Κυριακή 26 Ιουλίου 2026

Ο έλεγχος των μεταναστών δίνεται υπεργολαβικά στα Βαλκάνια


Οι ηγέτες των Βαλκανίων έχουν δεχτεί οι χώρες τους να αναλάβουν τη μεταναστευτική πολιτική των Βρυξελλών, με αντάλλαγμα μια θολή ενταξιακή προοπτική.
Jean-Arnault Dérens

Μήπως το μέλλον της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της διεύρυνσής της διακυβεύεται στο Τζάντερ; Αυτή η άσημη κωμόπολη στα βόρεια των Τιράνων σχεδόν δεν έχει πλέον κατοίκους. Υπάρχει ένα καφενείο, του οποίου οι χαμηλές τιμές αποδεικνύονται παρ’ όλα αυτά απαγορευτικές για τους συνταξιούχους, που προτιμούν να μοιράζονται μια μπύρα αγορασμένη από το κοντινό μπακάλικο. Τον καιρό του Εμβέρ Χότζα, οι «Κινέζοι σύντροφοι», οι ύστατοι σύμμαχοι της Αλβανίας από το 1961 ώς το 1979, είχαν κατασκευάσει εδώ ένα στρατιωτικό αεροδρόμιο. Ψηλοί τοίχοι, στεφανωμένοι με συρματόπλεγμα, έχουν πλέον χτιστεί γύρω από τον παλαιό αεροδιάδρομο, περιβάλλοντας προκατασκευασμένα κτίρια εμβαδού 12 τ.μ. που βρίσκονται υπό διαρκή βιντεοεπιτήρηση. Το στρατόπεδο διαθέτει και μια σωφρονιστική μονάδα –και αποτελεί προοίμιο της νέας μεταναστευτικής πολιτικής που προωθεί η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.

Σε αυτήν την πολιτική είχε αναφερθεί σε μια επιστολή που είχε απευθύνει στους ηγέτες των κρατών-μελών της Ε.Ε. ως «ένα παράδειγμα προβληματισμού έξω από τις παραδοσιακές νόρμες, βασισμένου σε μια ισοδίκαια κατανομή των ευθυνών με τις τρίτες χώρες». Εδώ και πολύ καιρό, η πρόεδρος της Επιτροπής αγωνίζεται για την ανάθεση των διαδικασιών χορήγησης ασύλου σε χώρες εκτός της Ένωσης. Ήδη από το 2020, είχε προτείνει την κατάργηση του κανονισμού του Δουβλίνου, ο οποίος κατανέμει τις αιτήσεις ασύλου ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες, και την αντικατάστασή του από ένα «νέο ευρωπαϊκό σύστημα διαχείρισης της μετανάστευσης». Το δίκτυο Migreurop βλέπει σε αυτή την πρωτοβουλία την επιθυμία να αντικατασταθεί «μια Ευρώπη αλληλέγγυα απέναντι στην υποδοχή» από «μια Ευρώπη αλληλέγγυα προκειμένου να κρατηθούν μακριά οι ξεριζωμένοι» (1).

Αυτή η επιλογή επιβεβαιώθηκε από το σύμφωνο για τη μετανάστευση και το άσυλο που εγκρίθηκε από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το 2024 και τέθηκε σε ισχύ στις 12 Ιουνίου 2026, το οποίο γενικεύει την ανάθεση του ελέγχου των συνόρων σε τρίτες χώρες και προβλέπει τη δυνατότητα δημιουργίας «κέντρων επιστροφής» εκτός Ε.Ε. για τα άτομα των οποίων έχει απορριφθεί η αίτηση ασύλου. Δεκαπέντε χώρες της Ε.Ε. θα ήθελαν να προχωρήσουν παραπέρα. Τον Μάιο του 2024, ζητούσαν από την ευρωπαϊκή εκτελεστική εξουσία να αναπτύξει μηχανισμούς με στόχο «τον εντοπισμό, την αναχαίτιση, τη σύλληψη ή, σε περίπτωση κινδύνου, τη συνδρομή μεταναστών στην ανοιχτή θάλασσα και τη μεταφορά τους σε ασφαλή προκαθορισμένο τόπο σε μια χώρα-εταίρο εκτός Ε.Ε.» (2). Αν και είχε υπογράψει την επιστολή, η ιταλική κυβέρνηση προχώρησε τελικά στην αλλαγή της χρήσης των εγκαταστάσεων του Τζάντερ. Πρόκειται πλέον για κέντρο επιστροφής ατόμων των οποίων έχει απορριφθεί η αίτηση ασύλου, κάτι που εξασφαλίζει τη συμβατότητα του χώρου με το νέο σύμφωνο. Το ιταλικό κοινοβούλιο επικύρωσε την εξέλιξη στα τέλη Μαΐου του 2025 και τα κοντέινερ του Τζάντερ άρχισαν να γεμίζουν.

Ο Ευρωπαίος Επίτροπος Εσωτερικών Υποθέσεων και Μετανάστευσης, ο Αυστριακός συντηρητικός Μάγκνους Μπρούνερ, έχει αναγάγει σε προτεραιότητά του τη μεταφορά των διαδικασιών ασύλου εκτός συνόρων. Οι υποψήφιες για ένταξη χώρες των Δυτικών Βαλκανίων παροτρύνθηκαν να υπογράψουν συμφωνίες επανυποδοχής, οι οποίες τις υποχρεώνουν να δέχονται τους απορριφθέντες μετανάστες που θεωρείται ότι είχαν περάσει από την επικράτειά τους. Ήδη εδώ και αρκετά χρόνια, η Γερμανία επιστρέφει τα άτομα με απόρριψη της αίτησης ασύλου στην Κροατία, απ’ όπου και οδηγούνται αμέσως στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Τα θύματα αυτών των αλυσιδωτών απελάσεων εγκαταλείπονται συνήθως στη μοίρα τους, κάτι που τους επιτρέπει να κατευθυνθούν ξανά προς τη Γερμανία. Μια πρόσφατη έκθεση του Διεθνούς Κέντρου Μελετών Συγκρούσεων της Βόννης επισημαίνει τον «αντιπαραγωγικό» χαρακτήρα αυτών των μέτρων απομάκρυνσης, που καταλήγουν να πλουτίζουν τους διακινητές (3).

Τον Δεκέμβριο του 2021, το Κόσοβο υπέγραψε μια συμφωνία με τη Δανία που προβλέπει την ενοικίαση για δέκα χρόνια 300 κελιών στη φυλακή του Τζιλάν έναντι του διόλου ευκαταφρόνητου ποσού των 15 εκατομμυρίων ευρώ ετησίως, συν μία επιταγή 6 εκατομμυρίων για την ενίσχυση της «πράσινης μετάβασης» της μικρής βαλκανικής χώρας. Καθώς οι πρώτοι κρατούμενοι αναμένονταν μέσα στο 2026, οι Κοσοβάροι δεσμοφύλακες παρακολούθησαν επιμόρφωση στην Κοπεγχάγη τον Ιούνιο του 2025. Οι αρχές της Κοπεγχάγης εγγυώνται συνθήκες κράτησης πανομοιότυπες με εκείνες της Δανίας. Ενδέχεται όμως να ανακύψουν προβλήματα εθνικής κυριαρχίας, καθώς μέσα στο σωφρονιστικό κατάστημα θα υπερισχύει το δίκαιο της Δανίας. Το Βέλγιο έχει επίσης εκδηλώσει την επιθυμία του να μεταφέρει κρατούμενους στο Κόσοβο.

Θεωρώντας ότι μεταχειρίζονται τη χώρα ως «δεξαμενή ανθρώπινων αποβλήτων», το Συμβούλιο για την Προστασία των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων και των Ελευθεριών (KMLDNJ) της Πρίστινα χαρακτήρισε τη συμφωνία με τη Δανία ως «διακίνηση κρατουμένων». Σύμφωνα με αυτόν τον οργανισμό, θα πρόκειται κυρίως για κρατουμένους που δεν διαθέτουν δανική υπηκοότητα και θα περνούν στη διαδικασία της απέλασης μετά την έκτιση της ποινής τους, ενώ μπορεί να καταλήξουν να παραμείνουν στο Κόσοβο για απροσδιόριστο χρονικό διάστημα εάν αποδειχθεί ανέφικτος ο αναγκαστικός επαναπατρισμός τους.

Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το ενδιαφέρον για τα Βαλκάνια δεν περιορίζεται στη λειτουργία τους ως «πάρκινγκ» για τους «ανεπιθύμητους». Στις 18 Ιουλίου 2024, ο τότε Γερμανός καγκελάριος Όλαφ Σολτς μετέβη στο Βελιγράδι για να παρευρεθεί στην υπογραφή μιας συμφωνίας «εταιρικής σχέσης για τις κρίσιμες πρώτες ύλες» ανάμεσα στη Σερβία και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συμφωνίες αυτού του τύπου έχουν ήδη υπογραφεί με την Αυστραλία, τη Χιλή, το Ουζμπεκιστάν και τη Ρουάντα. Ωστόσο, είναι η πρώτη φορά που οι 27 της Ε.Ε. συνάπτουν τέτοια εταιρική σχέση με χώρα υποψήφια προς ένταξη, που θεωρητικά θα κληθεί κάποια στιγμή να ενταχθεί στην Ε.Ε. Τον Σολτς συνόδευε μια εντυπωσιακή αποστολή από εκπροσώπους της γερμανικής αυτοκινητοβιομηχανίας και το Βερολίνο –όπως εξάλλου και το Παρίσι και το Λονδίνο– άσκησε πιέσεις ώστε το Βελιγράδι να επανεκκινήσει τα προγράμματα εκμετάλλευσης λιθίου, τα οποία είχαν ανασταλεί μετά από έντονες αντιδράσεις των τοπικών πληθυσμών. Η ίδια η Γερμανία διαθέτει σημαντικά κοιτάσματα αυτού του μεταλλεύματος, απαραίτητου για τις μπαταρίες των ηλεκτρικών κινητήρων, αλλά προτιμάει να προωθεί την εκμετάλλευσή του στη Σερβία και όχι στο δικό της έδαφος (4).

Εξάλλου, τα Βαλκάνια αποτελούν μια πολύτιμη δεξαμενή εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, τη στιγμή που η Γερμανία δείχνει να έχει απεριόριστες ανάγκες γι’ αυτό. Όσο και αν τα Βαλκάνια ανέκαθεν αποτελούσαν πηγή μεταναστευτικών ροών, η πληθυσμιακή έξοδος δεν παύει να εντείνεται από τις αρχές της δεκαετίας του 2010 (5) –ακυρώνοντας τη συμβατική ευρωπαϊκή ρητορική περί συνεχούς «προόδου» που υποτίθεται ότι επιτυγχάνουν οι βαλκανικές χώρες. Επιπλέον, αυτή η έξοδος αποψιλώνει τόσο κράτη-μέλη της Ένωσης, όπως η Βουλγαρία και η Κροατία, όσο και χώρες υποψήφιες προς ένταξη.

Στο Κόσοβο, οι φοιτητές ιατρικών και νοσηλευτικών σχολών δέχονται προτάσεις για πρόσληψη στο εξωτερικό πριν καν ολοκληρώσουν τις σπουδές τους. Κάθε χρόνο, μόλις πάρουν το πτυχίο τους, 300 νοσοκόμες υπολογίζεται ότι εγκαταλείπουν τη μικρή χώρα. Εκτιμάται ότι από το 2018 έχουν φύγει 850 γιατροί: μια αφαίμαξη που θέτει σε κίνδυνο ακόμα και την ίδια την επιβίωση του συστήματος υγείας του Κοσόβου. Αυτό το κύμα φυγής δεν εξηγείται μόνο από την προοπτική ενός καλύτερου μισθού: πολλοί νεαροί πτυχιούχοι αναφέρουν το βάρος της οικογενειοκρατίας, των δικτύων γνωριμιών, ακόμα και την αναγκαιότητα του «πολιτικού μέσου» προκειμένου κάποιος να διεκδικήσει ακόμα και την πλέον ασήμαντη θέση εργασίας. Ο Πιερ Μιρέλ, επίτιμος γενικός διευθυντής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επί πολλά χρόνια επιφορτισμένος με τις πολιτικές της διεύρυνσης και της γειτονίας, αναγνωρίζει ότι αυτή η έξοδος «φτωχαίνει τα Βαλκάνια» αλλά και «πλουτίζει ισόποσα την Ευρώπη».
Rafale-φαντάσματα

Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, επωφελούμενη με αυτόν τον τρόπο από τα εκπαιδευτικά συστήματα που χρηματοδοτούνται από τα βαλκανικά κράτη, απομένει το εύκολο έργο να υπενθυμίζει τη σπουδαιότητα των κονδυλίων που διανέμει στο πλαίσιο των προενταξιακών πολιτικών. Η Επιτροπή ανακοίνωσε τον Νοέμβριο του 2023 ένα νέο «αναπτυξιακό σχέδιο» ύψους 6 δισ. ευρώ για την περίοδο 2024-2027: 2 δισ. ευρώ μη επιστρεπτέες επιδοτήσεις και 4 δισ. δάνεια με προνομιακό επιτόκιο. Το σχέδιο συνοδεύεται από μέτρα για το μερικό άνοιγμα της ευρωπαϊκής αγοράς προς τις υποψήφιες χώρες, ενώ η χορήγηση των κονδυλίων είναι συνδεδεμένη με την έγκριση των μεταρρυθμιστικών προγραμμάτων που καθεμία από τις έξι υποψήφιες βαλκανικές χώρες είναι υποχρεωμένη να παρουσιάσει. Σύμφωνα με τις Βρυξέλλες, το ζητούμενο είναι να επιτραπεί στις χώρες της περιοχής να καλύψουν την καθυστέρηση της ανάπτυξής τους σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όμως, οι ειδικοί εκφράζουν έντονο σκεπτικισμό λόγω της περιορισμένης έκτασης των μέσων που διατίθενται (6).

Αν και οι τοπικοί πολιτικοί ηγέτες εγκαινιάζουν με μεγάλους πανηγυρισμούς τις χρηματοδοτούμενες από την Ε.Ε. υποδομές, εμφανιζόμενοι ως οι μόνοι που μπορούν να εγγυηθούν την εξασφάλιση πόρων, πολύ συχνά οι επιχειρήσεις που μπορούν να ανταποκριθούν στις ιδιαίτερα πολύπλοκες ευρωπαϊκές τεχνικές προδιαγραφές είναι μόνο οι προσκείμενες στα κόμματα που βρίσκονται στην εξουσία. Έτσι, τα ευρωπαϊκά κονδύλια τροφοδοτούν τους πελατειακούς μηχανισμούς. Ο πακτωλός του ευρωπαϊκού χρήματος μετατρέπει τις τοπικές ελίτ σε εκείνο που η μαρξιστική κριτική περιέγραφε με τον όρο «μεταπρατική αστική τάξη» (comprador bourgeoisie) (7) στις χώρες υπό αποικιοκρατικό καθεστώς, κυρίως στη Λατινική Αμερική: μια αυτόχθων κυρίαρχη τάξη που αποκομίζει οφέλη από τη θέση της ως μεσάζων ανάμεσα στους εθνικούς πόρους και την τοπική αγορά και στο διεθνές κεφάλαιο.

Ο Ίγκορ Στικς, συγγραφέας και διδάσκων στα πανεπιστήμια του Βελιγραδίου και της Λιουμπλιάνας αναφέρεται στην ύπαρξη ενός πρωτότυπου μοντέλου στα Βαλκάνια: «Οι τοπικές ελίτ διευκολύνουν τις ξένες επενδύσεις, κυρίως όμως για να επιτύχουν την πολιτική υποστήριξη των δυτικών χωρών. Μιλάμε πλέον για προνομιούχα σχέση μεταξύ Γαλλίας και Σερβίας. Μια γαλλική εταιρεία, η Vinci, αγόρασε το αεροδρόμιο του Βελιγραδίου, μια άλλη κατασκευάζει το μετρό της σερβικής πρωτεύουσας, ενώ η Σερβία έχει αγοράσει 12 μαχητικά Rafale, των οποίων η χρησιμότητα δεν είναι προφανής». Κατά την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης των Rafale, στο πλαίσιο της επίσκεψης του Γάλλου προέδρου στο Βελιγράδι τον Αύγουστο του 2024, η ρητορική που χρησιμοποίησε η γαλλική προεδρία τόνιζε τη βούληση «να προσδεθεί σταθερά η Σερβία στο δυτικό στρατόπεδο». Η επιτυχία αυτής της στρατηγικής δεν φαίνεται δεδομένη: παρ’ όλες τις ευρωπαϊκές «προειδοποιήσεις», ο Σέρβος πρόεδρος συνέχισε να εκφράζει την εγγύτητά του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν.

Στις 9 Απριλίου 2025, ο Αλέξανταρ Βούτσιτς έγινε δεκτός από τον Μακρόν στο Παρίσι, τη στιγμή που ένα κίνημα αμφισβήτησης πρωτοφανούς έκτασης και διάρκειας συγκλόνιζε τη Σερβία επί μήνες. Μπροστά στον Σέρβο προσκεκλημένο του, ο Γάλλος πρόεδρος δεν βρήκε ούτε μία λέξη για να αναφερθεί στις απαιτήσεις για σεβασμό του κράτους δικαίου που εξέφραζαν οι διαδηλωτές. Ωστόσο, οι απαιτήσεις αυτές βρίσκονται στην καρδιά των υποχρεώσεων μιας υποψήφιας προς ένταξη χώρας. Στην πραγματικότητα, τα δώδεκα Rafale δεν έχουν ακόμα παραδοθεί και κανείς δεν γνωρίζει με ποια δημοσιονομική ακροβασία θα κατορθώσει η Σερβία να αποπληρώσει το τίμημα των σχεδόν 3 δισ. ευρώ. Το Βελιγράδι μπορεί έτσι να υπερηφανεύεται ότι αγόρασε φτηνά την υποστήριξη της Γαλλίας.

Προκειμένου να εξηγηθεί η εντυπωσιακή επιείκεια των Ευρωπαίων ηγετών απέναντι στο σερβικό καθεστώς προβάλλεται πάντα η γεωπολιτική συγκυρία. Θα πρέπει να αποφευχθεί το ενδεχόμενο το Βελιγράδι να προσεγγίσει υπερβολικά τον Πούτιν. Κατά παράδοξο τρόπο, η μεγάλης κλίμακας ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022 ενίσχυσε αυτήν την τάση, έστω και αν η Σερβία είναι η μοναδική υποψήφια προς ένταξη χώρα που αρνείται να εφαρμόσει τις ευρωπαϊκές κυρώσεις ενάντια στη Μόσχα. «Τα πραγματικά μέσα επιρροής της Ρωσίας στα Βαλκάνια είναι σήμερα σχεδόν μηδενικά», εκτιμά ο Σίρτζαν Τσβίγιτς, πρόεδρος του διεθνούς συμβουλίου του Centre for Security Policy του Βελιγραδίου. «Ωστόσο, οι Ευρωπαίοι παραμένουν μαρμαρωμένοι στην προηγούμενη στάση τους. Αυτό επιτρέπει στο Βελιγράδι να επιδίδεται στην πολιτική της διαρκούς μπλόφας. Όσο κι αν οι μήνες των λαϊκών κινητοποιήσεων στη Σερβία οδήγησαν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να δείξει μια κάπως μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα, εξακολουθεί να μην θέλει να δει εναλλακτική απέναντι στο καθεστώς Βούτσιτς.»
Σαν τα αλογάκια του λούνα παρκ

Με την εισβολή στην Ουκρανία το 2022, είχε γίνει ευρύτατα λόγος για μια δυναμική ικανή να δρομολογήσει ξανά την προοπτική της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Ενόσω η Μολδαβία και η Ουκρανία παράκαμπταν ενδιάμεσα στάδια της μακράς ενταξιακής διαδικασίας, αποκτώντας το επίσημο καθεστώς της υποψήφιας προς ένταξη χώρας, φαινόταν δεδομένο ότι θα ήταν αδύνατον τα δυτικά Βαλκάνια να αφεθούν να περιμένουν επ’ άπειρον. Τέσσερα χρόνια αργότερα, είναι προφανές ότι, παρά αυτό το συμβολικό καθεστώς, η ένταξη της Ουκρανίας και της Μολδαβίας δεν αποτελεί ορατή προοπτική. Τόσο το Κίεβο όσο και το Κισινάου δεν θα πρέπει να ξεχνούν ότι η Βόρεια Μακεδονία είναι επισήμως υποψήφια από… τον Δεκέμβριο του 2005!

Η μεταναστευτική έξοδος που αδειάζει τα Βαλκάνια, η οργή που εντείνεται στη Σερβία, αλλά και η κρίση που δεν παύει να βαθαίνει στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη (8) δείχνουν ότι το πραγματικό «ευρωπαϊκό σύμφωνο» που προτάθηκε στα Βαλκάνια είναι αδύνατον να εφαρμοστεί. Από τη μία, προτείνει μια πολιτική προοπτική ένταξης που αναβάλλεται διαρκώς, θυμίζοντας τα αλογάκια του λούνα παρκ που τρέχουν δίχως να μπορούν να φτάσουν το μπροστινό τους. Από την άλλη, δίνει λευκή επιταγή στους διεφθαρμένους και αυταρχικούς ηγέτες της περιοχής, στο όνομα της «σταθερότητας». Σε αυτήν την εξίσωση, η ζώνη των Βαλκανίων βρίσκεται περιορισμένη στους άχαρους ρόλους της τροφοδοσίας με φυσικούς πόρους και της «ζώνης ασφαλείας» που υποτίθεται ότι προστατεύει τα εξωτερικά σύνορα της Ένωσης απέναντι στις μεταναστευτικές ροές.


Jean-Arnault Dérens
Δημοσιογράφος, συγγραφέας του Géopolitique de l’orthodoxie. De Byzance à la guerre en Ukraine, Tallandier, Παρίσι, 2025
μετάφραση: Βασίλης Παπακριβόπουλος



(1) Sophie-Anne Bisiaux και Lorenz Naegeli, «Chantage dans les Balkans: comment l’UE externalise ses politiques d’asile», Le Courrier des Balkans, 7 Ιουνίου 2021.




(3) Jochen Oltmer, Marcel Berlinghoff, Franck Düvell, Benjamin Etzold, Christine Lang και Andreas Pott, Report Globale Flucht 2025, Fischer, Φρανκφούρτη, 2025.


(4) Βλ. Saša Dragojlo και Ivica Mladenović, Σερβία: Η διαμάχη για το λίθιο ανακατεύει την πολιτική τράπουλα, Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση, Σεπτέμβριος 2022.


(5) Βλ. Jean-Arnault Dérens και Laurent Geslin, Η μεταναστευτική έξοδος ερημώνει τα Βαλκάνια, Le Monde diplomatique – ελληνική έκδοση, Ιούνιος 2018.


(6) Dušan Gajić, «Balkans occidentaux: Bruxelles mise sur la croissance pour relancer l’adhésion», Le Courrier des Balkans, Παρίσι, 21 Νοεμβρίου 2023.


(7) (Σ.τ.Μ.) Για τα μέλη αυτής της τάξης, στα ελληνικά έχει επικρατήσει ο όρος «κομπραδόρος».


(8) Ana Otašević, «De Belgrade à Tirana, ces chefs d’État qui vénèrent Trump», Le Monde diplomatique, Ιούλιος 2026.

https://www.monde-diplomatique.gr/2026/07/article1501


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου