Δευτέρα 11 Μαΐου 2026

Ισραήλ: Ο πόλεμος ως συνεκτικός ιστός της κοινωνίας

Η χαμηλή δημοτικότητα του πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου δεν φαίνεται να εμποδίζει την πλειοψηφία των Ισραηλινών να στηρίζει ανεπιφύλακτα τον πόλεμο κατά του Ιράν. Πέρα από το συλλογικό τραύμα της επίθεσης της 7ης Οκτωβρίου 2023, αυτή η ιερή ενότητα φωτίζει τις αντιφάσεις της ισραηλινής κοινωνίας και την άρνησή της να επιχειρήσει την παραμικρή αυτοκριτική για τον τρόμο που το Τελ Αβίβ έχει απλώσει στην περιοχή.
Gideon Levy

Οι γραμμές αυτές γράφονται ανάμεσα σε δύο παύσεις, ανάμεσα σε δύο διαπεραστικούς θρήνους των σειρήνων που προστάζουν να μεταφερθούμε γρήγορα στα καταφύγια. Ακόμη και ο ήχος από τα μηνύματα του κινητού τηλεφώνου είναι τρομακτικός, ιδιαίτερα όταν ακούγεται μέσα στη νύχτα. Από την έναρξη των εχθροπραξιών, 10 εκατομμύρια Ισραηλινοί πρέπει να πηγαίνουν στα καταφύγια αρκετές φορές την ημέρα. Την πρώτη ημέρα του πολέμου, το έκαναν είκοσι μια φορές, τουλάχιστον στο Τελ Αβίβ και στα περίχωρά του. Σε ορισμένες περιοχές της χώρας, ιδιαίτερα εκεί όπου οι Άραβες αποτελούν την πλειοψηφία των κατοίκων, δεν υπάρχουν καταφύγια.

Το τίμημα που απαιτεί ο πόλεμος από την ισραηλινή κοινωνία είναι τεράστιο, έστω και αν είναι ακόμη δύσκολο να εκτιμηθεί. Θα χρειαστούν αναμφίβολα αρκετά χρόνια για να υπολογιστεί η έκταση των ζημιών από την αναμέτρηση με το Ιράν και τη στρατιωτική επέμβαση στη Γάζα. Ζημίες που αφορούν την οικονομία, την ασφάλεια, τη διεθνή θέση του Ισραήλ και την τύχη των κατοίκων του, χωρίς φυσικά να μιλήσουμε για το αίμα που χύνεται, τις τεράστιας κλίμακας καταστροφές και τις αγωνίες που θα μας βασανίζουν για πολλά χρόνια ακόμη. Οι χρεοκοπίες επιχειρήσεων συνεχίζονται και το εκπαιδευτικό σύστημα έχει παραλύσει εντελώς. Οι άνθρωποι καταρρέουν ψυχολογικά. Αυτή η χώρα που θεωρεί ότι είναι φυσιολογική ζει εδώ και δυόμισι χρόνια σε συνθήκες που μόνο φυσιολογικές δεν είναι. Κάθε Ισραηλινός έχει πληρώσει το τίμημα και θα συνεχίσει να το πληρώνει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο.

Στα μάτια της πλειοψηφίας των Ισραηλινών, αυτό που έγινε στη Γάζα είχε μια απόλυτη δικαιολογία, τις επιθέσεις της Χαμάς στις 7 Οκτωβρίου 2023 (1). Για πολλούς Ισραηλινούς, οι ένοπλες δυνάμεις τους είχαν όχι μόνο το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να εξαπολύσουν έναν πόλεμο εξολόθρευσης. Επομένως, η κοινωνία αποδέχθηκε το τίμημα αρκετά εύκολα και σε ηθικό επίπεδο. Τα μέσα ενημέρωσης δεν έδειξαν σχεδόν καμία φρικαλεότητα από όσες διαπράχθηκαν στον παλαιστινιακό θύλακα και η χώρα διαθέτει ένα ασυναγώνιστο επιχείρημα για να αναχαιτίσει την αγανάκτηση που έρχεται από αλλού: ο κόσμος διακατέχεται από αντισημιτισμό, μισεί το Ισραήλ.

Όλα τα εβραϊκά και σιωνιστικά κόμματα της Κνεσέτ [της ισραηλινής Βουλής] έχουν στηρίξει και συνεχίζουν να στηρίζουν τον πόλεμο στη Γάζα. Μια πιο υγιής κοινωνία θα είχε καταφέρει να θέσει ακριβή ερωτήματα για τη συμπεριφορά της, για τις κόκκινες γραμμές που παραβιάστηκαν και για τα εγκλήματα που διαπράχθηκαν. Εξίσου ανύπαρκτη είναι η συζήτηση για τα αποτελέσματα της σύγκρουσης. Για όλους, ήταν ένας πόλεμος που στέφθηκε με επιτυχία. Αυτό βεβαιώνουν τα μέσα ενημέρωσης, αυτό επαναλαμβάνει ακατάπαυστα ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου. Η απελευθέρωση όλων των ομήρων, ζωντανών ή νεκρών, ήταν αρκετή για να χαρακτηριστεί επιτυχία η σφαγή 70.000 ανθρώπων και η σχεδόν ολοσχερής καταστροφή μιας γης όπου ζουν οι δύο εκατομμύρια κάτοικοι της Γάζας. Η ισραηλινή κοινωνία δεν έχει καμία ενοχή και, εάν οι Ισραηλινοί μπορούσαν να γυρίσουν πίσω τον χρόνο, μάλλον θα διεξήγαγαν έναν ακόμη πιο βάρβαρο πόλεμο (2). Το γεγονός ότι η Χαμάς υπάρχει ακόμη, ότι δεν έχει αφοπλιστεί και ότι το Ισραήλ δεν είναι σήμερα καθόλου πιο ασφαλές από ό,τι στην αρχή της σύγκρουσης θα έπρεπε να είχε οδηγήσει περισσότερους Ισραηλινούς να προβληματιστούν γύρω από τα όρια της στρατιωτικής ισχύος και υπεροπλίας. Τίποτε τέτοιο δεν έχει συμβεί.

Πέντε μήνες μετά την κατάπαυση του πυρός, το Ισραήλ κατέχει ακόμη ένα σημαντικό τμήμα της Λωρίδας της Γάζας και η Χαμάς ελέγχει το υπόλοιπο. Καμία σοβαρή λύση δεν προδιαγράφεται για το «μετά». Είναι δύσκολο να θεωρήσουμε όλα αυτά ως μακροπρόθεσμη στρατηγική επιτυχία. Ο ερειπωμένος θύλακας θα συνεχίσει να αποτελεί εστία πολιτικών, κοινωνικών και, αργότερα, στρατιωτικών προβλημάτων, τα οποία το Ισραήλ θα συνεχίσει να ελέγχει προσφεύγοντας αποκλειστικά στη βία και σε μια ένοπλη δύναμη χωρίς όρια.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο ξεκίνησε ο πόλεμος κατά του Ιράν. Οι επιθέσεις της 7ης Οκτωβρίου οδήγησαν το Ισραήλ στο συμπέρασμα ότι θα πρέπει να ενισχύσει τον στρατιωτικό έλεγχό του στην περιοχή. Η ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος ήταν πάντοτε έμμονη ιδέα του Νετανιάχου. Πώς όμως να εξηγήσει κάποιος ότι η ισραηλινή κοινωνία, εξαντλημένη μετά από δυόμισι χρόνια συγκρούσεων –στη Γάζα, στον Λίβανο και ενάντια στους Χούθι, στην Υεμένη–, θα μπορούσε να δεχθεί να ζήσει κι άλλες, εξίσου εξαντλητικές, δοκιμασίες; Ένας πρωθυπουργός που τουλάχιστον ο μισός πληθυσμός τον μισεί και τον περιφρονεί περισσότερο από οποιονδήποτε προκάτοχό του –με αρκετούς μάλιστα να απαιτούν εδώ και χρόνια την καθαίρεσή του– καταφέρνει να σύρει τη χώρα σε μια νέα πολεμική περιπέτεια, πιο επικίνδυνη από τις προηγούμενες, με ανησυχητική ευκολία.

Οι Ισραηλινοί Εβραίοι υποστηρίζουν κατά 93% τη στρατιωτική δράση σε βάρος του Ιράν (63% των Ισραηλινών Αράβων είναι αντίθετοι) (3). Καμία δημοκρατική κοινωνία δεν μπορεί να έχει στο εσωτερικό της μια τέτοια πλειοψηφία για ένα τόσο σημαντικό ζήτημα. Κάτι τέτοιο αντιβαίνει ακόμη και στην ίδια την ιδέα του πλουραλισμού στο πλαίσιο μιας ελεύθερης κοινωνίας. Πρόκειται για ένα τρομακτικό νούμερο, που μας λέει πολλά για τη νοοτροπία που επικρατεί στο Ισραήλ, αλλά δεν προκαλεί καμία έκπληξη.

Βέβαια, οι πόλεμοι πάντοτε συγκεντρώνουν ισχυρή υποστήριξη όταν εξαπολύονται, ιδιαίτερα μάλιστα όταν εξοντώνονται ηγέτες του εχθρού. Οι διακηρυγμένοι στόχοι, που επαναλαμβάνονται ακατάπαυστα, επίσης ενθαρρύνουν τη συσπείρωση: η εξουδετέρωση της ιρανικής απειλής, του πυρηνικού κινδύνου και των βαλλιστικών πυραύλων. Ωστόσο, κανένας από τους στόχους αυτούς δεν μοιάζει κοντά στην επίτευξή του –ούτε ο στόχος της αλλαγής καθεστώτος ούτε ο στόχος της εξουδετέρωσης της πυρηνικής απειλής. Κι όμως, μετά από δύο εβδομάδες ζωής μέσα σε μια παράλογη πραγματικότητα, γεμάτη απειλές και περιορισμούς, κανένα ίχνος αμφισβήτησης του πολέμου δεν εμφανίζεται στον δημόσιο λόγο.

Εκείνοι που δεν έχουν σταματήσει τα τελευταία χρόνια να διαδηλώνουν ενάντια στην κυβέρνηση Νετανιάχου, την στηρίζουν υπάκουα όταν πρόκειται για πόλεμο (4). Οι πιλότοι που απειλούσαν ότι θα αρνηθούν να υπηρετήσουν στην αεροπορία ξεκινούν με χαρά για αποστολές βομβαρδισμού χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από τη χώρα τους, χωρίς κανέναν δισταγμό. Από όσα γνωρίζουμε, κανένας πιλότος δεν αρνήθηκε να πετάξει, κανένας τεχνικός δεν αρνήθηκε να οπλίσει τα αεροπλάνα. Όλη η κοινωνία ομοφωνεί εν χορώ, στηρίζοντας έναν πόλεμο που κανείς δεν γνωρίζει πώς θα τελειώσει. Όταν η κυβέρνηση του Λιβάνου γνωστοποίησε ότι ήταν έτοιμη να διεξαγάγει διαπραγματεύσεις με το Ισραήλ, ο Ισραηλινός πρωθυπουργός απέρριψε χονδροειδώς την προσφορά (5). Υπήρχε μια εποχή στο Ισραήλ όπου η ειρήνη με τον Λίβανο ή με οποιαδήποτε άλλη αραβική χώρα αποτελούσε όνειρο. Σήμερα, δεν γίνεται πια λόγος παρά για F-35, ισραηλινά ή αμερικανικά, και όλοι είναι σύμφωνοι. Πρόκειται για εφιάλτη. Η παλαιά, χαρακτηριστική διαταγή των πολέμων του παρελθόντος επιστρέφει: «Σιωπή, επί σκοπώ, πυρ!».

Κάλυψη των αδυναμιών και των διχασμών στρέφοντας αλλού την προσοχή

Ο ισραηλινός λαός ισχυρίζεται ότι δεν ξεχνά ποτέ, αλλά έχει αδύναμη μνήμη. Στις αρχές του καλοκαιριού του 2025, του ανακοίνωσαν ότι η ιρανική βαλλιστική απειλή είχε εξουδετερωθεί (6). Οκτώ μήνες αργότερα, να που πύραυλοι πλήττουν το Ισραήλ. Τον είχαν επίσης διαβεβαιώσει ότι ο στρατός είχε καταστρέψει το πυρηνικό πρόγραμμα και τις υπόλοιπες στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν και ξαφνικά ένας νέος πόλεμος ξεκινά για να καταστραφεί ακριβώς αυτό το πρόγραμμα… Το 2025, ο Νετανιάχου επανέλαβε αρκετές φορές ότι το Ισραήλ είχε νικήσει τη Χεζμπολάχ και ότι δεν είχε απομείνει σχεδόν τίποτα από αυτή την οργάνωση. Και να που η Χεζμπολάχ επιστρέφει με συνεχή πλήγματα στο βόρειο και το κεντρικό Ισραήλ.

Γιατί η ισραηλινή κοινωνία, η τόσο δυναμική, ζωντανή, θορυβώδης, επίμονη και ισχυρή, σωπαίνει μπροστά στον πόλεμο; Γιατί συσπειρώνεται τόσο ολοκληρωτικά απέναντι στον κίνδυνο, πραγματικό ή φανταστικό; Η απάντηση βρίσκεται ίσως στην ίδια τη διατύπωση του ερωτήματος. Το Ισραήλ έχει ανάγκη τους πολέμους. Δεν είναι μόνο το κυρίαρχο πνεύμα της εθνικής αφήγησής του, είναι επίσης μια υπαρξιακή αναγκαιότητα. Ο πόλεμος επιτρέπει σε μια διαιρεμένη και διχασμένη κοινωνία –σε πολιτικό, κοινωνικό, θρησκευτικό και εθνικό επίπεδο– να ενωθεί, να καλύψει τις αδυναμίες και τις ρωγμές της, να στρέψει την προσοχή της μακριά από άλλα προβλήματα, όπως το άγος της κατοχής της γης ενός άλλου λαού –των Παλαιστινίων– που μοιάζει να μην πρέπει να τελειώσει ποτέ.

Ωστόσο, η αντίληψη ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, ότι μόνο τα όπλα πρέπει να μιλούν, είναι εξαιρετικά επικίνδυνη. Μην έχοντας διδαχθεί τίποτε, το Ισραήλ ορμά ξανά πάνω στην παγίδα του Λιβάνου. Η μόνη έξοδος από αυτόν τον φαύλο κύκλο θα απαιτούσε μια βαθιά ενδοσκόπηση. Αλλά δεν υπάρχει κανείς για να την κάνει. Και ακόμη κι αν υπήρχε κάποιος, δεν θα είχε καμία ελπίδα: το σύστημα θα έσπευδε να τον απονομιμοποιήσει. Σιωπή, επί σκοπώ, πυρ.


Gideon Levy
Συγγραφέας και δημοσιογράφος στην εφημερίδα Haaretz (Τελ Αβίβ)
μετάφραση: Χάρης Λογοθέτης


https://www.monde-diplomatique.gr/2026/05/article1495

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου