Το 1990, ο Μάικλ Ιγκνάτιεφ, γράφοντας για το Πάσχα στον Observer, παρατηρούσε ότι «οι κοσμικές κοινωνίες δεν κατάφεραν ποτέ να δημιουργήσουν εναλλακτικές στα θρησκευτικά τελετουργικά». Επισήμαινε ότι η Γαλλική Επανάσταση «μπορεί να μετέτρεψε τους υπηκόους σε πολίτες, μπορεί να χάραξε το liberté, égalité, fraternité στο ανώφλι κάθε σχολείου και να λεηλάτησε τα μοναστήρια, αλλά, πέρα από τη Δεκάτη Τετάρτη Ιουλίου, δεν άφησε ουσιαστικό αποτύπωμα στο παλιό χριστιανικό ημερολόγιο».
Το θέμα μου ίσως αποτελεί τη μοναδική αδιαμφισβήτητη “τομή” που πέτυχε ένα κοσμικό κίνημα στο χριστιανικό ή σε οποιοδήποτε επίσημο ημερολόγιο: μια γιορτή που το 1990 είχε αναγνωριστεί επισήμως σε 107 κράτη. Και, επιπλέον, πρόκειται για μια περίσταση που δεν καθιερώθηκε από τη δύναμη κυβερνήσεων ή κατακτητών, αλλά από ένα εντελώς ανεπίσημο κίνημα φτωχών ανδρών και γυναικών. Μιλώ για την Πρωτομαγιά, ή ακριβέστερα για την Πρώτη του Μάη, τη διεθνή γιορτή του εργατικού κινήματος, της οποίας η εκατονταετηρίδα θα έπρεπε να είχε εορταστεί το 1990, αφού εγκαινιάστηκε το 1890.
Το «θα έπρεπε» είναι η σωστή διατύπωση, γιατί, πέρα από τους ιστορικούς, λίγοι έδειξαν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για αυτή την επέτειο — ούτε καν τα σοσιαλιστικά κόμματα που αποτελούν τους άμεσους απογόνους εκείνων που, στα ιδρυτικά συνέδρια αυτού που έμεινε γνωστό ως Δεύτερη Διεθνής το 1889, κάλεσαν σε μια ταυτόχρονη διεθνή εργατική διαδήλωση υπέρ της θέσπισης οκτάωρης εργάσιμης ημέρας την 1η Μαΐου 1890. Αυτό ισχύει ακόμη και για τα κόμματα που συμμετείχαν πράγματι σε εκείνα τα συνέδρια και εξακολουθούν να υπάρχουν. Τα κόμματα της Δεύτερης Διεθνούς ή οι διάδοχοί τους σήμερα συγκροτούν κυβερνήσεις ή αποτελούν τις κύριες αντιπολιτεύσεις σχεδόν σε όλη την Ευρώπη δυτικά της περιοχής που κάποτε αυτοαποκαλούνταν «υπαρκτός σοσιαλισμός». Θα περίμενε κανείς να επιδεικνύουν μεγαλύτερη υπερηφάνεια — ή έστω μεγαλύτερο ενδιαφέρον — για το παρελθόν τους.


