικά γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών, ως προσχώρηση στη «νέα τάξη πραγμάτων» (αυτήν που ακόμα και οι Δυτικοί εμπνευστές της έχουν δηλώσει ότι εξέπνευσε στη ταράτσα της αμερικάνικης πρεσβείας στην Καμπούλ και στο Χαλέπι, ενώ η πραγματικά καινούρια Νέα Τάξη ήδη σχεδιάζεται στο Πεκίνο, τη Μόσχα, την Άγκυρα και την Τεχεράνη…).

Η περίπτωση της ΝΙΚΗΣ, όμως, αποτελεί επιβεβαίωση μιας εδώ και καιρό ακλόνητης πεποίθησης του γράφοντος (και συνάμα μάθημα προς το δημοκρατικό πατριωτικό χώρο): Ακόμα και οι πιο εύστοχες θεωρητικές και καινοτόμες αναλύσεις και επιτυχείς προβλέψεις, ακόμα και οι πιο επείγουσες υποδείξεις για πολιτική δράση για το καλό του λαού και του τόπου, απαιτούν τη στοιχειώδη οργανωτική διάσταση και μια αναγνωρίσιμη πολιτική ισχύ του εκφραστή τους. Στην απουσία των τελευταίων, η θεωρητική αυτή δραστηριότητα είτε, στην καλύτερη περίπτωση, θα μπολιάσει ευρύτερα πολιτικά ρεύματα αλλαγής της υπάρχουσας παρακμιακής για τον Ελληνισμό κατάστασης είτε, στη χειρότερη, θα υπαχθεί στην τραγική ετερογονία των σκοπών, οπότε η θετική προτροπή για «αντίσταση στον εθνομηδενισμό» θα υιοθετείται κατά το δοκούν των οργανωτικά και εκλογικά καπάτσων και θα εξισώνεται ως μνησίκακη «αντίσταση στους γυναικωτούς»…

Συμπερασματικά, το φαινόμενο ΝΙΚΗ δεν είναι και τόσο τυχαίο ή μια ακόμη έκφραση βραχύβιας αγανάκτησης. Οι απαρχές του μπορούν να αναζητηθούν βαθιά μέσα στη σύγχρονη ιστορία του τόπου (ξεχάσαμε άραγε ότι για 40 χρόνια -από το 1936 ως το 1974- η άνθηση του «τρίτου ελληνοχριστιανικού πολιτισμού» ήταν η κυρίαρχη ιδεολογία του ελληνικού κράτους και των μηχανισμών αναπαραγωγής του;), οι μεταμορφώσεις του μπορούν να αναζητηθούν στις πρόσφατες περιπέτειες της χώρας (από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και την αμφισβήτηση της ελληνικής Μακεδονίας έως τα Μνημόνια και την πανδημία) και η ενδυνάμωσή του συντελείται σε ένα περιβάλλον υποχώρησης (παρακμής, κατά άλλους) του Δυτικού κόσμου και των κυρίαρχων σημασιών του και επίτασης των πολέμων για την «ταυτότητα» στο εσωτερικό του. Την ίδια στιγμή, η αδυναμία του ελληνικού πολιτικού συστήματος να αντιμετωπίσει μείζονες υπαρξιακές προκλήσεις, και η προσχώρησή του ή ο εγκλωβισμός του στο στρατόπεδο του μηδενισμού (εθνικού, πολιτισμικού, αξιακού, βιολογικού κλπ.) δημιουργεί την αδήριτη πολιτική αναγκαιότητα ανάδυσης αντίβαρων. Το γιατί αυτά τα αντίβαρα, ιδιαίτερα από το 2012 και μετά, πήραν και παίρνουν τη μορφή πολιτικών απατεώνων, γελωτοποιών, συμμοριτών/δολοφόνων, επίδοξων μεσσιών και, σήμερα, φονταμενταλιστών, είναι μια μεγάλη συζήτηση που δεν μπορεί να γίνει στα στενά όρια αυτού του σημειώματος, αλλά σίγουρα αφορά όλους και όλες όσοι πραγματικά ανησυχούν για την πορεία των πραγμάτων το επόμενο, σύντομο, διάστημα.

Αν υπάρχει, όντως, ένα διακύβευμα για μας, είναι η ανάπτυξη ενός κριτικού και προγραμματικού λόγου που θα λαμβάνει υπ’ όψιν του ταυτόχρονα τις εύλογες «συντηρητικές» ανησυχίες ενός ολοένα και περισσότερο ογκούμενου τμήματος των πολιτών (ανεξαρτήτως παλαιότερης πολιτικής ή ιδεολογικής ένταξης), και την ανάγκη η αντιμετώπιση των αιτιών των ανησυχιών να μην οδηγήσει σε μια πραγματική (όχι εικαζόμενη από επαγγελματίες «προοδευτικούς» μάντεις) οπισθοδρόμηση και αμφισβήτηση των επιτευγμάτων και των κοινωνικών και ατομικών κατακτήσεων που έχουν μέχρι σήμερα παγιωθεί και γίνει αποδεκτές ως τέτοιες από τις μεγάλες πλειοψηφίες (και όχι μόνο από τις ελίτ) των κοινωνιών μας.

Θεόδωρος Ντρίνιας

Πάτρα, Μάιος 2023


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου