Παρασκευή 21 Απριλίου 2017

Γαλλικές Εκλογές: Κρίσιμη μάχη σε μια Ευρώπη που βράζει

Μπαίνουμε σε μια εποχή στην πολιτική, κατά την οποία οι δηλώσεις που αρχίζουν με τη φράση «Θα είναι η πρώτη φορά που…», θα σημαίνουν πως κάτι, που στο παρελθόν ήταν αδιανόητο να συμβεί, πρόκειται πραγματικά να συμβεί. Αυτές οι γαλλικές προεδρικές εκλογές είναι οι πρώτες κατά τις οποίες το Εθνικό Μέτωπο (FN) περνά στο δεύτερο γύρο χωρίς αμφιβολία: υπάρχει μάλιστα μια πιθανότητα (αν κι ακόμη δείχνει εξαιρετικά απίθανο) να κερδίσει. 

Serge Halimi
Για πρώτη φορά, κανείς δεν υπερασπίζεται το ρεκόρ των πέντε τελευταίων ετών, παρότι δυο πρώην υπουργοί του απερχόμενοι προέδρου είναι ακόμη όρθιοι: ο Μπενουά Αμόν του Σοσιαλιστικού Κόμματος και ο Εμμανουήλ Μακρόν του «En Marche!» (Προς τα εμπρός!). Είναι επίσης η πρώτη φορά που οι υποψήφιοι του Σοσιαλιστικού Κόμματος αλλά και της Δεξιάς που κυβερνούν τη Γαλλία από τις αρχές της Πέμπτης Δημοκρατίας, θα μπορούσαν και οι δυο να μείνουν εκτός του δεύτερου γύρου. 

Δεν υπάρχει προηγούμενο εκστρατείας με τόσο κακή προβολή στα δελτία ειδήσεων, με νομικές διαδικασίες να λαμβάνουν χώρα παράλληλα και με μια ανικανότητα να επικεντρωθεί σε οποιοδήποτε ζήτημα ουσίας για περισσότερο από 24 ώρες. Και ασφαλώς δεν υπάρχει προηγούμενο παράδειγμα ενός μεγάλου υποψηφίου (Φρανσουά Φιγιόν) να ερευνάται από τη δικαιοσύνη για κατάχρηση δημοσίων πόρων, ενώ παράλληλα διακήρυττε για μια δεκαετία ότι η Γαλλία βρίσκεται σε πτώχευση. 

Ο ρόλος του απερχόμενου Ολάντ 

Το γεγονός ότι ο σημερινός πρόεδρος δεν είναι υποψήφιος κρύβει από πίσω την προέλευση όλων των παραπάνω. Ο Φρανσουά Ολάντ υπήρξε ο λιγότερο λαοφιλής αρχηγός του κράτους στην ιστορία της Πέμπτης Δημοκρατίας, αμέσως μετά τον προκάτοχό του Νικολά Σαρκοζί, που ο λαός του αρνήθηκε μια δεύτερη θητεία στην κάλπη. 

Ωστόσο, ο Ολάντ έχει παραδεχτεί ότι είχε «για πέντε χρόνια περισσότερο ή λιγότερο την απόλυτη εξουσία»: Τον Ιούνιο του 2012, οι Σοσιαλιστές για πρώτη φορά είχαν αποτελεσματικό έλεγχο της προεδρίας, της κυβέρνησης, της Βουλής, της Γερουσίας, των 21 από τις 22 μητροπολιτικές περιοχές, των 56 από τα 96 τμήματα και των 27 από τις 39 πόλεις της χώρας με πάνω από 100.000 κατοίκους. 

Η αμφισβήτηση της Πέμπτης Δημοκρατίας

Η άσκηση της εξουσίας από τον Ολάντ ήταν τόσο διακριτική, όσο και μοναχική. Ο ίδιος κήρυξε την χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης, ενέπλεξε τη Γαλλία σε εξωτερικές συγκρούσεις και εξουσιοδότησε χτυπήματα με drone κατά υπόπτων για τρομοκρατία. Άλλαξε τους εργασιακούς νόμους, χρησιμοποιώντας το άρθρο 49.3 του Συντάγματος για να αναγκάσει την κοινοβουλευτική πλειοψηφία του σε μια μεταρρύθμιση που αρνήθηκε να εγκρίνει και για την οποία ούτε εκείνη, ούτε όμως και ο ίδιος ο Ολάντ είχαν τη λαϊκή εντολή. Επίσης επανασχεδίαζε το χάρτη των περιοχών της Γαλλίας στο γραφείο του, στο παλάτι του Ελιζέ. 

Όλα αυτά θέτουν πιεστικά ερωτήματα σχετικά με τους θεσμούς της Πέμπτης Δημοκρατίας, τους οποίους ο Αμόν (Σοσιαλιστές) και ο Μελανσόν (Ανυπότακτη Γαλλία) έχουν δηλώσει ότι θα αμφισβητήσουν αλλά ο Φιγιόν (Ρεπουμπλικάνοι) και ο Μακρόν (Προς τα εμπρός!) δέχονται, όπως και η Μαρίν Λεπέν (Εθνικό Μέτωπο). Δεν υπάρχει άλλη δυτική δημοκρατία στην οποία να συγκεντρώνεται τόση δύναμη στα χέρια ενός ατόμου. Εκτός από τον πολύ πραγματικό κίνδυνο να χρησιμοποιηθούν οι θεσμοί αυτοί από έναν αρχηγό του κράτους πολύ λιγότερο ευνοϊκό από τον Ολάντ, οι μεγαλοπρεπείς δηλώσεις σχετικά με την Γαλλική Δημοκρατία καταλήγουν σε ένα γεγονός που ο Ολάντ κατέστησε ολοκληρωτικά σαφές: η μοναχική άσκηση της εξουσίας καθιστά δυνατόν να καταστρατηγηθούν οι προεκλογικές υποσχέσεις, οι οποίες θα πρέπει να αποτελούν τη βάση της λαϊκής εντολής. 

Ο Ολάντ δεσμεύτηκε να υπερασπιστεί τους μεταλλουργούς της Γαλλίας αλλά ενέκρινε το κλείσιμο του εργοστασίου χάλυβα στην Φλόραντζ. Υποσχέθηκε να επαναδιαπραγματευτεί το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης της ΕΕ αλλά εγκατέλειψε την προσπάθεια μετά την έναρξη της θητείας του. Υποσχέθηκε να αντιστρέψει την τάση της ανεργίας μέχρι το τέλος του 2013 αλλά αυτή συνέχισε να αυξάνεται για τρία χρόνια. Ωστόσο, αν οι άνθρωποι αισθάνονται ένα αίσθημα προδοσίας είναι πιθανώς λόγω του προεκλογικού συνθήματος του 2012 που εκείνος απηύθυνε επανειλημμένα: «Ο μόνος μου εχθρός είναι ο κόσμος της οικονομίας». Ωστόσο, ο Ολάντ επέλεξε τον Μακρόν, πρώην επενδυτή της τράπεζας Ρότσιλντ ως σύμβουλο οικονομίας του και κατόπιν του έδωσε το υπουργείο οικονομίας. 

Οι αγαπημένες ιδέες του Μακρόν 

Η δημοτικότητα του Μακρόν στις δημοσκοπήσεις είναι το πιο ανησυχητικό, διότι υπάρχει ο κίνδυνος να αναδειχτεί αρχηγός του κράτους ο διάδοχος ενός προέδρου που έκανε ρεκόρ αντιδημοτικότητας. Ο Ολάντ έχει πει: «Ο Εμανουέλ Μακρόν είναι εγώ. Ξέρει τι μου χρωστάει. Ο Μακρόν σίγουρα δεν είναι σοσιαλιστής, αλλά στην τελική ούτε ο Ολάντ είναι. Ο ένας λέει ότι είναι κι άλλος παρακάμπτει το ζήτημα. Ο Μακρόν έχει γυρίσει την πλάτη του στις αριστερές παραδόσεις που επιτίθενται στο κεφάλαιο αλλά αυτό απηχεί και τις απόψεις του Ολάντ στο βιβλίο του 1985 (Η Αριστερά είναι σε κίνηση) που έγραψε μαζί με τον υπουργό Άμυνας Ζαν Ιβ λε Ντριάν, τον Ζαν Πιερ Μιγκνάρντ και τον επικεφαλής προσωπικού του Ελιζέ Ζαν Πιερ Ζουγιέτ. Οι δυο πρώτοι υποστηρίζουν τον Μακρόν ενώ ο Ζουγιέτ εκτιμάται ότι είναι πιθανό να το πράξει. 


Μια από τις αγαπημένες ιδέες του Μακρόν εμφανίστηκε σε αυτό το βιβλίο και πλέον αυτός την αναπαράγει με κάθε ευκαιρία: Ότι πρέπει να υπάρξει μια νέα κοινωνική συμμαχία μεταξύ της μορφωμένης μεσαίας τάξης και των νεοφιλελεύθερων αφεντικών, που συνδέεται με την επιθυμία τους να εξαπλωθούν σε μια παγκόσμια αγορά. Μιλά για επιχειρηματικότητα κι όχι για κοινωνική πρόνοια, για κέρδος κι όχι για μη δεδουλευμένα έσοδα, για μεταρρυθμιστές και εκσυγχρονιστές κατά εξτρεμιστών και συντηρητικών, κανένα από τα παλιά νοσταλγικά συνθήματα για τους ταπεινούς και σκληρά εργαζόμενους εργάτες. Ακούγοντας τον Μακρόν είναι σα να ακούς τον Μπιλ Κλίντον τη δεκαετία του 1990 ή τον Τόνι Μπλερ και τον Σρέντερ λίγα χρόνια αργότερα. Η υποστήριξη στον Μακρόν θα σήμαινε την επιδίωξη αυτού του νεοφιλελεύθερου - προοδευτικού «τρίτου δρόμου» που πήραν το Δημοκρατικό Κόμμα των ΗΠΑ και οι ευρωπαίοι Σοσιαλδημοκράτες ακόμη περισσότερο κι από τον Ολάντ και στη συνέχεια τους οδήγησε στο σημερινό τους αδιέξοδο. 

Η Λε Πεν πρέπει να είναι πανευτυχής που η συζήτηση έχει μείνει σε αυτό που η ίδια αποκαλεί: «υποστηρικτές της παγκοσμιοποίησης και κόμμα των Βρυξελλών» έναντι «πατριωτών». Ο Ρίτσαρντ Φέραντ, βουλευτής των Σοσιαλιστών και βασικός παράγοντας της εκστρατείας του Μακρόν προσδοκούσε την επιθυμία της: «Από τη μία πλευρά βρίσκονται αντιδραστικοί, νεο - εθνικιστές που εστιάζουν στην ταυτότητα και από την άλλη οι προοδευτικοί που πιστεύουν ότι η Ευρώπη είναι αναγκαία». Η οριοθέτηση της ιδεολογικής συζήτησης με τέτοιο τρόπο δεν είναι τυχαία. Και για τις δυο πλευρές το ζήτημα των ταξικών συμφερόντων είναι ανύπαρκτο καθώς η μία τροφοδοτεί τους φόβους σχετικά με την εθνική ταυτότητα ενώ η άλλη επιτίθεται στα «αντιδραστικά αισθήματα». 


Αλλά με τον δέοντα σεβασμό προς τους προοδευτικούς της αγοράς, εκείνοι που πιστεύουν ότι η Ευρώπη είναι απαραίτητη ανήκουν σε συγκεκριμένη κοινωνικο - οικονομική θέση. Οι «αποσπασμένοι εργαζόμενοι» (αυτοί που αποστέλλονται για να εργαστούν σε άλλο κράτος μέλος), μια κατηγορία εργαζομένων που δημιουργήθηκε από μια οδηγία των Βρυξελλών του 1996 και οι οποίοι έχουν δεκαπλασιαστεί την τελευταία δεκαετία, είναι πιο συχνά εργάτες στις κατασκευές και τις γεωργικές εργασίες απ’ ότι χειρούργοι και αντικέρ. Αυτό που τα θύματα αυτής της οδηγίας πιστεύουν είναι προϊόν κατά κύριο λόγο του φόβου τους ότι το εργασιακό ντάμπινγκ απειλεί την ευημερία τους. Γι’ αυτούς η Ευρώπη δεν είναι Erasmus, ούτε μια «ωδή στη χαρά». 

Make your vote count 

Ο επικεφαλής πολιτικής στρατηγικής του Ντόναλντ Τραμπ Στιβ Μπάνον γνωρίζει το πλεονέκτημα που μπορεί να αποκτήσει η εθνικιστική δεξιά από την απώλεια της κοινωνικής θέσης που συνοδεύει αυτή τη «γιορτή» στο παγκόσμιο χωριό: «Ο κεντρικός πυρήνας όσων πιστεύουμε είναι ότι είμαστε ένα έθνος με μια οικονομία, όχι απλώς μια οικονομία σε κάποια παγκόσμια αγορά με ανοιχτά σύνορα, αλλά ένα έθνος με μια κουλτούρα κι έναν λόγο για να υπάρχουμε. Υπάρχουν άνθρωποι στη Νέα Υόρκη που αισθάνονται πιο κοντά σε ανθρώπους στο Λονδίνο και στο Βερολίνο, απ’ ότι σε ανθρώπους που ζουν στο Κάνσας και το Κολοράντο, κι έχουν αυτή την ελιτίστικη νοοτροπία ότι πρόκειται να υπαγορεύουν σε όλους πως ο κόσμος θα λειτουργεί». 

Όταν ο Μακρόν στις δημόσιες εμφανίσεις του - σε χώρους στολισμένους με σημαίες της ΕΕ - μιλά με ενθουσιασμό για την κινητικότητα και ζητά αναθέρμανση της οικονομίας μέσω της τόνωσης των εταιρικών κερδών και λέει ότι θα κόψει το επίδομα εργασίας για όσους αρνηθούν και δεύτερη «αξιοπρεπή» προσφορά εργασίας, είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς τις προτάσεις του από τα συμφέροντα της ολιγαρχίας του Νταβός στην χρηματαγορά και την οικονομία της γνώσης. Μπορεί κάποιος εύκολα να φανταστεί τη ζημιά στη δημοκρατία από μια επίδειξη δύναμης, όπως αυτή που τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, θέλουν να επιβάλλουν μεταξύ του Μακρόν και της Λε Πεν. 

Για πάνω από 20 χρόνια το σύνθημα «κάντε την ψήφο σας να μετρήσει» είχε ως αποτέλεσμα την παρουσίαση των δυο βασικών κομμάτων ως προπύργια ενάντια σε μια ακροδεξιά με αυξητικές τάσεις που ενισχύθηκαν, όμως από τις επιλογές αυτών των κομμάτων. «Σήμερα», είπε ο Αμόν, «το έργο του Εμανουέλ Μακρόν είναι ένα σκαλοπάτι για το Εθνικό Μέτωπο». Αντίθετα, η δύναμη του Εθνικού Μετώπου έχει ενισχυθεί από την μονοπωλιακή δύναμη των αντιπάλων του, μεταξύ των οποίων και του Σοσιαλιστικού Κόμματος. 

Το 1981, ο Φρανσουά Μιτεράν υπολόγισε ότι μια ισχυρή ακροδεξιά θα ανάγκαζε τη δεξιά σε μια συμμαχία που θα την καθιστούσε μη εκλόγιμη. Αυτή η προσέγγιση του Σοσιαλιστικού Κόμματος απέτυχε στις εκλογές του Απριλίου του 2002, όταν ο Ζαν Μαρί Λε Πεν εκτόπισε τον Λιονέλ Ζοσπέν και αντιμετώπισε τον Ζαν Σιράκ στον δεύτερο γύρο. Από τότε, η δεξιά χρειάζεται μόνο να ξεπεράσει τους Σοσιαλιστές στις εκλογές, εθνικές ή τοπικές, για να γίνει ο σωτήρας της δημοκρατίας, του πολιτισμού και τη δημοκρατίας, όπως το βλέπουν σχεδόν όλοι στην αριστερά.

Έχουμε σχεδόν μοναρχικούς θεσμούς που επιτρέπουν την πονηριά και την αποκήρυξη, μια πολιτική στην οποία έχουμε εγκλωβιστεί από το φόβο για κάτι χειρότερο. Τα ΜΜΕ φιλοξενούν τη μια πλευρά ενώ τροφοδοτούνται από την άλλη. Κι έπειτα υπάρχει η Ευρώπη. Οι περισσότερες οικονομικές και δημοσιονομικές πολιτικές της Γαλλίας εξαρτώνται σταθερά από την Ευρωπαϊκή Ένωση αν κι αυτό δεν έχει σταματήσει τις εκστρατείες από το να δίνουν την εντύπωση ότι ο επόμενος πρόεδρος θα έχει πλήρη ελευθερία δράσης. 

Παρόμοιοι στόχοι, διαφορετικά σχέδια

Μια νίκη της Λε Πεν θα μπορούσε να σημάνει το τέλος της ΕΕ. Έχει ήδη προειδοποιήσει ότι δεν θα είναι «αντιπρόεδρος της Μέρκελ». Σε περίπτωση μιας νίκης του Φιγιόν ή του Μακρόν (είναι τα φαβορί για να κερδίσουν τις εκλογές - σσ. αν ένας από τους δυο περάσει στο δεύτερο γύρο με αντίπαλο τη Λε Πεν - και παράλληλα οι υποψήφιοι που προτιμά η Μέρκελ), η συνέχεια των προέδρων που αυτοί υπηρέτησαν θα είναι εγγυημένη, η συνοχή με τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα διατηρηθεί, και η γερμανική ηγεμονία και ο γερμανικός κοινωνικός φιλελευθερισμός («ordoliberalism») - με αυτή την ηγεμονία να τον προστατεύει - θα επιβεβαιωθούν. Το ερώτημα θα τεθεί διαφορετικά στην περίπτωση του Αμόν ή του Μελανσόν. Εκτός από την συμπάθεια του Αμόν στον φεντεραλισμό και την υποστήριξή του στη δημιουργία μιας ευρωπαϊκής αμυντικής δύναμης, οι στόχοι τους μπορεί να φαίνονται παρόμοιοι. Αλλά τα σχέδιά τους για την επίτευξη αυτών των στόχων είναι εντελώς διαφορετικά, γεγονός που εξηγεί γιατί ανταγωνίζονται μεταξύ τους με κίνδυνο να βγουν και οι δυο νοκ άουτ. 


Με τον Αμόν είναι δύσκολο να αποφευχθεί μια αίσθηση déjà-vu. Στην προσπάθειά του να συμβιβάσει την προσκόλλησή του στην ΕΕ και την επιθυμία του να δει την πολιτική της λιτότητας να μετατρέπεται σε μια πολιτική πιο ευνοϊκή για την απασχόληση και το περιβάλλον (και λιγότερο ανελέητη προς τα κράτη, όπως η Ελλάδα, που έχουν γονατίσει από το χρέος), ο Αμόν έπρεπε να πείσει τον εαυτό του ότι η αλλαγή κατεύθυνσης στην οποία ελπίζει είναι δυνατή ακόμη και στο πλαίσιο των υφιστάμενων θεσμών. Η θέση ότι «η επίτευξη απτών αποτελεσμάτων, χωρίς να γυρίσουμε την πλάτη μας στην Ευρώπη», είναι νοητή. Την αισιοδοξία του στηρίζει στο γεγονός ότι η ευρωπαϊκή αριστερά έχει ανακτήσει κάποια επιρροή, ιδιαίτερα στη Γερμανία. 

Αυτό είναι σχεδόν ακριβώς το ίδιο με αυτό που είχε υποστηρίξει ο Ολάντ. Στις 12 Μαρτίου του 2012 είχε δηλώσει επίσημα στους ευρωπαίους συντρόφους του στο Παρίσι ότι ανέλαβε την υποχρέωση να επαναδιαπραγματευτεί τη συνθήκη για τον προϋπολογισμό που είχαν συμφωνήσει η Μέρκελ και ο Σαρκοζί: «Δεν είμαι μόνος μου, επειδή υπάρχει ένα προοδευτικό κίνημα στην Ευρώπη. Και δεν θα είμαι μόνος μου επειδή θα υπάρξουν οι ψήφοι του γαλλικού λαού που θα μου δώσει την εντολή». 

Ο Σεσίλ Ντουφλό, ο οποίος έγινε υπουργός στέγασης, υπενθυμίζει τι συνέβη στη συνέχεια: «Όλοι περίμεναν ο Ολάντ να δώσει μάχη με την Άνγκελα Μέρκελ. Θα γυρίζαμε επιτέλους την πλάτη μας στους Μερκοζί. Ο Μάριο Μόντι της Ιταλίας, παρά το γεγονός ότι ήταν νεοφιλελεύθερος και άκαμπτος βασιζόταν στη Γαλλία για να αντιστρέψει την τάση. Ο εξαιρετικά συντηρητικός Μαριάνο Ραχόι εκτίμησε ότι η εκλογή του Φρανσουά Ολάντ πρόσφερε την ευκαιρία να χαλαρώσει η μέγκενη στην Ισπανία. Και η Ελλάδα και η Πορτογαλία ήταν έτοιμες να ακολουθήσουν οποιονδήποτε σωτήρα για να αποφύγουν την καταστροφή». 

Όλοι γνωρίζουμε τι συνέβη: Τίποτα δεν διαφέρει ουσιαστικά σε σχέση με 15 χρόνια νωρίτερα, όταν ο Ολάντ οδήγησε τους Σοσιαλιστές και τον Λιονέλ Ζοσπέν στην κυβέρνηση. Ένα φορολογικό σύστημα είχε μόλις περάσει από διαπραγμάτευση, φαινομενικά για να προετοιμαστεί η χώρα για το ενιαίο νόμισμα. Έθετε δημοσιονομικούς κανόνες, συμπεριλαμβανομένων προστίμων για τα υπερβολικά ελλείμματα. Όταν ο Ζοσπέν ήταν αρχηγός της αντιπολίτευσης, είχε καταγγείλει τη συμφωνία ως «σούπερ - Μάαστριχτ» και ως «μια παράλογη παραχώρηση στους Γερμανούς». Ωστόσο, όταν έγινε πρωθυπουργός τον Ιούνιο του 1997, δέχτηκε όλους τους όρους της Συνθήκης του Άμστερνταμ μέσα σε λίγες ημέρες. Ο Πιερ Μοσκοβισί, τότε υπουργός για την Ευρώπη, υποστήριξε ότι σε αντάλλαγμα για τη συμφωνία εξασφάλισε «το πρώτο ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για την ανάπτυξη και την απασχόληση». Όλοι γνωρίζουμε πόσο συνταρακτική επιτυχία ήταν αυτή. 

«Από το κόμμα της ελπίδας»

Ο Αμόν και ο Μελανσόν ισχυρίζονται ότι θα επαναδιαπραγματευτούν τις ευρωπαϊκές συνθήκες. Αλλά πόσο σκληρά θα προσπαθήσουν; Ο Αμόν δεν αμφισβητεί την ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, αλλά ελπίζει να εξελίξει το καταστατικό της. Συμφωνεί με τον κανόνα του 3% για τα δημόσια ελλείμματα αλλά θέλει «πολιτικές επανέναρξης» συμβατές με τις πράσινες φιλοδοξίες του. Προτείνει «τη δημιουργία μιας δημοκρατικής συνέλευσης για την ευρωζώνη», αλλά προσθέτει, «δέχομαι ότι η πρόταση θα είναι ανοιχτή για συζήτηση, φυσικά. Δεν θα πάω στο Βερολίνο ή κάπου αλλού να πω: «Take it or leave it». Αυτό δεν έχει νόημα». 


Ορισμένες από αυτές τις μεταρρυθμίσεις απαιτούν την ομόφωνη συμφωνία των κρατών - μελών της ΕΕ και δεν υπάρχει καμιά γερμανική υποστήριξη για κανένα από αυτά. Ο Αμόν ελπίζει ότι μπορεί να μετασχηματίσει την κατάσταση μέσω «ενός τόξου συμμαχιών της ευρωπαϊκής αριστεράς». Απορρίπτει το μη ενθαρρυντικό προηγούμενο του 2012: «Πιστεύω ότι οι Γερμανοί είναι πιο ανοιχτοί σήμερα απ’ ό, τι όταν ήρθε στην εξουσία ο Ολάντ». Η κατάτμηση της ΕΕ και η προοπτική αλλαγής κυβέρνησης στη Γερμανία μπορεί να μεταβάλει τα πράγματα υπέρ του. «Είμαι από το κόμμα της ελπίδας», υποστηρίζει. 

Οι ελπίδες του Μελανσόν έχουν αλλάξει από το 2012. Εφόσον δεν υπάρχει «προοδευτική πολιτική» στην ΕΕ αυτή τη στιγμή, χωρίς «συντονισμένη απόσυρση από τις ευρωπαϊκές συνθήκες» ή «αναδιατύπωσή τους» (Σχέδιο Α), δεν αποκλείει πλέον μονομερή απόσυρση (Σχέδιο Β). Δεδομένου ότι δεν έχει μεγάλη πίστη σε μια συντονισμένη ώθηση από την αριστερά στο εγγύς μέλλον, δεδομένου ότι έχει παρακμάσει τα τελευταία χρόνια, πιστεύει ότι η Γαλλία ως το δεύτερο ισχυρότερο κράτος της ΕΕ, «γίνεται η κινητήρια δύναμη της ευρωπαϊκής μάχης». 


Ο Ζακ Τζενερό, συν-δημιουργός του προεδρικού προγράμματος του Μελανσόν συνοψίζει: «Ο εξαναγκασμός της Γαλλίας σε αποχώρηση θα σήμαινε το τέλος του ευρώ και απλά το τέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν έχει κανένας συμφέρον να αναλάβει τέτοιο ρίσκο. Ειδικά η Γερμανία». Ως εκ τούτου, ακόμη κι αν αρνείται να συναινέσει στους κανόνες της ΕΕ που περιορίζουν τις οικονομικές της προτεραιότητες, «η Γαλλία μπορεί χωρίς φόβο, και αν το επιθυμεί, να παραμείνει στο ευρώ για όσο χρονικό διάστημα θέλει». 

Η ΕΕ αδιαφορεί για τις δημοκρατικές επιλογές των λαών της, πεπεισμένη ότι οι συνθήκες ‘κλειδώνουν’ από τις θεμελιώδεις κατευθύνσεις που ακολουθούν τα κράτη μέλη. Μετά την απόφαση της Βρετανίας για Brexit και τη νίκη του Trump, η πολιτική έχει πάρει την εκδίκησή της: Τώρα μια φλεγόμενη ΕΕ παρακολουθεί όλες τις εθνικές εκλογές σαν να εξαρτάται από αυτές η ζωή της. Ακόμη και η νίκη ενός από τους δυο Γάλλους υποψήφιους που έχουν την ευλογία της δεν θα την καθησυχάσει για πολύ. 

* Ο Σερζ Χαλιμί είναι πρόεδρος και διευθυντής της Le Monde Diplomatique

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου