Η πολιτική κρίση στη Ρουμανία είναι σύμπτωμα ενός ευρύτερου διαζυγίου στη Δύση μεταξύ φιλελευθερισμού και λαϊκής κυριαρχίας.
Στη Ρουμανία σοβεί πολιτική κρίση από το γεγονός ότι το Κεντρικό Εκλογικό Γραφείο έχει απορρίψει τη συμμετοχή του Καλίν Γκεοργκέσκου από τις επαναληπτικές προεδρικές εκλογές, που θα λάβουν χώρα τον Μάιο
Στη Ρουμανία σοβεί πολιτική κρίση από το γεγονός ότι το Κεντρικό Εκλογικό Γραφείο έχει απορρίψει τη συμμετοχή του Καλίν Γκεοργκέσκου από τις επαναληπτικές προεδρικές εκλογές, που θα λάβουν χώρα τον Μάιο. Ο Γκεοργκέσκου ήταν ο νικητής του πρώτου γύρου των προεδρικών εκλογών του Νοεμβρίου, οι οποίες, όμως, ακυρώθηκαν. Στη συνέχεια το Συνταγματικό Δικαστήριο της Ρουμανίας δεν έκανε δεκτή την προσφυγή του.
Οι δημοσκοπήσεις έδειχναν ότι ο Γκεοργκέσκου ήταν το φαβορί για τις προεδρικές εκλογές με ποσοστά της τάξης του 40-45%. Ο Γκεοργκέσκου μάλιστα είχε την εμπειρία σύλληψης και κράτησης με την κατηγορία προώθησης ρατσισμού και ξενοφοβίας, ενώ η ρουμανική αστυνομία κατέστειλε τις διαδηλώσεις διαμαρτυρίας, όπου προκλήθηκαν και συγκρούσεις. Ο ίδιος ο Γκεοργκέσκου αποδοκίμασε τη βία και κάλεσε τους ψηφοφόρους του να απέχουν από δυναμικές ενέργειες.
Σημειωτέον ότι, ενώ η κρίση αυτή λαμβάνει χώρα στο ευρύτερο πολιτικό σκηνικό του ποια θα είναι η στάση της Ρουμανίας ως προς τη σύγκρουση στην Ουκρανία και ο Γκεοργκέσκου επικρίνεται για την κριτική του στο ΝΑΤΟ, μετά την αλλαγή κυβέρνηση στις ΗΠΑ, έχει βρει απρόσμενους υποστηρικτές στο πρόσωπο του Αμερικανού Αντιπροέδρου Τζέι Ντι Βανς, ο οποίος αναφέρθηκε στην ακύρωση των ρουμανικών εκλογών κατά την ομιλία του στο Μόναχο, αλλά και του Ίλον Μασκ, ο οποίος αποδοκίμασε τον αποκλεισμό του Γκεοργκέσκου από τις ερχόμενες εκλογές του Μαΐου. 

Η πολιτική κρίση στη Ρουμανία είναι σύμπτωμα ενός ευρύτερου διαζυγίου στη Δύση μεταξύ φιλελευθερισμού και λαϊκής κυριαρχίας, δηλαδή των δύο συστατικών που απαρτίζουν τις νεωτερικές δημοκρατίες. Είναι πλέον δυνατό σε δικαστικούς θεσμούς να ακυρώνουν τη λαϊκή βούληση χωρίς επαρκή τεκμηρίωση, ενώ απλώς κραδαίνεται ιδεολογικώς το φόβητρο της ακροδεξιάς και του αντιδικαιωματισμού. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, βεβαίως, μετά την εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ υπάρχει ένας αντίστροφος πειρασμός διακυβέρνησης μέσω συνεχών προεδρικών διαταγμάτων με περιφρόνηση προς τους θεσμούς ελέγχου και διαμεσολάβησης. Μια άλλη μορφή αυτής της σχάσης που διέπει τα δυτικά πολιτικά συστήματα είναι αυτή ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και τον κυριαρχισμό με τρόπο που αποσυντίθενται βασικές νεωτερικές συνθέσεις.
Στο έργο του Η ισοπέδωση του κόσμου. Η κρίση της κουλτούρας και η επικράτηση των κανονιστικών προτύπων (Εστία, Αθήνα 2024, τίτλος του πρωτοτύπου: L’aplatissement du monde. La crise de la culture et l’empire des normes, Seuil 2022), ο πολιτικός επιστήμονας Ολιβιέ Ρουά προβαίνει σε μια περισσότερο πολιτισμική διάγνωση ότι η κρίση των πολιτικών ουτοπιών έχει οδηγήσει στην επέκταση των κανονιστικών συστημάτων.
Η υποχώρηση των πολιτικών και πολιτισμικών προταγμάτων έχει οδηγήσει στο να κυριαρχεί ως πεδίο αυτοπραγμάτωσης η μικροπολιτική της σεξουαλικότητας, για την υποστήριξη της οποίας, όμως, χρειάζονται όλο και πιο γιγαντούμενα κρατικώς εκπορευόμενα κανονιστικά πρότυπα. Η επέκταση αυτού του «φιλελεύθερου» κράτους, που είναι ταυτοχρόνως ένα κράτος επιτήρησης, είναι σύμπτωμα της αποτυχίας του πολιτισμού και της κουλτούρας να δρα ως ένα πλαίσιο συμπεριφοράς με την προώθηση κωδίκων. Το αποτέλεσμα είναι μία πρωτοφανής ένταση ανάμεσα στον κοινωνικό φιλελευθερισμό και τη λαϊκότητα με το κράτος να εμφανίζεται κατ’ αρχήν ως φιλελεύθερο, επιτελώντας, ωστόσο, μια νέα επικίνδυνη διοχέτευση της λαϊκής κουλτούρας στην ακροδεξιά. Μάλιστα, κατά τη διάγνωση αυτή, ο αποπολιτισμός και η έλλειψη κουλτούρας οδηγούν στο να θάλλει μια πληθώρα από υποκουλτούρες (subcultures), και μάλιστα με τη συνδρομή του διαδικτύου, οι οποίες είναι κομβικές για την ανάδυση της νέας δεξιάς στην αντίθεσή της προς τον φιλελευθερισμό. Ο τρέχων λαϊκισμός βασίζεται κατά τον Ρουά στην πολιτισμική ανασφάλεια (insécurité culturelle), άλλη όψη της οποίας είναι η υποκατάσταση της κουλτούρας από το πατερναλιστικό φιλελεύθερο κράτος.
Η γεωπολιτική διάσταση: Είναι ορθολογική η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ;
Κατά τους τελευταίους μήνες βεβαίως η ανάδυση αυτής της νέας δεξιάς είναι επιδραστική κατ’ εξοχήν στο μακροσκοπικό γεωπολιτικό επίπεδο. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η εν λόγω γεωπολιτική είναι ανορθολογική ή αν έχει ένα διαφορετικό σκεπτικό. Η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης του Ντόναλντ Τραμπ δεν χαρακτηρίζεται οπωσδήποτε από ανορθολογισμό, όπως είναι ο κοινός τόπος, αλλά έχει τη δική της εσωτερική λογική. Από πολλούς η πολιτική Τραμπ περιγράφεται ως μια νέα «Γιάλτα», (όταν δεν περιγράφεται πιο μειωτικά ως «νέο Μόναχο»), με την έννοια ότι γίνεται ένας διαχωρισμός σε σφαίρες επιρροής με αναβίωση του «Δόγματος Μονρόε» και ο ΗΠΑ επικεντρώνουν στο δυτικό ημισφαίριο. Αυτό, ωστόσο, είναι η μισή αλήθεια, δεδομένου ότι οι ΗΠΑ εμπλέκονται δυναμικά σε όλα τα μέτωπα του πλανήτη.
Είναι πιο ακριβές να θεωρηθεί ότι η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ εστιάζει σε αυτό που ανέκαθεν πίστευε, ήτοι ότι η μεγαλύτερη απειλή για την αμερικανική ηγεμονία προέρχεται από την Κίνα και ότι από αυτήν την άποψη ήταν απολύτως καταστροφική για τα συμφέροντα των ΗΠΑ η πολιτική της προηγούμενης κυβέρνησης Μπάιντεν να στοχοποιήσει τη Ρωσία, επιχειρώντας να ανασχέσει την Κίνα σε δεύτερο χρόνο. Η πολιτική Μπάιντεν είχε τη λανθασμένη, όπως φάνηκε εκ του αποτελέσματος, πεποίθηση ότι θα μπορούσε να διαλύσει ή να εξαντλήσει τη Ρωσία άμεσα, ώστε να ασχοληθεί με την Κίνα αργότερα. Με αυτήν την έννοια, η εξωτερική πολιτική Μπάιντεν πέτυχε μεν να διαρρήξει τον ενιαίο γεωπολιτικό χαρακτήρα της Ευρασίας μέσα από την οικονομική απομάκρυνση της Γερμανίας από τη Ρωσία, αλλά πλήρωσε το πολύ ακριβότερο τίμημα να ωθήσει με μόνιμο πλέον τρόπο τη Ρωσία σε μία συνολική εδραία συμμαχία με την Κίνα.

Η πολιτική Τραμπ βασίζεται σε μια παραδοχή των μεγεθών, ότι λ.χ. οι ΗΠΑ ελέγχουν πλέον περί το 25% του ΑΕΠ και όχι το 50% που ήλεγχαν κατά τις «χρυσές» δεκαετίες της μεταπολεμικής παλινόρθωσης. Σε αντίθεση με τη φιλοδοξία της πολιτικής της κυβέρνησης Μπάιντεν ότι οι ΗΠΑ θα μπορούσαν να πετύχουν ακόμη τη δική τους παγκοσμιοποίηση, η κυβέρνηση Τραμπ βλέπει την ειδική σχέση με την Ευρώπη και την ηγεμονία επί του λεγόμενου «ελεύθερου κόσμου» ως ένα βάρος που οι Αμερικανοί θα δυσκολευθούν να σηκώνουν εσαεί, αν δεν υπάρξει εκ νέου διαμοιρασμός. Οι πολεμικές περιπέτειες στο Ιράκ, το Αφγανιστάν, ακόμη και στην Ουκρανία ευνόησαν ολιγάριθμες ελίτ, αλλά ούτε συντέλεσαν μακροπρόθεσμα στην παραγωγή γεωπολιτικών αποτελεσμάτων ευνοϊκών για τις ΗΠΑ, ούτε καθιέρωσαν στην εμπέδωση της θέσεώς τους ως παγκόσμιου ρυθμιστή: Στο Αφγανιστάν επικράτησαν εκ νέου οι Ταλιμπάν, από τον πόλεμο στο Ιράκ ευνοήθηκε δυσανάλογα το Ιράν, ενώ στην Ουκρανία η κατάσταση είναι για τις ΗΠΑ μάλλον χειρότερη σε σχέση με το αν είχε επιχειρηθεί μια ειρηνική διευθέτηση με τήρηση των όρων του Μινσκ και με μια συζήτηση για εγγυήσεις ασφάλειας. Τα συμφέροντα αφορούσαν κυρίως σε ιδιώτες, όχι στις ΗΠΑ ως σύνολο ή στον αμερικανικό λαό. Ήταν βεβαίως δυνητικά επωφελής για τις ΗΠΑ η επέκταση του ΝΑΤΟ στη Σκανδιναβία, αλλά το κόστος από τη συμμαχία Ρωσίας-Κίνας και την ενδυνάμωση των BRICS+ ήταν ασύμμετρα υψηλότερο. Στο πλαίσιο αυτό, γίνεται κατανοητό ότι η ειρήνη δεν είναι μόνο επιθυμητή για ανθρωπιστικούς λόγους. Η ειρήνη συμφέρει μακροπρόθεσμα περισσότερο από τον πόλεμο, αν εξαιρέσουμε ορισμένα ιδιωτικά συμφέροντα και το εποικοδόμημά τους σε επίπεδο θεσμών και διανόησης. Βεβαίως η επικράτηση γεωπολιτικού ρεαλισμού και κυριαρχισμού, δηλαδή μια νέα έμφαση στα έθνη-κράτη μπορεί να επιφυλάσσει κινδύνους για ασθενείς χώρες, όπως λ.χ. η Ελλάδα, η οποία χρειάζεται να ξανασκεφτεί σοβαρά τη θέση της στην Ιστορία εν γένει, -και όχι στη δήθεν σωστή πλευρά της-, αλλά η προηγούμενη κατάσταση κλιμακώσεως του πολέμου άνευ ορίων ήταν πολύ απλά μη βιώσιμη.
Πέρα από το «Μόναχο» ή τη «Γιάλτα», πολύ πιο προσγειωμένη είναι η σύγκριση της χειρονομίας Τραμπ με αυτήν των Νίξον-Κίσινγκερ: Προσέγγιση του αντιπάλου που δεν αποτελεί πρωταρχικό στόχο μου εναντίον του κυρίως αντιπάλου μου. Οι Κίσινγκερ-Νίξον είχαν προσεγγίσει την Κίνα εναντίον της Ρωσίας, η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί το αντίστροφο, την απαγκίστρωση της Ρωσίας από μία στενότατη συμμαχία με την Κίνα. Βεβαίως, είναι πάρα πολύ αργά ύστερα από την 4ετία Μπάιντεν που οδήγησε στη μεγαλύτερη σύσφιξη σχέσεων μεταξύ Ρωσίας και Κίνας. Ωστόσο, ακόμη και τώρα οι ΗΠΑ έχουν πράγματα να ανταλλάξουν με τη Ρωσία, τα οποία είναι δεν είναι αδιάφορα: α) Μία άρση της στρατιωτικής, λογιστικής, ψηφιακής και οικονομικής υποστήριξης στην Ουκρανία, που θα σήμαινε ότι θα σταματήσουν να σκοτώνονται Ρώσοι στρατιώτες στο μέτωπο (αλλά και το τέλος της ανθρωπιστικής τραγωδίας των απωλειών των ζωών των Ουκρανών κατά εκατοντάδες χιλιάδες). β) Συμφωνία ή έστω ανοχή της Ρωσίας για την αμερικανική πολιτική στη Δυτική Ασία. γ) Ενδεχόμενη προσέγγιση του Ιράν. δ) Συμφωνίες για συνεκμεταλλεύσεις στον Αρκτικό Ωκεανό, που αποτελεί το μέλλον για τους πόρους των βιομηχανιών. ε) Το σημαντικότερο βεβαίως για τις ΗΠΑ είναι να μην γίνει μια περαιτέρω σύσφιξη των BRICS+ σε μία στοχευμένη αντιαμερικανική προοπτική με επικέντρωση στην αποδολαριοποίηση. Βεβαίως, μετά από μια τετραετία Μπάιντεν είναι υπερβολικά αργά πλέον για να υπονομευτεί ή έστω να αμβλυνθεί η σινορωσική συμμαχία. Ωστόσο, οι ΗΠΑ μπορούν να επικεντρώσουν στην Ινδία, η οποία διαθέτει ένα ευρύ πεδίο αντιθέσεων με την Κίνα, κατά τρόπο που θα ήταν πιθανόν δυνατή η μη ολοκλήρωση όλων των στόχων των BRICS+, συμπεριλαμβανομένης και της προώθησης της αποδολαριοποίησης. Επομένως, η πολιτική Τραμπ όχι μόνο δεν είναι απομονωτιστική με την αυστηρή έννοια, αλλά στοχεύει σε μία διπλή «επίθεση φιλίας» αφενός στη Ρωσία και αφετέρου στην Ινδία.
Το αν η πολιτική αυτή θα επιτύχει ή όχι μένει βεβαίως να αποδειχτεί, καθώς η πολυπολικότητα έχει πλέον εμπεδωθεί ως κύρια έννοια. Σημειωτέον, εξάλλου, ότι και η ρωσική πλευρά, όταν προβάλλει τον όρο «πολυπολικότητα» συμπεριλαμβάνει σε αυτόν κατ’ εξοχήν την αναδυόμενη δύναμη της Ινδίας με την οποία επιθυμεί στενότερες σχέσεις, αλλιώς θα είχαμε μια απλή διπολικότητα, όπως αυτή που είχε επικρατήσει στον Ψυχρό Πόλεμο μεταξύ του δυτικού και του ανατολικού μπλοκ. Ο όρος «πολυπολικότητα» μεταξύ άλλων εξαίρει τη σημασία της αναδυόμενης Ινδίας για τη συλλογική ασφάλεια του πλανήτη. Σε κάθε περίπτωση, το γεγονός ότι η εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ δεν είναι ανορθολογική δεν σημαίνει ότι θα είναι και επιτυχημένη ή ότι θα προχωρήσει με συντεταγμένο τρόπο στην πραγματοποίηση συγκεκριμένων στόχων. Η σύνδεση ΗΠΑ και Ευρώπης μέσω του ΝΑΤΟ, αλλά και οικονομικών συναλλαγών, διαθέτει μία έκταση, η οποία δεν είναι δυνατό να ξηλωθεί μέσα σε ένα μικρό χρονικό διάστημα. Πολλές από τις κινήσεις Τραμπ έχουν απλώς τη λογική παζαριού, ώστε να επιτευχθούν καλύτερες συμφωνίες.
Αν αυτό είναι εύκολο με αδύναμους συμμάχους, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν θα είναι εξίσου ευχερές με τους έως τώρα αντιπάλους. Επιπλέον, η λογική παζαριού έχει το μειονέκτημα ότι οδηγεί σε παλινωδίες που ενδέχεται να φαίνονται ή και να είναι, εντέλει, δείγμα μακροπρόθεσμης αδυναμίας. Σε αυτό το πλαίσιο, θα είναι πιθανόν πολύ πιο εύκολη μία λαφυραγώγηση δυτικών συμμάχων (ή μια δικαιότερη αναδιάταξη των υποχρεώσεων, αν το δει κανείς υπό την αμερικανική οπτική) παρά μία έλξη της Ρωσίας έξω από τον σινορωσικό άξονα ή μία ειρήνευση στην Ουκρανία εν μέσω πολέμου φθοράς. Σε πολλές περιπτώσεις, εξάλλου, ο σκοπός της λογικής του παζαριού είναι απλώς η εξαγορά χρόνου, ώστε οι αντιμαχόμενοι να προετοιμαστούν καλύτερα. Πάντως ακόμη κι αν η πολιτική Τραμπ δεν επιτύχει ως αλλαγή παραδείγματος, σηματοδοτεί μία αλλαγή συμβολικού και μια άνωθεν καλλιέργεια διαφορετικών νοοτροπιών, η οποία μπορεί να είναι μακροπρόθεσμα επιτελεστική.
Ως προς το οικονομικό σκέλος, στο Μεξικό και τον Καναδά επιβάλλονται 25% δασμοί στις εισαγωγές, ενώ στα προϊόντα ενέργειας 10%. Όμως ο Καναδάς ανακοίνωσε ότι δεν θα μείνει άπραγος, αλλά θα απαντήσει με δικούς του δασμούς. 10% δασμοί επιβλήθηκαν επιπλέον προς την Κίνα.
Σκοπός είναι η επαναβιομηχάνιση των ΗΠΑ, λ.χ. στην αυτοκινητοβιομηχανία. Βραχυπρόθεσμα, ωστόσο, υπάρχει ένα κλίμα αβεβαιότητας στις βιομηχανίες, που καθιστά δύσκολο τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, με πάγωμα παραγγελιών κ.ο.κ., αλλά και κίνδυνος στασιμοπληθωρισμού.
Κίνδυνοι από την αναβάθμιση της Τουρκίας
Στο μεταξύ το σχέδιο «Rearm Europe» σημαίνει αφενός κινδύνους για το ευρωπαϊκό κράτος προνοίας. Αφετέρου, σε ένα πλαίσιο όπου η Τουρκία είχε ορθώς και εγκαίρως συλλάβει τη σημασία της πολυπολικής εξωτερικής πολιτικής θα βρεθεί να έχει κομβική σημασία για την άμυνα της Ευρώπης. Είναι χαρακτηριστική λ.χ. η συνεργασία ανάμεσα στην ιταλική αμυντική βιομηχανία Leonardo και την τουρκική εταιρεία Baykar, που, μεταξύ άλλων, εξειδικεύεται στο να παράγει drones. Η Baykar που ανήκει στο στενό οικογενειακό περιβάλλον του Προέδρου Ερντογάν έχει αγοράσει την ιταλική βιομηχανία Piaggio Aerospace, η οποία ειδικεύεται στις μηχανές αεροσκαφών. Με τον τρόπο αυτό η Τουρκία βρίσκεται στην πρωτοπορία του ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος για drones, που αναμένεται να φτάσει μέχρι και τα 100 δισεκατομμύρια ευρώ σε βάθος δεκαετίας. Ενώ η Ελλάδα, που πόνταρε στην πάλαι ποτέ «μονοπολική στιγμή» ως «σωστή πλευρά της Ιστορίας», θα αγωνίζεται για αλλότριους αγώνες, οι οποίοι δεν έχουν σχέση με την εθνική της ασφάλεια την ίδια στιγμή που θα καθίσταται όλο και περισσότερο δορυφόρος της Τουρκίας.

Σκίτσο του Ιταλού Enrico Bertuccioli
Ιστορικοί δεσμοί αιώνων απαξιώθηκαν από την ελληνική εξωτερική πολιτική, πλειοδοτώντας στην υποστήριξη μιας ιστορικής δυναμικής, η οποία ευνόησε μόνο την Τουρκία. Θα ήταν κρίσιμο να εξαχθεί ένα μάθημα σωφροσύνης από αυτήν την περιπέτεια. Η (αυτοπροσδιοριζόμενη ως) δημοκρατική Ελλάδα βεβαίως ούτε μπορεί ούτε πρέπει να αντιγράφει την Τουρκία, μια ευρασιατική δύναμη που χρησιμοποιεί πληθωρικά τον καιροσκοπισμό, αλλά και την υποστήριξη του τζιχαντισμού έως και γενοκτονικές πρακτικές. Η Ελλάδα, όμως, οφείλει να είναι σώφρων, σεβόμενη τις διαστάσεις της, να μην επιδεικνύει άμετρη πτωχαλαζονεία στην εξωτερική πολιτική, και να αντιλαμβάνεται καλύτερα τα μηνύματα της προϊούσας πολυπολικότητας.
Αρκεί να δούμε λίγο τη σύγκριση. Η Ελλάδα στήριξε την άμυνά της σε πανάκριβο εξοπλισμό από τη Γαλλία του Εμανουέλ Μακρόν, ο οποίος όμως τώρα σπεύδει να θεμελιώσει την άμυνα της χώρας του σε μία συνεργασία με την Τουρκία, θυμίζοντας τις εποχές των Βουρβόνων, όταν Γαλλία και Οθωμανική αυτοκρατορία ήταν οι προνομιακοί σύμμαχοι στη Μεσόγειο. Το Δημοκρατικό κόμμα απήλθε και η Ελλάδα έχει μείνει να προσδοκά οφέλη μόνο από το Ισραήλ, έχοντας διαρρήξει με τρόπο αμετροεπή τις διπλωματικές σχέσεις με τις ευρασιατικές δυνάμεις. Η Τουρκία, αντιθέτως, κλείνει το Κουρδικό, ελέγχει τη Συρία, εμφανίζεται ως εμπειροπόλεμη αιχμή της Ευρώπης, διατηρώντας καλές σχέσεις ταυτοχρόνως με ΗΠΑ, Ρωσία και Κίνα, περικυκλώνει την Ελλάδα μέσω χωρών με μουσουλμανικό στοιχείο στα Βαλκάνια, διαθέτει μια επιρροή που φτάνει ως τη Σομαλία και την Κεντρική Ασία, επιτυγχάνοντας να φτάσει στα ακραία όρια του νεο-οθωμανισμού. Σημειωτέον ότι, αν μετά τη διαφαινόμενη απόσυρση των ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο και Γαλλία στραφούν σε μια συνεργασία με την Τουρκία εναντίον της Ρωσίας, θα έχουμε μια ιστορική επανάληψη του γεωπολιτικού σκηνικού που επεκράτησε κατά τον Κριμαϊκό Πόλεμο του 1853-1856.
Στην τρέχουσα περίσταση η γεωπολιτική κρίση είναι η μακροσκοπική διάσταση μιας κρίσης, η οποία διαπερνά τις δυτικές κοινωνίες: Μια κρίση άρσεως παραδοσιακών πολιτισμών και δημοκρατικής σύνθεσης, τα οποία υποκαθίστανται από πατερναλιστικούς φιλελεύθερους θεσμούς, δίνοντας πλέον τη θέση τους σε νέες μορφές ακροδεξιάς ή λαϊκής δεξιάς που αναδύονται μέσα από αρχιπελάγη υποκουλτουρών.

Διονύσιος Σκλήρης
Ο Διονύσιος Σκλήρης έχει σπουδάσει Φιλολογία, Φιλοσοφία, Θεολογία και Ιστορία στα Πανεπιστήμια Αθηνών, Λονδίνου και Παρισίων. Έχει ασχοληθεί με το πρόβλημα του κακού, τον Μάξιμο Ομολογητή, τη λογοτεχνία και την τραπ.
https://kosmodromio.gr/
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου