Είναι αλήθεια πως ο θεσμός της οικογένειας, η ένωση του ζευγαριού, το στέριωμα και η συνέχειά του, πολλά οφείλει στην προξενήτρα του χωριού. Την εποχή εκείνη η προξενήτρα ήταν θεσμός. Δεν υπήρχε γάμος που να μην είχε βάλει το χεράκι της. Ο ρόλος της, ασφαλώς, συνεχιζόταν και μετά τα στέφανα. Είχε λόγο επί της προίκας, για τυχόν πανωπροίκι, λόγο ακόμα και για την τεκνοποιία και ευκαρπία της γυναικός, αφού άμα δεν κάρπιζε το ζευγάρι ασφαλώς και έφταιγε η γυναίκα.
Το ανάθεμα έπεφτε στην προξενήτρα. «Α, την παλιοκρούνα που μας τη φόρτωσε η ρουφιάνα, η Χρήσταινα, που έκανε το προξενιό. Γκαβωθήκαμε και πειστήκαμε. Πήρε και πέντε λίρες, έφαγε τόσες κότες που παραλίγο να πάθει κοτίαση, χώρια οι μπλατσάρες και τα αυγά που καταβρόχθισε, που να τ’ς κάτσουν κομπολόι στο καρδυλάγγο τ’ς. Μας έστ’λε τη στέρφα καταδώ και θα μείν’ το παλικάρι μας μουλουίνκο».
Συνηθισμένα πράγματα για την προξενήτρα. Αυτής δεν ίδρωνε το αυτάκι της κι άρχιζε τις οιωνοσκοπίες. Τι πλάτες από πρατίνες καταβρόχθιζε, από αρνάκια ακόμα και κατσικάκια, δε λέγεται. Κάπου κάπου -έτσι έλεγε- έφεγγε η σπάλα, άρα οσονούπω θα γκαστρωθεί η νύφ’. Να και οι πίτες. Τι μπόμπολα έψηναν, τι μπούγλες με λάδ’ στην εκκλησιά άφηναν παρακαταθήκη για αγιασμό προς ευόδωση της γκαστριάς. Κι όλα αυτά για να αμπώχνουμε τον καιρό ώσπου να καταλαγιάσ’ η καψοκαούρα της συμπεθέρας και να σταματήσει το τετραβάγγελο.









