Κυριακή 15 Απριλίου 2012

Πάσχα Ρωμέικο.


 Του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη

Ήτο ο μπαρμπα-Πύπης, ο γηραιός φίλος μου, και κατέβαινεν εις Πειραιά διά ν΄ ακούση το Χριστός ανέστη εις τον ναόν του ομωνύμου και προστάτου του, διά να κάμη Πάσχα ρωμέικο κ΄ ευφρανθή η ψυχή του. Και όμως ήτο... δυτικός.
Ο μπαρμπα-Πύπης ήτο Ιταλοκερκυραίος απλοϊκός, Ελληνίδος μητρός, Έλλην την καρδίαν, και υφίστατο άκων ίσως, ως και τόσοι άλλοι, το άπειρον μεγαλείον και την άφατον γλυκύτητα της εκκλησίας της Ελληνικής. Εκαυχάτο ότι ο πατήρ του, όστις ήτο στρατιώτης του Ναπολέοντος Α΄, “είχε μεταλάβει ρωμέικα”, όταν εκινδύνευσε ν΄ αποθάνη, εκβιάσας μάλιστα προς τούτο, διά τινων συστρατιωτών του, τον ιερέα τον αγαθόν. Και όμως όταν, κατόπιν τούτων, φυσικώς του έλεγέ τις: “Διατί δεν βαπτίζεσαι, μπαρμπα-Πύπη”, η απάντησίς του ήτο ότι άπαξ εβαπτίσθη, και ότι ευρέθη εκεί.
Φαίνεται ότι οι Πάπαι της Ρώμης με την συνήθη επιτηδείαν πολιτικήν των, είχον αναγνωρίσει εις τους ρωμαιοκαθολικούς των Ιονίων νήσων τινά των εις τους Ουνίτας απονεμομένων προνομίων, επιτρέψαντες αυτοίς να συνεορτάζωσι μετά των ορθοδόξων όλας τας εορτάς. Αρκεί να προσκυνήση τις την εμβάδα του ποντίφηκος, τα λοιπά είναι αδιάφορα.

Ο μπαρμπα-Πύπης έτρεφε μεγίστην ευλάβειαν προς τον πολιούχον άγιον της πατρίδος του και προς το σεπτόν αυτού λείψανον. Επίστευεν εις το θαύμα το γενόμενον κατά των Βενετών, τολμησάντων ποτέ να ιδρύσωσιν ίδιον θυσιαστήριον εν αυτώ τω ορθόδοξω ναώ (Il santo Spiridion ha fatto questo caso*) [ο άγιος Σπυρίδων προκάλεσε αυτό το θαύμα], ότε ο άγιος επιφανείς νύκτωρ εν σχήματι μοναχού κρατών δαυλόν αναμμένον έκαυσεν ενώπιον των απολιθωθέντων εκ του τρόμου φρουρών το αρτιπαγές αλτάρε [αγία τράπεζα των καθολικών]. Αφού ευρίσκετο μακράν της Κερκύρας, ο μπαρμπα-Πύπης ποτέ δεν θα έστεργε να εορτάση το Πάσχα μαζί με τσού φράγκους.

***

Την εσπέραν λοιπόν εκείνην του Μεγάλου Σαββάτου, ότε κατέβαινεν εις Πειραιά, πεζός, κρατών εις την χείρα την λαμπάδα του, η έμελλε ν΄ ανάψη κατά την Ανάστασιν, μικρόν πριν φθάση εις τα παραπήγματα της μέσης οδού εκουράσθη και ηθέλησε να καθίση επ΄ ολίγον ν΄ αναπαυθή. Εύρεν υπήνεμον τόπον έξωθεν μιας μάνδρας, εχούσης και οικίσκον παρά την μεσημβρινήν γωνίαν, κ΄ εκεί εκάθισεν επί των χόρτων, αφού υπέστρωσε το εις πολλάς δίπλας γυρισμένον σάλι του. Έβγαλεν από την τσέπην την σπιρτοθήκην του, ήναψε σιγαρέτον κ΄ εκάπνιζεν ηδονικώς.

Εκεί ακούει όπισθέν του ελαφρόν θρουν ως βημάτων επί παχείας χλόης, και πριν προφθάση και στραφή να ίδη ακούει δεύτερον κρότον ελαφρότερον. Ο δεύτερος ούτος κρότος του κάστηκε [του φάνηκε] ότι ήτον ως ανυψουμένης σκανδάλης φονικού όπλου.

Εκείνην την στιγμήν είχε λαμπρυνθή προς ανατολάς ο ορίζων, και του Αιγάλεω αι κορυφαί εφάνησαν προς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Η σελήνη, τετάρτην ημέραν άγουσα από της πανσελήνου, θ΄ ανέτελλε μετ΄ ολίγα λεπτά. Εκεί όπου έστρεψε την κεφαλήν προς τα δεξιά, εγγύς της βορειανατολικής γωνίας του αγροτικού περιβόλου, όπου εκάθητο, του κάστηκε, ως διηγείτο αργότερα ο ίδιος, ότι είδεν ανθρωπίνην σκιάν, εις προβολήν τρόπον τινά ισταμένην, και τείνουσαν εγκαρσίως μακρόν τι ως ρόπαλον ή κοντάριον προς το μέρος αυτού. Πρέπει δε να ήτο τουφέκιον.

Ο μπαρμπα-Πύπης ενόησεν αμέσως τον κίνδυνον. Χωρίς να κινηθή άλλως από την θέσιν του, έτεινε την χείρα προς τον άγνωστον κ΄ έκραξεν εναγωνίως:

- Φίλος! καλός! μη ρίχνης...

Ο άνθρωπος έκαμε μικρόν κίνημα οπισθοδρομήσεως, αλλά δεν επανέφερε το όπλον εις ειρηνικήν θέσιν, ουδέ κατεβίβασε την σκανδάλην.

- Φίλος! και τι θέλεις εδώ; ηρώτησε με απειλητικήν φωνήν.
- Τι θέλω; επανέλαβεν ο μπαρμπα-Πύπης. Κάθουμε και φουμάρω το τσιγάρο μου.
- Και δεν πας αλλού να το φουμάρης, ρε; απήντησεν αυθαδώς ο άγνωστος. Ηύρες τον τόπον, ρε, για να φουμάρης το τσιγάρο σου!
- Και γιατί; επανέλαβεν ο μπαρμπα-Πύπης. Τι σας έβλαψα;
- Δεν ξέρω εγώ απ΄ αυτά, είπεν οργίλως ο αγρότης∙ εδώ είναι αποθήκη, έχει χόρτα, έχει κι άλλα πράματα μέσα. Μόνον κόττες δεν έχει, προσέθηκε μετά σκληρού σαρκασμού, εγελάστηκες.

Ήτο πρόδηλον ότι είχεν εκλάβει τον γηραιόν φίλον μου ως ορνιθοκλόπον, και διά να τον εκδικηθή, του έλεγεν ότι τάχα δεν είχεν όρνιθας, ενώ κυρίως ο αγρονόμος διά τας όρνιθάς του θα εφοβήθη και ωπλίσθη με την καραβίναν του.

Ο μπαρμπα-Πύπης εγέλασε πικρώς προς τον υβριστικόν υπαινιγμόν.

- Συ εγελάστηκες, απήντησεν∙ εγώ κόττες δεν κλέφτω ούτε λωποδύτης είμαι∙ εγώ πηγαίνω στον Πειραιά ν΄ ακούσω Ανάσταση στον Άγιο Σπυρίδωνα.
Ο χωρικός εκάγχασε.
- Στον Περαία! Στον Άι-Σπυρίδωνα; Κι από πού έρχεσαι;
- Αφ΄ την Αθήνα.
- Απ΄ την Αθήνα; Και δεν έχει εκεί εκκλησίες, ν΄ ακούσης Ανάσταση;
- Έχει εκκλησίες, μα εγώ το έχω τάξιμο, απήντησεν ο μπαρμπα-Σπύρος.
Ο χωρικός εσιώπησε προς στιγμήν. Είτα επανέλαβε:
- Να φχαριστάς, καημένε...
Και τότε μόνον κατεβίβασε την σκανδάλην και ώρθωσε το όπλον προς τον ώμόν του.
- Να φχαριστάς καημένε, την ημέραν που ξημερώνει αύριο, ειδεμή, δεν το ΄χα για τίποτες να σ΄ εξαπλώσω δω χάμου. Τράβα τώρα!

Ο γέρων Κερκυραίος είχεν εγερθή και ητοιμάζετο ν΄ απέλθη, αλλά δεν ηδυνήθη να μη δώση τελευταίαν απάντησιν.

- Κάνεις άδικα και συχωρεμένος να ΄σαι που με προσβάλλεις, είπε. Σ΄ ευχαριστώ ως τόσο που δε με ετουφέκισες, αλλά νον βα μπένε... δεν κάνεις καλά να με παίρνεις για κλέφτη. Εγώ είμαι διαβάτης κ΄ επήγαινα, σου λέω, στον Πειραιά.
- Έλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρε...

Και ο χωρικός στρέψας την ράχιν εισήλθεν ανατολικώς διά της θύρας του περιβόλου κ΄ έγινεν άφαντος.

Ο γέρων φίλος μου εξηκολούθησε τον δρόμον του.

***

Το συμβεβηκός τούτο δεν εμπόδισε τον μπάρμπα-Πύπην να εξακολουθή κατ΄ έτος την ευσεβή του συνήθειαν, να καταβαίνη πεζός εις Πειραιά, να προσέρχηται εις τον Άγιον Σπυρίδωνα και να κάμνη Πάσχα ρωμέικο.

Εφέτος το μεσοσαράκοστον μοι επρότεινεν, αν ήθελα, να τον συνοδεύσω εις την προσκύνησίν του ταύτην. Θα προσεχώρουν δε εις την επιθυμίαν του, αν από πολλών ετών δεν είχα την συνήθειαν να εορτάζω εκτός του Άστεως το άγιον Πάσχα.

1891

Άπαντα, τ. Β΄, εκδόσεις Δόμος

Πηγή: Αναγνώσεις της Κυριακάτικης Αυγής