Ερωτήματα για έναν πόλεμο που μαίνεται εδώ και δύο μήνες και δεν φαίνεται να τείνει προς μια νίκη της μέχρι τώρα υπερδύναμης του πλανήτη.
Έχουν περάσει ακριβώς δύο μήνες από την αρχή του πολέμου στο Ιράν και τα αποτελέσματα για τις Ηνωμένες Πολιτείες δεν φαίνεται να τείνουν προς μια νίκη, ερωτήματα μάλιστα προκύπτουν συνεχώς για το κατά πόσο ο πόλεμος αυτός συνέφερε και τη μέχρι τώρα υπερδύναμη του πλανήτη.
Η αμφιβολία και οι τριγμοί εντός της συμμαχίας της Δύσης ήδη ξεκινούν να αναδεικνύουν τις αμφιβολίες για επιτυχία και ο απόηχος μιας ήττας θα μπορούσε να φέρει όχι μόνο προβλήματα για την κυβέρνηση Τραμπ στις ενδιάμεσες εκλογές αλλά και αμφισβήτηση προς κράτη εταίρους της για συνέχιση της συνεργασίας τους. Εν τέλει ποιοι ήταν οι στόχοι των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο αυτό; Τι προοπτικές υπάρχουν για τις συνομιλίες στην Ισλαμαμπάντ; Και τι ακριβώς διακυβεύεται σε αυτή τη σύγκρουση; Θα προσπαθήσουμε σε ένα αρκετά συνοπτικό άρθρο να θέσουμε τα γεγονότα και να βγουν κάποια πορίσματα.
Οι αλλαγές στο status quo της Μέσης Ανατολής και οι οιωνοί της σύγκρουσης
Το Ιράν έχει τις τελευταίες δεκαετίες αποδειχθεί ένας από τους ικανότερους αντιπάλους των ΗΠΑ και του Ισραήλ, τουλάχιστον από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 και έπειτα. Ήδη από τις αρχές εκείνης της δεκαετίας το Ισραήλ προειδοποιούσε τους συμμάχους του για το ενδεχόμενο της ισχυροποίησης του Ιράν και τον ρόλο του στην περιοχή. Για να κατανοήσουμε όμως αυτό το γεγονός πρέπει πρώτα από όλα να κατανοήσουμε τις αλλαγές στην ισορροπία ισχύος στην περιοχή και ειδικότερα τις περιπτώσεις του Ιράκ, του Λιβάνου και της Συρίας.
Το Ισραήλ ως εμπροσθοφυλακή του δυτικού κόσμου στη Μέση Ανατολή και μέσω των δικτύων που ήδη είχε θεμελιώσει μπορούσε πιο εύκολα να προβλέψει την άνοδο της ιρανικής επιρροής, μάλιστα είχε ήδη αντιμετωπίσει εμμέσως τις ικανότητες των Ιρανών στον εμφύλιο του Λιβάνου μέσω της τότε νεοσύστατης Χεζμπολάχ και της Αμάλ. Στο πλαίσιο λοιπόν της κατάρρευσης του υπαρκτού σοσιαλισμού και της ανόδου των ισλαμιστικών ρευμάτων φαινόταν ήδη η προοπτική μιας ισχυροποίησης του Ιράν σαν κύριος αντίπαλος στην περιοχή.
Η προοπτική αυτή εξακριβώθηκε με τα γεγονότα του πολέμου του Λιβάνου το 2006, την ενδυνάμωση των σχέσεων με την μπααθική Συρία, τη συμμαχία Χαμάς-Ιράν και με την άνοδο των σιιτικών πολιτοφυλακών στην πολιτική του Ιράκ (ιδίως μετά το 2008 και τη νίκη κατά του ISIS). Το Ιράν κατάφερε μέσα σε μερικά χρόνια να αμφισβητεί την επιρροή του δυτικού κόσμου σε όλη τη Μέση Ανατολή, να δημιουργήσει τον άξονα της αντίστασης όπως και να καταστεί βασικός οικονομικός σύμμαχος της Ρωσίας και της Κίνας.
Η επιμονή των Ιρανών για την ανάπτυξη του πυρηνικού προγράμματος για την ενεργειακή του ασφάλεια (γεγονός που οι ΗΠΑ και το Ισραήλ εξ αρχής έβλεπαν ως τον κίνδυνο δημιουργίας νέας πυρηνικής δύναμης) καθώς και η είσοδος τους στον οργανισμό SCO (Shanghai Cooperation Organisation) το 2023 και BRICS το 2024 σφυρηλάτησαν θεμέλια για να γίνει το Ιράν ένας περιφερειακός ηγεμόνας, ο οποίος μάλιστα είναι θεσμικά κατά του Ισραήλ. Ένας περιφερειακός ηγεμόνας που ήδη θεωρούταν πρωτοπόρος σε στρατιωτικές τεχνολογίες (βαλλιστικό πρόγραμμα και drones), που εξήγαγε τουλάχιστον το 80% του πετρελαίου του στον ίσως πιο βασικό ανταγωνιστή των ΗΠΑ (υπολογίζεται έως και 20% των προμηθειών στην Κίνα) παρακάμπτοντας μάλιστα τις κυρώσεις, βοηθούσε την οικονομία της Βενεζουέλας και ο οποίος ήδη ενεργά είχε αρχίσει να παίρνει μέρος στην «αποδολαριοποίηση» μέσω των εισαγωγών και εξαγωγών του.
Μόνο τον στρατιωτικό ρόλο του Ιράν στη Μέση Ανατολή να ερευνήσει κανείς θα καταλάβει ότι η επιρροή του μέσω του άξονα της αντίστασης ήταν ήδη ένα μεγάλο πρόβλημα για το νατοϊκό μπλοκ. Το κίνημα Ανσάρ Αλλάχ (Χούθι) όχι μόνο είχε αντέξει στην πίεση από Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ και στόλο νατοϊκών χώρων αλλά μπορούσε και να μπλοκάρει την χρήση της Ερυθράς Θάλασσας για το θαλάσσιο εμπόριο ανεβάζοντας τα κόστη των μεταφορών. Η Χαμάς σε έναν επώδυνο πόλεμο φθοράς είχε αναγκάσει τις ΗΠΑ να αποσπάσουν πόρους από την Ουκρανία συνάμα με τα χτυπήματα του Ιράν (πχ πόλεμος 12 ημερών) που αμφισβήτησαν τις ικανότητες της ισραηλινής αεράμυνας και χτύπησαν ακόμα και τα κεντρικά της Μοσάντ. Και αυτά παραμένουν μονάχα κάποια παραδείγματα σε μια περίοδο όπου οι ΗΠΑ είχαν αναγκαστεί να αποχωρήσουν από το Αφγανιστάν, είχαν μειώσει δραματικά τις δυνάμεις στο Ιράκ, η Ουκρανία δεν έδειχνε προοπτική νίκης και όπου τα αποτελέσματα της πτώσης της κυβέρνησης Άσαντ είχαν αμφίβολα αποτελέσματα.
Οπότε με μια σύνοψη των επίδικων των τελευταίων δεκαετιών κατανοούμε ότι οι ΗΠΑ έβλεπαν την ανάγκη για την επιβολή της ισχύος τους ξανά επί την υφήλιο και ειδικότερα στη Μέση Ανατολή καθώς η ισχύς τους τέθηκε υπό αμφισβήτηση και με την Κίνα να βρίσκεται σε μια συνεχή άνοδο. Όμως υπάρχει και ένα άλλο δομικό ζήτημα για τις ΗΠΑ.
Δολάριο και παγκόσμια οικονομία
Η Μέση Ανατολή έχει μια ιδιαίτερη σημασία για τις Ηνωμένες Πολιτείες καθώς η οικονομία τους έχει μια άρρηκτη σχέση με την αγορά του πετρελαίου. Ήδη από την δεκαετία του ’70 η αμερικανική οικονομία στηρίζεται στο λεγόμενο «πετροδόλαρο», δηλαδή στη χρήση του αμερικανικού δολαρίου στις αγοραπωλησίες πετρελαίου ως αντίτιμο. Η χρήση του νομίσματος στην παγκόσμια αγορά ενέργειας είναι λοιπόν και ένας βασικός πυλώνας για τη βιωσιμότητα της αμερικανικής (και όχι μόνο) οικονομίας καθώς η παγκόσμια ζήτηση για δολάρια «χρηματοδοτεί» το αμερικανικό χρέος και κρατά την αμερικανική οικονομία ζωντανή. Το παραπάνω αποτελεί και ένα σημαντικό πρόβλημα για τα τριτοκοσμικά κράτη τα οποία αναγκάζονται να δραστηριοποιούνται στην παγκόσμια αγορά με ένα νόμισμα πολλές φορές ισχυρότερο από το δικό τους δίνοντας μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη στον δυτικό κόσμο (αυτό είναι ένα ζήτημα και εκτός της αγοράς πετρελαίου).
Προφανώς τα παραπάνω αποτελούν μια υπεραπλούστευση παρόλα αυτά είναι σημαντικό να τεθούν κάποια πλαίσια για να εξηγηθεί το πρόβλημα των BRICS και της προσπάθειας «αποδολαριοποίησης» καθώς και ο ρόλος του Ιράν σε αυτό. Οι κινήσεις της Κίνας και της Ρωσίας μέσω των BRICS έστειλαν τριγμούς προς τις ΗΠΑ καθώς έθεσαν τα θεμέλια για τη χρήση άλλων νομισμάτων πέρα του δολαρίου για τις διακρατικές συναλλαγές τους συνάμα με την είσοδο και αλλού συστήματος συναλλαγών παρακάμπτοντας το SWIFT (οι συναλλαγές περνούν μέσω του FED). Με λίγα λόγια ένας από τους μεγαλύτερους καταναλωτές υδρογονανθράκων (Κίνα) πλέον μείωνε δραστικά την ανάγκη του σε δολάρια και έθετε ένα προηγούμενο για να ακολουθήσουν περισσότερα κράτη. Στη Μέση Ανατολή ειδικά αποτελεί πρόβλημα καθώς ο Περσικός Κόλπος αναλογεί τουλάχιστον στο 20% της παγκόσμιας προμήθειας υδρογονανθράκων στην παγκόσμια αγορά και το Ιράκ που κατέχει κάποιες από τις μεγαλύτερες πηγές είναι φιλικό προς το Ιράν.
Κατόπιν αυτών των εξελίξεων μπορούμε να παρατηρήσουμε και την πιο επιθετική πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών η οποία φαίνεται να κεντρίζει σε τρεις παραμέτρους Α) διάσωση της οικονομίας του δολαρίου Β) εξασφάλιση ενεργειακής ασφάλειας (για μελλοντικούς πολέμους ειδικά) Γ) επιβολή ισχύος στις περιοχές που χάνεται. Και είναι αυτές ακριβώς οι παράμετροι που κεντρίζουν στον παράγοντα Κίνα και τους συμμάχους της, δεν αποτελεί μάλιστα διόλου τυχαίο γεγονός ότι ένας πρωταρχικός στόχος αποτέλεσε η Βενεζουέλα η οποία κατέχει κάποια από τα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου αλλά και στρατιωτική δύναμη στη «γειτονιά» των ΗΠΑ (και βασικός οικονομικός και στρατιωτικός εταίρος Ρωσίας-Κίνας).
Άρα από τα παραπάνω καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι το ζήτημα Ιράν όπως και το ζήτημα Κίνα ή Ρωσία εν τέλει αποτελεί ένα δομικό ζήτημα για την πρωτοκαθεδρία των ΗΠΑ και των συμμάχων της. Μια πτώση της αμερικανικής οικονομίας ή της στρατιωτικής της ισχύς έχει απόηχους που χτυπούν όλο τον δυτικό κόσμο καθώς αποτελεί το κέντρο μιας επί της ουσίας αυτοκρατορίας, δεν νοείται ευρωπαϊκή οικονομία πχ δίχως το χρηματοπιστωτικό σύστημα των ΗΠΑ καθώς τα δύο συστήματα έχουν σχέση αλληλεξάρτησης όπως απέδειξε εξάλλου και η κρίση του 2008.
Η πολιορκία του Ιράν
Στις 28 Φλεβάρη μαχητικά αεροσκάφη ξεκινούν μια αναμενόμενη σύγκρουση με το Ιράν χτυπώντας βάσεις, υποδομές στρατού και προσπαθώντας να αποκεφαλίσουν την ηγεσία. Οι ΗΠΑ μετά από μήνες κινητοποίησης δυνάμεων ξεκινούν μια προσπάθεια για να εμποδίσουν τις ικανότητες του Ιράν για απάντηση, συγχρόνως με τη χρήση του πολεμικού ναυτικού ξεκινούν τον αποκλεισμό του Ιράν και εμποδίζουν τον λεγόμενο «σκιώδη στόλο» από το να συνεχίσει τις εξαγωγές. Όλες οι ενδείξεις δείχνουν ότι το μέγεθος της βίας από τα χτυπήματα των ΗΠΑ και Ισραήλ είχε στόχο το να κάνουν τη χώρα να παγώσει, να καταστρέψουν τις υποδομές και να επιβάλουν όρους. Γίνεται απόπειρα δολοφονίας κατά του προέδρου Πεζεσκιάν και δολοφονείται μεταξύ πολλών άλλων ο ανώτατος θρησκευτικός ηγέτης Αλί Χαμενεΐ με την προοπτική ότι ένα πλήγμα που θα δημιουργήσει χάος στην κεντρική εξουσία μπορεί να πυροδοτήσει εξέγερση όπως εκείνη που αποπειράθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο. 

Παρά τα χτυπήματα όμως σε ηγεσία, στρατό και υποδομές η εξέγερση αυτή δεν φαινόταν στον ορίζοντα. Παρά τις εκκλήσεις του Τραμπ και του Σάχη κατάφεραν εν τέλει μόνο το αντίθετο αποτέλεσμα, μια κοσμοσυρροή Ιρανών στους δρόμους υπέρ της κυβέρνησης. Φαίνεται πως η λεγόμενη «εξέγερση» του Δεκέμβρη, που με βάση τα στοιχεία πιο πολύ για χτυπήματα αντιφρονούντων ομάδων εν μέσω διαδηλώσεων φάνηκαν, δεν κατάφερε να ευαισθητοποιήσει τον κόσμο αλλά μάλλον πέτυχε το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή να ατσαλώσει την προσήλωση του κόσμου στο κράτος. Οι εικόνες ήταν άνευ προηγουμένου, κόσμος να διαδηλώνει κατά των ΗΠΑ και Ισραήλ ενώ γίνονταν χτυπήματα από αέρος. Μπορούμε να πούμε πως στο ψυχολογικό κομμάτι του πολέμου οι Ιρανοί ήταν ήδη νικητές και όποια αντιπολίτευση και να υπάρχει μάλλον ένιωσε ότι είναι ακατάλληλη η συγκυρία για να δράσει.
Τα γεγονότα άφησαν ανοιχτά τα σενάρια μόνο για επέμβαση ή για στραγγαλισμό της χώρας σε βάθος χρόνου. Όμως το Ιράν ήδη ανταπαντούσε χτυπώντας ασταμάτητα και την τελευταία βάση των ΗΠΑ στην περιοχή με ζημιές που σε ένα βαθμό εμπόδισαν την κανονική λειτουργία τους. Μάλιστα το Ιράν πήρε και ένα μεγάλο ρίσκο και διεύρυνε τον πόλεμο χτυπώντας επίσης στόχους εκτός βάσεων δίνοντας ηχηρό μήνυμα για το τι επρόκειτο να συμβεί σε περίπτωση συμμετοχής. Παράλληλα οι Φρουροί της Επανάστασης φαίνεται πως είχαν περάσει σε αποκεντρωμένο σύστημα όπου η κάθε μονάδα κατά τόπους μπορούσε να λειτουργεί με σχετική αυτονομία, κάμπτοντας έτσι την επίδραση των χτυπημάτων κατά της ηγεσίας. Και φυσικά τέθηκε σε εφαρμογή το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, παγώνοντας μεγάλο κομμάτι του διεθνούς εμπορίου και επιτρέποντας σχεδόν μόνο σε κινεζικά συμφέροντα να δραστηριοποιούνται, ενώ παράλληλα το αμερικανικό ναυτικό είχε αναγκαστεί να εξέλθει από τον Περσικό Κόλπο για να αποφευχθούν απώλειες.
Τα αποτελέσματα ήταν καταστροφικά για τις ΗΠΑ και τις χώρες που είχαν παραχωρήσει έδαφος για αμερικανικές βάσεις. Οι οικονομίες των αραβικών κρατών του Περσικού Κόλπου βίωσαν ένα πάγωμα της οικονομίας και σημαντικές στρατιωτικές υποδομές, όπως ραντάρ που καταστράφηκαν μαζί με γραφεία μεγάλων επιχειρήσεων και υπηρεσιών πληροφοριών. Η αεράμυνα των συστημάτων Patriot βίωσε επίσης μια αμφισβήτηση της ικανότητας της καθώς δεν μπόρεσε να αναχαιτίσει το πλήθος των drones και των βαλλιστικών πυραύλων. Παράλληλα το Ιράν φρόντισε μέσω δικών του δυνάμεων όπως και μέσω του PMF (Δυνάμεις Λαϊκής Κινητοποίησης του Ιράκ) να πλήξει στόχους στο Ιρακινό Κουρδιστάν, συγκεκριμένα ξένες βάσεις όπως και αυτές του αυτονομιστικού κινήματος των Κούρδων του Ιράν. Το αποτέλεσμα ήταν ηχηρό καθώς πλέον και οι τελευταίες νατοϊκές δυνάμεις αποχωρούσαν από το Ιράκ και οι αυτονομιστές Κούρδοι του Ιράν (ενωμένοι σε κοινό μέτωπο για την κατάληψη της εξουσίας) απέφευγαν να κινητοποιηθούν κατά του Ιράν και να δημιουργήσουν ένα δεύτερο μέτωπο για την ισλαμική δημοκρατία.
Το Ιράν μάλιστα αμφισβήτησε και προηγουμένως θεωρούμενα δεδομένα επιτυγχάνοντας αποστολή βαλλιστικών πυραύλων Khorramshahar 4 στη βάση της νήσου Ντιέγκο Γκαρσία στην καρδιά του Ινδικού δημιουργώντας αμφιβολίες για την ασφάλεια του αμερικανικού ναυτικού σε όλο τον Ινδικό ωκεανό. Καταρρίψεις μαχητικών και μεταγωγικών αεροσκαφών γέμισαν τα ειδησεογραφικά μέσα με τις ΗΠΑ να επιμένουν ότι ήταν αποτελέσματα ατυχημάτων. Όπως και υπήρξε και η αινιγματική επιχείρηση σε μια δομή πυρηνικής ενέργειας, με στρατιωτικό προσωπικό που οι Ιρανοί δηλώνουν ειδικεύονταν στην πυρηνική ενέργεια και η οποία απέτυχε παταγωδώς. Το Ιράν δεν φαινόταν να γίνεται άλλη μια Βενεζουέλα.
Σημαντικό είναι να αναφερθεί επίσης ότι Τουρκία και Αζερμπαϊτζάν αρνήθηκαν να λάβουν μέρος στη σύγκρουση. Οι τριγμοί των σχέσεων Ισραήλ-Τουρκίας καθώς και οι πιέσεις της Ρωσίας προς το Αζερμπαϊτζάν απέτρεψαν τη συμμετοχή τους στον πόλεμο ή μάλλον τη χρήση του εδάφους τους για επιθέσεις. Μάλιστα στην περίπτωση του Αζερμπαϊτζάν επέτρεψαν και τη χρήση του εδάφους τους για ανεφοδιασμό του Ιράν από τη Ρωσική Ομοσπονδία. Οι εξελίξεις αυτές έχουν θέσει στο στόχαστρο του Ισραήλ την Τουρκία την οποία αξιωματούχοι του ονομάζουν το επόμενο Ιράν, όπως και από πλευράς Άγκυρας έχουν αυξήσει τους τόνους κατά του σιωνισμού. Η Τουρκία συγκεκριμένα φαίνεται να εναντιώνεται σε μια αποσταθεροποίηση του Ιράν καθώς μια πτώση της Ισλαμικής Δημοκρατίας θα μπορούσε να ισχυροποιήσει το Κουρδικό αυτονομιστικό κίνημα με το οποίο η Τουρκία προσπαθεί να έρθει σε ειρήνευση, η ανάπτυξη του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος ωθεί την Τουρκία να αναπτύξει το δικό της και αφού έχουν αναδειχθεί αντικρουόμενα συμφέροντα στη Μέση Ανατολή με το Ισραήλ (πχ Συρία) κάνοντας το Ιράν έναν παράγοντα εξισορρόπησης ισχύος στην περιοχή.
Ο παράγοντας Λίβανος και η προσπάθεια απομόνωσης του Ιράν
Δεν θα μπορούσαμε να θέσουμε πλήρως μια ανάλυση για τον πόλεμο στο Ιράν χωρίς να αναφέρουμε στην προσπάθεια πάταξης της εξωτερικής επιρροής του, ειδικότερα χωρίς να αναφέρουμε στα γεγονότα του Λιβάνου. Η επίθεση κατά του Ιράν δεν είναι μια μεμονωμένη επίθεση κατά της επικρατείας του, αλλά συνάμα και μια επίθεση προς τους συμμάχους που χρηματοδοτεί.
Το Ισραήλ σε ένα άμεσο διάστημα από την αρχή του πολέμου με το Ιράν ξεκίνησε μια επιχείρηση περαιτέρω εισβολής στην επικράτεια του Λιβάνου με στόχο την κατάληψη του νότιου Λιβάνου (περιοχή με κυρίως σιιτικό πληθυσμό) ως τον ποταμό Λιτάνι. Είναι λοιπόν προφανές ότι σε ένα σενάριο απομόνωσης του Ιράν λόγο μιας συνεχόμενης σύγκρουσης το Ισραήλ στοχεύει στη διάλυση των συμμάχων του στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή. Ειδικότερα ο παράγοντας Χεζμπολάχ αποτελεί στόχο υψίστης σημασίας για τη χώρα.

Η Χεζμπολάχ δεν αποτελεί απλά μια παραστρατιωτική οργάνωση αλλά ένα πολιτικό κόμμα με εκπροσώπηση στη Βουλή, ένα σύστημα πρόνοιας για τον πληθυσμό του Λιβάνου και πιο σημαντικά έναν τακτικό στρατό μεγέθους τουλάχιστον 70.000 στρατιωτών. Και η αποτελεσματικότητά της μπορεί να μετρηθεί και από τις επιχειρήσεις αφού μπορούμε να παρατηρήσουμε μεγάλες απώλειες για το Ισραήλ, τουλάχιστον 20 άρματα μάχης φαίνεται να έχουν ήδη χαθεί από τις στρατιωτικές δυνάμεις της Χεζμπολάχ.
Το Ισραήλ όμως θα αναρωτηθείτε δρα μόνο ή υπάρχει και μεγαλύτερη στόχευση πέρα από την ανάλωση σε έναν πόλεμο φθοράς; Μπορεί να βγάλει ο πόλεμος με την Χεζμπολάχ κάπου; Εδώ πρέπει να συμπεριλάβουμε τον παράγοντα του κράτους του Λιβάνου και της δομής του.
Ο Λίβανος έχει ένα σύνταγμα που καθορίζει συγκεκριμένες εξουσίες σε συγκεκριμένες θρησκευτικές ομάδες, με τους Μαρωνίτες καθολικούς να αποτελούν την πιο ευνοούμενη (οι οποίοι τουλάχιστον από το 1960 αποτελούν μειονότητα σε σύγκριση με τον μουσουλμανικό πληθυσμό). Μάλιστα ο εμφύλιος του Λιβάνου (1975-1990) αποτέλεσε έναν πόλεμο ακριβώς για την αλλαγή του καθεστώτος ή την διατήρηση του status quo και λόγο της μερικής ήττας της κυβέρνησης και των παραστρατιωτικών φαλαγγιστών χρειάστηκε να παραχωρηθούν περισσότερες εξουσίες προς τους Σουνίτες και Σιίτες μουσουλμάνους, συγκεκριμένα μάλιστα αναγνωρίστηκε και στην Χεζμπολάχ η άδεια να διατηρεί στρατό μέχρι την πλήρη αποχώρηση του ισραηλινού στρατού από τη χώρα (σύμφωνο Taif).
Άρα η εισβολή του Ισραήλ δεν αποτελεί απλά μια προσπάθεια για την κατοχή εδαφών αλλά και μια πίεση προς την αστική εξουσία του Λιβάνου (κυρίως Μαρωνίτες και Σουνίτες των πόλεων) να λάβει μέρος στη σύγκρουση και να καταλάβει πίσω τις χαμένες εξουσίες της. Και έχει σημασία να αναφέρουμε πως ο πρόεδρος του Λιβάνου δήλωσε ότι η Χεζμπολάχ αποτελεί εξίσου παράγοντα αποσταθεροποίησης με το Ισραήλ όπως και τον τελευταίο ένα χρόνο παρατηρούμε μια συνεχή προσπάθεια της κυβέρνησης να πατάξει την πρωτοκαθεδρία της οργάνωσης (πχ επιδρομές και κατασχέσεις πυρομαχικών). Μάλιστα για το Ισραήλ η πλήρης πάταξη της Χεζμπολάχ και της παλαιστινιακής αντίστασης κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο καθώς αυτό θα άνοιγε τις προοπτικές για να απασχοληθεί το Ισραήλ ελεύθερα με την επιβολή ισχύος στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή αφού Α) στον Λίβανο εδράζονται οι περισσότερες ένοπλες παλαιστινιακές οργανώσεις Β) μέσω Λιβάνου εξοπλίζονται οι Παλαιστίνιοι Γ) στην οποιαδήποτε επιχείρηση του Ισραήλ προς Ιράν ή Ιράκ μπορεί να επεμβαίνει η Χεζμπολάχ.
Με λίγα λόγια εξασφαλίζοντας το εσωτερικό και την εγγύς «γειτονιά» του το Ισραήλ θα μπορούσε «ανενόχλητο» να προσπαθήσει να καταστήσει τον εαυτό του σ’ έναν ηγεμόνα της περιοχής.
Διάλογοι για ειρήνη, ελιγμοί και τελεσίγραφα
Οι ΗΠΑ καθώς έβλεπαν την επιχείρηση κατά του Ιράν να μην μπορεί να τελεσφορήσει και καθώς οι Ευρωπαίοι εταίροι ολοένα και περισσότερο δήλωναν δυσαρέσκεια με τον τρόπο που έχει διεκπεραιωθεί η σύγκρουση εξαιτίας και των οικονομικών πιέσεων, ξεκίνησαν οι εξαγγελίες για προσπάθεια ειρήνευσης. Τουλάχιστον από πλευράς των Ηνωμένων Πολιτειών.
Παρόλα αυτά οι διαδικασίες για ειρήνη φάνηκαν μάλλον κάλπικες καθώς η εκεχειρία των δύο εβδομάδων σύντομα έληξε, το Ισραήλ δεν θα σταματούσε τον πόλεμο με την Χεζμπολάχ και οι ΗΠΑ επέβαλαν εξευτελιστικούς όρους απαιτώντας την παράδοση όλου του εμπλουτισμένου ουρανίου. Τα Στενά του Ορμούζ ενώ προσωρινά άνοιξαν αρκετά γρήγορα έκλεισαν πάλι και οι ΗΠΑ συγκέντρωναν όλο και περισσότερες δυνάμεις στην περιοχή κάνοντας την απειλή μιας εισβολής αρκετά πιο πιθανή. Οι ΗΠΑ δεν φάνηκαν διατεθειμένες να κάνουν πίσω και εξίσου το Ιράν επέμεινε στην προσήλωση του για πόλεμο.

Πιο συγκεκριμένα το άνοιγμα των στενών αποτέλεσε συνέχεια της εγκατάστασης δεύτερου μπλόκου στον Ινδικό ωκεανό από το αμερικανικό ναυτικό το οποίο στοχοποίησε ειδικότερα εμπορικά πλοία που κατευθύνονταν προς Ιράν ενώ παράλληλα επέτρεπαν την είσοδο πλοίων που κατευθύνονταν σε άλλες χώρες και τα οποία θα μετέφεραν πετρέλαιο που αγοραζόταν με δολάρια. Οι ΗΠΑ με άλλα λόγια άρχισαν να στοχοποιούν την οικονομική δραστηριότητα του Ιράν και της Κίνας, ειδικότερα αυτή που αμφισβητούσε την αγορά του δολαρίου. Η κίνηση του Ιράν για άνοιγμα των στενών αποτέλεσε έναν ελιγμό για την απονομιμοποίηση της κίνησης αυτής των ΗΠΑ όπως και μια κίνηση για την κατάθεση όρων για ειρήνη. Με το τέλος του διαλόγου τα στενά έκλεισαν εκ νέου από το Ιράν παγώνοντας τις εξαγωγές.
Στον Περσικό Κόλπο με άλλα λόγια ο πόλεμος παίρνει διαστάσεις πολέμου φθοράς με προσπάθειες το κάθε μέρος να έχει το πάνω χέρι για μια πιθανή συνθήκη ειρήνης στην Ισλαμαμπάντ. Για το Ιράν οι στόχοι είναι πρώτον η επιβίωση και δεύτερον ο εξευτελισμός του ιμπεριαλισμού έχοντας τελέσει χτυπήματα σε κάθε συγκέντρωση δυνάμεων των ΗΠΑ και εμποδίζοντας την είσοδο του ναυτικού στον Περσικό κόλπο, όπως και παράλληλα χτυπώντας την διεθνή οικονομία για να επιτύχει πιέσεις για τη λήξη της σύγκρουσης ενόψει μιας οικονομικής κρίσης. Επίσης βασικός στόχος παραμένει για το Ιράν η εγγύηση της ασφάλειας για τις δυνάμεις του άξονα της αντίστασης όπως η Χεζμπολάχ και οι παλαιστινιακές οργανώσεις. Και το Ιράν να σημειωθεί πως δεν δρα μόνο αλλά βάση σε έρευνες έχει υλική υποστήριξη από Ρωσία και Κίνα, ειδικότερα μέσω διάθεσης τροφίμων, πώλησης ιρανικού εξοπλισμού που κατασκευάζεται στην Ρωσία και πώλησης πετρελαίου από τον ιρανικό εμπορικό στόλο που αποθέματα πετρελαίου τα είχε ήδη στείλει στα ανοιχτά της Μαλαισίας και της Ινδονησίας.
Για τις ΗΠΑ αντιθέτως ο πόλεμος έχει χαρακτήρα επιβίωσης της οικονομίας του δολαρίου στις αγοραπωλησίες πετρελαίου και επιβίωσης της επιρροής τους εκτός των ορίων της «αμερικανικής ηπείρου». Και στην περίπτωση της Μέσης Ανατολής αυτό εκφράζεται σε πλήρη ή μερική νίκη κατά του Ιράν. Η άμεση στρατιωτική επέμβαση σε μια ορεινή χώρα σαν το Ιράν αυτό φαντάζει ένα απίθανο σενάριο και φαίνεται να εξελίσσεται σε μια προσπάθεια ασφυξίας της χώρας, οι ΗΠΑ στοιχηματίζουν σε μια σταδιακή κατάρρευση του Ιράν μέσω των πληγμάτων σε υποδομές, βιομηχανία και δομές ενέργειας.
Καθώς το Ιράν λοιπόν χρησιμοποιεί όλες τους δυνάμεις για την επιβίωση η Δύση προσπαθεί Α) να εξουδετερώσει τους συμμάχους του Β) να παρακάμψει τα εμπόδια του Ιράν στις εξαγωγές πετρελαίου (πχ χρήση των εμιράτων Fujairah και Khor Fakkan, συριακών λιμανιών και της δυτικής Σαουδικής Αραβίας Γ) να χρησιμοποιήσει την συνεχή απειλή εισβολής για πάγωμα της ανοικοδόμησης της χώρας Δ) να χρησιμοποιήσει το μπλόκο για πάγωμα των εξαγωγών. Και είναι ένα πραγματικό ερώτημα το κατά πόσο το Ιράν υλικά μπορεί να ανταπεξέλθει σε μια σύγκρουση διάρκειας με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ καθώς ήδη ο πληθωρισμός φαίνεται να έχει τριπλασιαστεί. Οπότε εδώ ίσως αναδεικνύεται μια στρατηγική νίκη επί του Ιράν σε βάθος χρόνου ακόμα και κατόπιν ενός συμφώνου ειρήνης καθώς οι καταστροφικές επιπτώσεις του πολέμου θα μπορούσαν να ωθήσουν μια εσωτερική σύγκρουση στη χώρα.
Αν χρησιμοποιήσουμε ως δεδομένο τις αντιδράσεις στην οικονομική πολιτική κατόπιν του πολέμου των 12 ημερών και το πώς οι κινητοποιήσεις των συνδικάτων και δυσαρεστημένων αξιοποιήθηκαν από ένοπλες ομάδες τότε σε ένα σενάριο όπου η ιρανική οικονομία θα προσπαθεί να ανοικοδομηθεί τότε το Ιράν θα είναι ευκολότερος στόχος για ένα κίνημα δυτικόφιλης αντιπολίτευσης και των αυτονομιστικών κινημάτων όπως οι Κούρδοι, οι οποίοι έχουν δημιουργήσει συνασπισμό ήδη πριν από την αρχή της σύγκρουσης στις 28 Φλεβάρη. Μάλιστα εδώ αξίζει να σημειωθεί η έξοδος των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων από τον OPEC, ένα γεγονός που θα μπορούσε να σημαίνει τη θέληση των εμιράτων να αποδεσμευτούν από τις συμφωνημένες τιμές πετρελαίου και να δράσουν όπως το Κουβέιτ κατά του Ιράκ μετά τον πόλεμο του 1980-1988. Μια σημαντική πτώση των τιμών πετρελαίου θα μπορούσε να σαμποτάρει τα κέρδη των πωλήσεων πετρελαίου για την ιρανική οικονομία, που αποτελούν και ένα σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ.
Αντί επιλόγου
Σε μια ανασκόπηση ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο δεν αποτελεί άλλη μια σύγκρουση αλλά έναν πόλεμο που δημιουργεί προοπτικές για τον ευρύτερο ανταγωνισμό ανάμεσα στον ιμπεριαλισμό της Δύσης και τη συμμαχία Ρωσίας-Κίνας. Ο πόλεμος αυτός δεν αποτελεί απλά έναν ανταγωνισμό στη Μέση Ανατολή αλλά τις αρχές μιας ένοπλης σύγκρουσης που κρίνει την πρωτοκαθεδρία της Pax americana στον πλανήτη οπότε ακόμα και αν λάβει ένα τέλος βραχυπρόθεσμα δεν θα αποτελέσει ένα τέλος στους πολέμους που μένουν να φανούν.
Η Ευρώπη μπορεί να κράτησε μια επικριτική στάση ως προς την έκβαση της σύγκρουσης όμως η έως τώρα αποτυχία των ΗΠΑ δημιουργεί τριγμούς σε αυτή. Οι ΗΠΑ ήδη από καιρό πιέζουν για τη στρατιωτικοποίηση της γηραιάς ηπείρου και τα αποτελέσματα του πολέμου ωθούν τα κράτη της Ευρώπης σε ταχύτερες διαδικασίες για να αναλάβουν το «μέτωπο» με τη Ρωσία. Ήδη 90 δισ. ετοιμάζονται να σταλούν από την Ευρωπαϊκή Ένωση για ενίσχυση της ουκρανικής προσπάθειας να φθείρει την ρωσική οικονομία και στρατό, συνάμα δημιουργούνται συλλογικά funds δισεκατομμυρίων ευρώ για την ανάπτυξη της πολεμικής βιομηχανίας. Και το ενδιαφέρον είναι ότι και οι μεγαλύτεροι επικριτές εκ των Ευρωπαίων ομολόγων των ΗΠΑ στηρίζουν τα πακέτα αυτά άνευ όρων. Η Ευρώπη με άλλα λόγια κατανοεί τη θέση της σαν δομικό κομμάτι της Pax Americana και ακόμα και αν έχει διαφωνίες με την προσέγγιση βλέπει τον ρόλο της εντός ενός ενιαίου επιθετικού σχεδίου.

Στην περίπτωση της Μέσης Ανατολής τα πράγματα είναι πιο δύσκολα για τους εταίρους των ΗΠΑ. Οι χώρες του Περσικού Κόλπου φάνηκαν ανίσχυρες στο να προστατέψουν τον εαυτό τους χωρίς την συμβολή των ΗΠΑ και άλλων δυτικών κρατών όπως η Ελλάδα, τα πολεμοφόδια για τα συστήματα Patriot τελείωναν (καθώς χρησιμοποιούνταν πολύ πιο πρόσφατα σε κατασκευή) και οι στρατιωτικές τους υποδομές έλαβαν μεγάλες ζημιές. Μάλιστα στην περίπτωση των ΗΑΕ δέχτηκαν και προσφάτως εκ νέου επίθεση στα Εμιράτα Fujairah και Khor Fakkan όπου έκαναν εξαγωγές παρακάμπτοντας τα στενά.
Στην περίπτωση της Σαουδικής Αραβίας και του Κουβέιτ επί του παρόντος φαίνεται να βρίσκονται σε αντιπαράθεση με τις ΗΠΑ για το αν θα δώσουν άδεια για τη χρήση του εναέριου χώρου τους για το «Project Freedom» προφανώς φοβούμενοι εκ νέου ιρανικές επιθέσεις τις οποίες έχουν κατακρίνει και οι οποίες θα μπορούσαν να προκαλέσουν περαιτέρω ζημιές στην βιομηχανία πετρελαίου. Όμως πλέον για τα κράτη αυτά τίθενται ένα δίπολο, ή εκχώρηση της προστασίας τους στις ΗΠΑ και να απωλέσουν περαιτέρω επιδιώξεις με τους BRICS ή να χάσουν τους επί δεκαετίες προστάτες τους και βασικούς αγοραστές.
Οι εξελίξεις ακόμα μαίνονται και η κατάσταση είναι στην καλύτερη περίπτωση ρευστή. Το Ιράν είναι ο προσωρινός νικητής όμως ο πόλεμος με τον δυτικό κόσμο δεν πρόκειται να τελειώσει «τόσο απλά», ο δυτικός κόσμος παλεύει ακόμα για την πρωτοκαθεδρία που κέρδισε μετά την πτώση της ΕΣΣΔ και θεωρούμε πως είναι δύσκολο να απωλέσουν τις επιδιώξεις τους. Σίγουρα όμως οι αλλαγές στις ισορροπίες ήδη συμβαίνουν και τα αποτελέσματα τους ήδη αρχίζουν να φαίνονται.

Θοδωρής Σπονδυλίδης
Με καταγωγή από τον μακρινό Καύκασο και υπέρμαχος της Γκραμσικής σκέψης. Αιώνιος σπουδαστής της Γεωπολιτικής που ασχολείται με ζητήματα Ιδεολογικά, Γεωπολιτικής, Ιστορίας, Οικονομίας, Πολιτισμού και γενικότερα παγκόσμιας και εγχώριας πολιτικής.«Το πιο ολοκληρωμένο δώρο του Θεού είναι μία ζωή βασισμένη στη γνώση», Ιμάμης Αλί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου