Πέμπτη 30 Αυγούστου 2012

Η νεολαία μας τρέχει στις στρατιωτικές Σχολές για ένα μισθουλάκο…


Γράφει: Μαρία Παπουτσάκη


Για άλλη μια χρονιά ολοκληρώθηκε η διαδικασία των Πανελλαδικών Εξετάσεων και μόλις βγήκαν τα αποτελέσματα, είδαμε τις βάσεις των Σχολών, είπαμε τα συγχαρητήρια στους επιτυχόντες καιξεχάστηκε ο θρήνος και ο κοπετός των προηγουμένων ημερών -με τις χαμηλές επιδόσεις των υποψηφίων σε κάποια μαθήματα, όπως π.χ. η Φυσική.
Έτσι απλά, ξαναβάλαμε το κεφάλι στην άμμο, θαρρώντας πως απαντήθηκαν τα ουσιαστικά ζητήματα που τίθενται κάθε χρόνο, από τις πανελλαδικές εξετάσεις, οι οποίες αποτελούν μια άτυπη δημοσκόπηση για την ποιότητα του εκπαιδευτικού μας συστήματος συνολικά.



Κι όμως, τώρα, πιστεύω πως θα έπρεπε να αρχίζει η ουσιαστική συζήτηση. Από τις πανελλαδικές και το εκπαιδευτικό μας σύστημα, μέχρι στο τι είδους πολίτες, επαγγελματίες και εργαζόμενους θα βγάλουμε αύριο. Γιατί τα αποτελέσματα, αποτυπώνουν μεν τις κακοδαιμονίες του συστήματος, που ούτως ή άλλως απλώς καταγράφονται συνεχώς τα τελευταία χρόνια, αλλά επιπλέοναποτελούν καθρέφτη των αδυναμιών της κοινωνίας μας, της διακυβέρνησης που έχουμε και των πολιτικών σχεδιασμών που γίνονται (ή μάλλον δε γίνονται, αλλά απλώς εξαγγέλλονται) στην Παιδεία .

Κι ας αρχίσουμε από τα βασικά: Χρόνια τώρα συνηθίσαμε να θεωρούμε όλοι ότι το σύστημα των Πανελλαδικών Εξετάσεων είναι το πιο αξιόπιστο και το πιο αδιάβλητο στον τόπο μας. Άλλωστε, έχει κρατηθεί σε ισχύ δεκαετίες τώρα, πέρα από τις μικροβελτιώσεις, που μάλλον αποδείχθηκαν επιζήμιες για τις βασικές «αρετές» του συστήματος. Είναι, όμως, και το πιο αντικειμενικό, αξιόπιστο, δίκαιο και αξιοκρατικό;

Ιδού το ερώτημα.

Γιατί, με ποια λογική, καταργούνται οι μετεγγραφές (και καλώς) αλλά καθιερώνεται ένα πάζλ διαφορετικών βάσεων, ανάλογα με τον αριθμό των μελών της οικογένειας που έτυχε στον κάθε υποψήφιο, (τρίτεκνοι, πολύτεκνοι κλπ.).

Φέτος, μάλιστα, προκλήθηκε μεγάλος θόρυβος, γιατί μπήκαν μουσουλμάνοι με χαμηλές επιδόσεις (κάτω από τη βάση) σε υψηλόβαθμες σχολές. Λες κι αυτή η «εύνοια» δεν υπάρχει χρόνια τώρα, αφού η «πολιτική» ήταν και είναι να συμμετάσχουν της ελληνικής Παιδείας, αυτά τα παιδιά, για να ενταχθούν ομαλά και καλύτερα στο κοινωνικό σύνολο.

Αλλά, είναι σωστό και δίκαιο, να δίδεται έστω και μία θέση γιατί κάποιος έτυχε να έχει διαφορετικό θρήσκευμα;

Γιατί, δηλαδή, να μη βρούμε άλλους τρόπους ενίσχυσής, όχι μόνον αυτής της κατηγορίας αλλά και των άλλων, αντί να τους βάζουμε σε μια Σχολή που με τις ανεπάρκειές τους, θα την «τραβούν» προς τα κάτω ;

Όμως, το πιο σημαντικό είναι να δούμε πόσοι από εκείνους που μπήκαν, με χαμηλές επιδόσεις, σε Σχολές με απαιτήσεις, θα συνεχίσουν τις σπουδές τους πέραν του πρώτου έτους.

Σπάνιες, αλλά οδυνηρές για το σύστημα συνολικά, είναι οι έρευνες για τη φοιτητική διαρροή. Όποιον πανεπιστημιακό κι αν ρωτήσουμε, θα μας πει πως η πλειοψηφία των εισαγομένων «αγκομαχά», στην καλύτερη περίπτωση, να
κατανοήσει και τα πιο στοιχειώδη.

(Δεν είναι τυχαίο ότι ανθούν, πλέον, τα φροντιστήρια για τους φοιτητές που έχουν τις οικονομικές δυνατότητες).

Όμως, οι περισσότεροι, απογοητεύονται και αναγκάζονται να τα εγκαταλείψουν. Αυτό το φαινόμενο μπορεί, βέβαια, να είναι εκτεταμένο, αλλά δεν είναι η μοναδική αιτία που οδηγεί στην εγκατάλειψη, αφού πλέον οι περισσότεροι αναγκάζονται (για να τα βγάλουν πέρα) να ψάχνουν κάποια δουλειά απ’την ημέρα της εγγραφής τους σ’ένα Ίδρυμα.

Πάντως, είναι γεγονός ότι τα συμπεράσματα των ερευνών της φοιτητικής διαρροής, δεν οδηγούν σε σοβαρές μελέτες, όπως θα έπρεπε, αλλά απλώς σχολιάζονται επιφανειακά , πριν μπουν σ’ένα «κρατικό συρτάρι».

Φέτος ξανακούσαμε τις σκέψεις επαναφοράς του πλαφόν της βάσης του δέκα. Φτου κι απ’την αρχή.

Γιατί, βέβαια, είναι πιο εύκολο να ξαναβάλουμε τη βάση του δέκα με την φρούδα ελπίδα να «ξορκίσουμε» έτσι τις αδυναμίες του τρόπου παροχής γνώσεων στην Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.

Φέτος, όπως και πέρσι, όπως και πρόπερσι, τα παιδιά έδειξαν ότι συναισθάνονται βαθιά την οικονομική κρίση.

Πρώτ’απ’όλα, πολλοί νέοι επέλεξαν σχολές στον τόπο κατοικίας τους, κι ας μην τους άρεσαν, κι ας έχουν λιγότερες προοπτικές από άλλες ,απαιτητικότερες, που θα μπορούσαν να μπουν αλλά βρίσκονται μακριά απ’το σπίτι τους. Η επιβίωση, δηλαδή, μπήκε στη ζωή μας επιτακτικά σαν μαχαίρι στο λαιμό και οδηγεί σε απίστευτες, πολύμορφες στρεβλώσεις, υπονομεύοντας πλέον την κοινωνία μας και στο απώτερο αύριο. Ετσι, οι βάσεις στις στρατιωτικές και στις Σχολές αστυνομίας, σε συνδυασμό με τη μείωση των θέσεων, φτάσανε στα ύψη. Παιδιά που μόχθησαν για να εισαχθούν με άριστες βαθμολογίες προτίμησαν μια επαγγελματική αποκατάσταση στον συνεχώς βαλλόμενο και υποβαθμιζόμενο τομέα του δημοσίου, που καλά κρατεί στις προτιμήσεις των παιδιών.

Των νέων που σκύβουν το κεφάλι ενώπιον της οικονομικής κρίσης και αναγκάζονται να πάνε κόντρα στην ίδια τους τη φύση, που τους θέλει τολμηρούς, επαναστάτες και μη βολεμένους. Παιδιά με ταλέντα και προσόντα, που θα είχαν βέβαιη ανάδειξη σε Σχολές με πρωτοποριακά, σύγχρονα και ευέλικτα προγράμματα σπουδών, που θα οδηγούσαν σ’ένα «καινούργιο, γενναίο κόσμο», δεν πρόκειται ποτέ να βρουν το δρόμο που τους ταιριάζει και τους αξίζει.

Πρώτ’απ’όλα γιατί δεν υπάρχει σοβαρός επαγγελματικός προσανατολισμός στο Λύκειο αλλά, κυρίως, γιατί τέτοιου είδους Σχολές ουσιαστικά δεν υπάρχουν. Κι όσες κουτσά-στραβά ιδρύθηκαν με αυτόν τον προσανατολισμό, είναι πρόχειρα σχεδιασμένες, υπολειτούργησαν σε μεγάλο βαθμό και εν τέλει απαξιώθηκαν στην αγορά και -συνεπώς- στη συνείδηση των νέων. Γιατί η χώρα, χωρίς στόχους και σοβαρούς σχεδιασμούς ανάπτυξης, είναι εκείνη που οδηγεί τα παιδιά της στην «πεπατημένη», τη μίζερη σιγουριά (;) ενός επαγγέλματος που ενδεχομένως, ουδόλως ενδιαφέρει τη συντριπτική πλειοψηφία των επιτυχόντων, πέραν του ότι οδηγεί σ’ένα μισθουλάκο του δημοσίου. Κι αυτό, παρά το γεγονός ότι ειδικά αυτή την περίοδο βάλλονται από παντού τα λεγόμενα ειδικά μισθολόγια (αστυνομία, ένοπλες δυνάμεις κ.α).

Η σκέψη των παιδιών είναι απλή: πολύ λιγότερα αλλά σίγουρα λεφτά.

Σε λίγο θα αρχίσει και η συζήτηση για το σχέδιο «Καλλικράτης» που μετονομάσθηκε σε «σοφή» Αθηνά με συγχωνεύσεις και καταργήσεις Σχολών, ακόμη και Ιδρυμάτων. Το πόσο σοφό θα είναι το αποτέλεσμα απομένει να το δούμε.

Αλλά, φοβούμαι, πως και πάλι , παρά τις εξαγγελίες για σύνδεση των σπουδών με τους αναπτυξιακούς στόχους μας, θα αναλωθούμε σε συζητήσεις επί συζητήσεων και στο τέλος το αποτέλεσμα θα είναι μηδαμινό έως ανύπαρκτο, αφού είναι πλέον η βέβαιον, ότι θα εξαντληθούμε στο διάλογο και θα σκοντάψουμε στις κοντόφθαλμες τοπικιστικές αντιλήψεις περί ανάπτυξης και εκσυγχρονισμού.

Παρ’όλα αυτά, πιστεύω πως έστω και αργά, έστω και με το βήμα του κάβουρα, θα πρέπει να αρχίσουμε να συζητούμε για τα ουσιαστικά και τα απαραίτητα πριν μας καλύψει όλους το «τσουνάμι» της μιζέριας και της ανασφάλειας.

http://www.aixmi.gr