Φώτης Κόντογλου, Κλέφτες και Αρματολοί, 1948
Του Δημήτρη Τσιάμαλου από το νέο Λόγιο Ερμή (τ. 3)
Εισαγωγή
Το φαινόμενο του αρματολισμού ανιχνεύεται κατά κύριο λόγο στη Ρούμελη τόσο προεπαναστατικά όσο και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Πρόκειται για ένα κοινωνικό, πολιτικό και οικονομικό φαινόμενο που χωρίς αμφιβολία διαπλέκεται άρρηκτα όχι μόνο με το κοινοτικό σύστημα των ορεινών περιοχών της ηπειρωτικής Ελλάδας, αλλά και με το πνεύμα αυτονομίας που καλλιεργήθηκε σ’ αυτές τις περιοχές.
Η προέλευση του συστήματος, επειδή χάνεται στην αχλή που δημιουργεί η απουσία επαρκών ιστορικών στοιχείων στο αρχικό/πρώιμο τουλάχιστον στάδιο, δημιούργησε επιστημονική διχογνωμία. Ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο θεσμός των αρματολών είναι γνωστός στο Βυζάντιο1 και κάποιοι άλλοι ότι ο θεσμός αυτός εγκαινιάζεται στα χρόνια της τουρκοκρατίας2. Όπως και να έχει όμως το θέμα, ένα είναι βέβαιο: ότι ο αρματολισμός, όπως τον γνωρίζουμε, με τα τοπικά και στρατιωτικά χαρακτηριστικά του, γεννήθηκε στην τουρκοκρατία και μάλιστα τον πρώτο χρόνο (1421) της βασιλείας του Μουράτ του Β΄3.
Με τον όρο αρματολός εννοούμε τον ένοπλο ανυπότακτο ραγιά που εξαναγκάζει δια της βίας την οθωμανική εξουσία να τον διορίσει έμμισθο επιτηρητή μιας περιοχής, προκειμένου να εξασφαλίσει τη δημόσια τάξη και ασφάλεια. Με άλλα λόγια, μέσα στα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις του αρματολού είναι η φύλαξη των δερβενίων (διόδων) και η προστασία των κοινοτήτων (αρματολικιού) από τις επιδρομές των κλεφτών.
Πάντως, είναι γεγονός ότι οι Τούρκοι εντάσσοντας τους Αρματολούς στο στρατιωτικό σύστημα εξουσίας με την ανάθεση της δημόσιας τάξης και ασφάλειας μιας περιοχής, πετύχαιναν αφενός να εκτονώνουν τις κοινωνικές συγκρούσεις, που δημιουργούνταν σε τοπικό-κοινοτικό επίπεδο από την ανεξέλεγκτη έως τότε δράση των ένοπλων ομάδων, και αφετέρου να διαχειρίζονται με τον καλύτερο τρόπο, έστω και προσωρινά, την ένοπλη βία, που ήταν εν δυνάμει μεγάλη απειλή για το πολιτικοκοινωνικό τους σύστημα, το οποίο διαμόρφωσαν με την κατάκτηση.