Σάββατο 9 Φεβρουαρίου 2013

Ορίζοντας και πάλι τη δημοκρατία


Το βασικό μας πρόβλημα σήμερα δεν είναι η κληρονομιά του σταλινισμού. Όποια κι αν είναι τα διδάγματα που μπορούμε ακόμη να αντλήσουμε για ό,τι συνέβη και για το πώς συνέβη, ή για τις παρατεινόμενες ιδεολογικές και γεωπο­λιτικές επιπτώσεις, το μέλλον ανήκει σε μια γενιά για την οποία ο σταλινισμός και η κατάρρευση του κομμουνισμού δεν θα έχουν περισσότερο νόημα από την πτώση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και για την οποία ο σοσιαλισμός είναι εξί­σου ξένος -ή έστω απόμακρος- με τις Σταυροφορίες. Δεν πρόκειται να αρνη­θούμε ότι υπάρχει στα αντικαπιταλιστικά κινήματα μια αναβίωση του ενδια­φέροντος για τις σοσιαλιστικές αρχές και ότι ορισμένα μπορεί μάλιστα να προ­σχωρήσουν σε αυτές. Αλλά παρότι βιώνουμε τη βαθύτερη καπιταλιστική κρίση από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης, δεν υπήρξε παραδόξως ποτέ στιγμή στην ιστορία του καπιταλισμού όπου η εξάλειψη και η αντικατάσταση του συστήμα­τος από μια άλλη κοινωνική μορφή να φαινόταν τόσο απίθανη. Ποτέ ο καπι­ταλισμός δεν βρισκόταν τόσο λίγο αντιμέτωπος με τη θεωρητική και πρακτική πρόκληση μιας αντιθετικής δύναμης. Και φτάσαμε στο σημείο όπου η ηγεμονία του δεν έχει πλέον και μεγάλη σχέση με την ιστορική μνήμη των εγκλημάτων του Στάλιν. Η κομμουνιστική εναλλακτική προοπτική δεν υπάρχει πλέον καν ως κα­κή ανάμνηση.

Ωστόσο, υπάρχει ίσως μια παρακαμπτήριος με την οποία η κληρονομιά του κομμουνισμού εξακολουθεί να ταράζει τα νερά των διενέξεων μας. Φαίνεται ότι μας αναγκάζει να ορίσουμε σαφείς διακρίσεις -που, παρεμπιπτόντως, ο Μαρξ δεν έκανε ποτέ- ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον σοσιαλισμό. Όμως, υπάρ­χει τότε κίνδυνος να εστιάσουμε την προσοχή μας σε φιλονικίες φατριαστικού χαρακτήρα παρά στην ιδέα του σοσιαλισμού ως εναλλακτικής προοπτικής ένα­ντι του καπιταλισμού. Αν το ερώτημα είναι κατά πόσο τα πολιτικά κόμματα θα έπρεπε να ονομάζονται κομμουνιστικά ή σοσιαλιστικά, τα επιχειρήματα ποικίλ­λουν προφανώς σε συνάρτηση με τα εθνικά πλαίσια και τις πολιτικές παραδό­σεις. Κατά τη γνώμη μου, το ζήτημα δεν σχετίζεται τόσο με τη νομενκλατούρα των κομμάτων, όσο με δύο αντιτιθέμενες μορφές κοινωνικής ζωής: τον καπιτα­λισμό και τον σοσιαλισμό.

Από αυτή την άποψη, αρνούμαι να μετριάσω τη λέξη σοσιαλισμός, που έχει μπει στο πολιτικό λεξιλόγιο, και δεν βλέπω κανέναν κα­τηγορηματικό λόγο για να εκφράσω τη σοσιαλιστική ιδέα με τον όρο κομμου­νισμός εάν, για ιστορικούς λόγους, έχει αποκτήσει για πολλούς ανθρώπους αρ­νητικό νόημα και αποδυναμώνει την πρόκληση μας ενάντια στον καπιταλισμό. Ίσως αυτός είναι ένας τρόπος να υπεκφύγουμε από το ερώτημα για το νόημα και την καταλληλότητα του όρου κομμουνισμός, αλλά το κάνω σκοπίμως, με την πεποίθηση ότι αυτό που έχουμε ανάγκη δεν είναι μια πυξίδα για την ιστορία των αγώνων των παλαιών κομμάτων, αλλά μια σοσιαλιστική πρόκληση απένα­ντι στον σύγχρονο καπιταλισμό.

Συνεπώς, το βασικό πρόβλημα μας δεν είναι η κληρονομιά αυτού που ήταν ο «υπαρκτός» κομμουνισμός, αλλά η ηγεμονία αυτού που είναι σήμερα ο υπαρ­κτός καπιταλισμός. Απέναντι σε αυτή την ηγεμονία, οι αυταπάτες που μπορεί να τρέφαμε αναφορικά με μια επικείμενη εξαφάνιση του καπιταλισμού δεν εί­ναι πλέον αληθοφανείς. Ακόμη και αν η σημερινή κρίση είναι ικανή να ξαναδώ­σει πνοή στις ελπίδες μας, είναι πιο εύλογο να σκεφτούμε ότι ο καπιταλισμός θα επιβιώσει αυτής, όποιες κι αν είναι οι καταστροφές. Η απώλεια του επαναστατι­κού οπτιμισμού είναι οπωσδήποτε άσχημη είδηση, αλλά μπορεί να παρουσιάζει και πλεονεκτήματα. Το σοσιαλιστικό κίνημα περισσότερο υπέφερε παρά κέρδι­σε από την πεποίθηση ότι η κατάρρευση του καπιταλισμού βρισκόταν στη γωνία του δρόμου και ότι καθήκον μας, των σοσιαλιστών, ήταν απλώς να συνοδεύσου­με τις ασυγκράτητες δυνάμεις της ιστορίας προσμένοντας τον αναπόφευκτο σο­σιαλιστικό μετασχηματισμό.

Για τους σοσιαλιστές, η πεποίθηση των επαναστατικών κινημάτων που βρί­σκονται σε άμεσο αγώνα για την εξουσία ότι αποτελούν δρώντες παράγοντες των διιστορικών νόμων μπορεί να παρουσιάζει ορισμένα πλεονεκτήματα. Δεν είναι όμως σχεδόν καθόλου χρήσιμη για τους πραγματικούς καθημερινούς αγώ­νες. Τείνω επίσης να σκεφτώ ότι η αντίληψη για τον κομμουνισμό, ή τον σοσιαλισμό, ως στάδιο -ενδεχομένως το τελευταίο- στην κατά το μάλλον ή ήττον προκαθορισμένη διαδοχή των τρόπων παραγωγής διαστρεβλώνει τη θεμελιώδη ιδέα του Μαρξ και την απόρριψη από πλευράς του της τελεολογίας προς όφε­λος της ιστορίας. Αλλά αυτό είναι μια άλλη ιστορία. Μας είναι αρκετό εδώ να αναγνωρίσουμε ότι δεν είμαστε διιστορικοί δρώντες παράγοντες. Όπως όλος ο κόσμος, ζούμε σε μια ιδιαίτερη ιστορική στιγμή, και για εμάς που ζούμε σε αυτή την ιδιαίτερη ιστορική στιγμή, η πιο γόνιμη πολιτική στρατηγική είναι να δρούμε ως εάν ο καπιταλισμός να μην επρόκειτο να εξαφανιστεί όσο εμείς ζούμε. Μπο­ρούμε να ελπίζουμε ότι θα εξαφανιστεί, και ίσως ότι η ιστορία θα μας εκπλήξει νωρίτερα απ' όσο περιμένουμε. Επιμένω όμως ότι για να αναπτύξουμε όσο κα­λύτερα γίνεται τους αγώνες εδώ και τώρα δεν μπορούμε να βασιζόμαστε στην ιδέα ότι ο καπιταλισμός τελεί υπό επιθανάτια αγωνία. Κάτι τέτοιο ουδόλως συ­νεπάγεται ότι παραιτούμαστε από την προσδοκία μιας επαναστατικής αλλαγής ή από τον αγώνα ενάντια στην καπιταλιστική ηγεμονία. Κάτι τέτοιο δεν ενέχει επίσης καμία πρόγνωση. Σημαίνει απλώς ότι απορρίπτουμε κάθε πρόσχημα για να παραμελήσουμε ή να ελαχιστοποιήσουμε την πραγματικότητα των καθημε­ρινών αγώνων.

Όλα αυτά σημαίνουν άραγε ότι η έννοια του σοσιαλισμού -ή του κομμουνι­σμού- δεν μπορεί παρά να δηλώνει μια «κριτική ουτοπία» ή την «ιδέα ενός άλ­λου κόσμου», έναν ιδεατό τύπο έξω και πέρα από τον κόσμο στον οποίο ζούμε; Ή επίσης ένα είδος μοντέλου αναφοράς σε σχέση με το οποίο θα μπορούσαμε να ορίσουμε τι δεν είμαστε και προς ποια κατεύθυνση θα θέλουμε να κινηθού­με, αλλά το οποίο δεν θα έλεγε τίποτα γι' αυτό που μπορούμε ή δεν μπορούμε να κάνουμε εδώ και τώρα; Το ζήτημα είναι να μπορούμε να επιστρατεύσουμε τη σοσιαλιστική ιδέα όχι μόνο για να επιφέρουμε τη χαριστική βολή στον καπι­ταλισμό, όταν θα βρίσκεται στις τελευταίες στιγμές του, αλλά πολύ νωρίτερα. Η πρόκληση είναι επομένως να διατυπώσουμε την ιδέα του σοσιαλισμού με τέτοιον τρόπο ώστε να μην περιγράφει μόνο τον τελικό σκοπό μας, αλλά και να προσανατολίζει τους άμεσους αγώνες. Αυτό δεν σημαίνει ότι μπορούμε, όπως οι «αναθεωρητές», να εγκαθιδρύσουμε τον σοσιαλισμό εντός του καπιταλισμού, αλλά ότι οι αγώνες κατά του καπιταλισμού μπορούν να προσανατολιστούν με βάση τις σοσιαλιστικές αρχές, κυρίως αν εννοήσουμε τον σοσιαλισμό ως έναν επανορισμό της δημοκρατίας. Δύο ή τρία χρόνια πριν από την «κατάρρευση του κομμουνισμού», μου είχαν ζητήσει να συνοψίσω την οπτική μου για τα συμβά­ντα του 1989. Έγραψα τότε: «Ίσως το σημαντικότερο δίδαγμα που μπορούμε να αντλήσουμε από την πτώση του κομμουνισμού είναι ότι ενώ ο καπιταλισμός αποδείχθηκε ικανός να λειτουργεί χωρίς δημοκρατία, ο σοσιαλισμός αδυνατεί να κάνει το ίδιο. Ο σοσιαλισμός είναι εξ ορισμού μια δημοκρατική οργάνωση της κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα, από τον τόπο εργασίας μέχρι το κράτος». Θε­ωρώ ότι αυτό είναι πάντα ένα καλό σημείο αφετηρίας.

Ως εκ τούτου, οφείλουμε ασφαλώς να αναγνωρίσουμε ότι τα σφάλματα του «υπαρκτού σοσιαλισμού» σε θέματα δημοκρατίας είχαν ένα μοιραίο καταστρο­φικό αποτέλεσμα. Αλλά ενώ η σοσιαλιστική αριστερά ήταν συχνά υπερβολική στην υποτίμηση της δημοκρατίας υπό τις «αστικές» ή «φιλελεύθερες» μορφές της, που επικεντρώνονται στις πολιτικές ελευθερίες ή στον περιορισμό της κρα­τικής εξουσίας, η αλήθεια είναι ότι αυτές οι συμβατικές αντιλήψεις περί δημοκρατίας δεν είχαν και μεγάλη σχέση με τις μορφές εξουσίας και κυριαρχίας που γέννησε ο καπιταλισμός. Υπάρχει, στον καπιταλισμό, όπως σε κανένα άλλο σύ­στημα προηγουμένως, μια διακριτή οικονομική σφαίρα (τυπικά διαχωρισμένη από το πολιτικό πεδίο), με ένα προσίδιο σύστημα καταναγκασμού και εξανα­γκασμού, με προσίδιες μορφές κυριαρχίας, με προσίδιες ιεραρχίες, εκτός του πεδίου εμβέλειας των δημοκρατικών ελευθεριών, όπως τις αντιλαμβανόμαστε γενικά. Οι πιο εμφανείς εκφράσεις της είναι ο έλεγχος του κεφαλαίου επί του τόπου εργασίας και ο άνευ προηγουμένου έλεγχος του κεφαλαίου επί της εργα­σιακής διαδικασίας. Αλλά υπάρχουν επίσης και οι καταναγκασμοί της αγοράς με τους οποίους το κεφαλαίο κατανέμει την εργασία και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές. Αυτοί οι καταναγκασμοί μεγιστοποίησης του κέρδους και διαρκούς συσ­σώρευσης του κεφαλαίου δεν αποτελούν απλώς ένα είδος ψυχολογικής ή ηθι­κής αταξίας. Πρόκειται για αυθεντικές συστημικές προσταγές και όλες οι σφαί­ρες της ζωής που υπόκεινται στον νόμο και την ισχύ τους, όλες οι σφαίρες που υπάγονται στην εμπορευματοποίηση διαφεύγουν από κάθε δημοκρατικό έλεγ­χο. Στην πολιτική σφαίρα (όπου οι άνθρωποι δρουν ως πολίτες παρά ως εργα­ζόμενοι ή καπιταλιστές), οι άνθρωποι μπορούν να ασκούν τα δικαιώματα που έχουν ως πολίτες χωρίς τις σοβαρές επιπτώσεις για την εξουσία που έχει το κε­φάλαιο στην οικονομική σφαίρα. Ακόμη και στις καπιταλιστικές κοινωνίες με ισχυρή παράδοση κρατικών παρεμβάσεων, οι θεμελιώδεις οικονομικές εξουσίες του κεφαλαίου παραμένουν άθικτες παρά την επέκταση των δημοκρατικών δι­καιωμάτων.

Συνεπώς, αν ο καπιταλισμός δημιούργησε τη δική του δομή εξουσίας εκτός του κράτους, το ερώτημα είναι με ποιον τρόπο πρέπει να ορίσουμε εννοιολογι­κά τα δικαιώματα και τις δημοκρατικές ελευθερίες, ούτως ώστε να περικλείουν και αυτές τις άλλες μορφές εξουσίας. Αυτός ακριβώς θα είναι ο ρόλος ενός σο­σιαλιστικού επανορισμού της δημοκρατίας, που μπορεί να έχει σημαντικές πολι­τικές επιπτώσεις εδώ και τώρα. Η θεμελιώδης συνθήκη του καπιταλιστικού συ­στήματος είναι η ανυπεράσπιστη έκθεση όλων των ατόμων στις προσταγές της αγοράς - με την αποστέρηση που υποχρεώνει τους ανθρώπους να πουλήσουν την εργασιακή δύναμη τους για έναν μισθό, με την ιδιωτικοποίηση των αγαθών και των υπηρεσιών που παρεμβάλλονται μεταξύ των ατόμων και την εξάρτηση τους από την αγορά. Γι' αυτό ακριβώς το κράτος πρόνοιας ήταν αναγκαίο για να σώσει τον καπιταλισμό από τους δικούς του δαίμονες. Αλλά, ακόμη κι αν δεν πρέπει, στην υπεραριστερή καθαρότητα μας, να αρνηθούμε τη διαφορά ανά­μεσα σε ποικίλα καπιταλιστικά καθεστώτα ή να χλευάσουμε τα κεκτημένα των σοσιαλδημοκρατικών κυβερνήσεων, ο επανορισμός της δημοκρατίας δεν ισοδυ­ναμεί με το αίτημα επαναφοράς των κοινωνικών δικαιωμάτων της μεταπολεμι­κής περιόδου που κατέστρεψε ο νεοφιλελευθερισμός. Ζητούμενο δεν είναι μόνο να δημιουργηθούν δίχτυα ασφαλείας ή να ρυθμιστούν οι αγορές. Ζητούμενο δεν είναι επίσης -όσο σημαντικό κι αν είναι αυτό- να διορθωθούν οι τεράστιες ανισότητες που γεννά ο καπιταλισμός. Για να θεμελιώσουμε την αυτονομία μας ενώπιον της κρατικής εξουσίας, αλλά και ενώπιον της εξουσίας του κεφαλαί­ου, πρέπει να βάλουμε τη δημοκρατία όχι μόνο στον τόπο εργασίας αλλά και σε όλες τις σφαίρες της ζωής απ' όπου εξοβελίζεται σήμερα λόγω των προσταγών της αγοράς. Πρέπει γι' αυτό να περιφρονήσουμε την εξουσία της αγοράς και να αποσπάσουμε από τους εξαναγκασμούς της όσο περισσότερη ανθρώπινη ζωή γίνεται, με άλλα λόγια να αποεμπορευματοποιήσουμε τις κοινωνικές σχέσεις.

Η αναγκαιότητα να αποεμπορευματοποιηθούν όσο περισσότερο γίνεται οι σφαίρες ζωής μπορεί να φαίνεται προφανής στους σοσιαλιστές, αλλά πρόκειται για κάτι διαφορετικό αν σκεφτούμε ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είναι εν μέ­ρει αγώνας για την αποεμπορευματοποίηση. Ταυτίζοντας την αποεμπορευματοποίηση με τη δημοκρατία συμβάλλουμε στο να γίνει η σοσιαλιστική ιδέα κάτι διαφορετικό από μια ουτοπική φαντασιοκοπία που την έχουν επινοήσει αριστε­ροί διανοούμενοι και στη στενή σύνδεση της με συγκεκριμένους αγώνες. Κάτι τέτοιο μπορεί να προσδώσει νέο νόημα στην αρχή της Ρόζας Λούξεμπουργκ, ότι οι άνθρωποι μαθαίνουν να αγωνίζονται μόνο μέσα από τους δικούς τους αγώ­νες. Αυτή η αρχή διατυπώθηκε πιστεύοντας περισσότερο ή λιγότερο στον επι­κείμενο χαρακτήρα μιας σοσιαλιστικής επανάστασης. Αλλά ισχύει ακόμη περισ­σότερο αν σκεφτούμε ότι το μονοπάτι της επανάστασης είναι ακόμη μακρύ. Η προοπτική αποεμπορευματοποίησης της ίδιας της εργασιακής δύναμης μπορεί να φαντάζει μακρινή και, από σήμερα μέχρι να συμβεί αυτό, υπάρχουν ασφα­λώς όρια σε όσα μπορούμε να κάνουμε. Αλλά ο αγώνας για αποεμπορευματο­ποίηση μπορεί να ξεκινήσει χωρίς καθυστέρηση, επί παραδείγματι με τη μάχη για τη δημόσια υγεία στις ΗΠΑ ή με τη συλλογική αντίσταση στην έξωση από τις κατοικίες ή με τον αγώνα ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του νερού στη Βολιβία, και κυρίως και παντού με τους καθημερινούς αγώνες για τα δικαιώματα και τις εξουσίες των εργαζομένων. Ο επανορισμός της δημοκρατίας μπορεί να είναι το κατάλληλο σημείο αφετηρίας για να προσανατολίσουμε τις μάχες μας στην κα­τεύθυνση του σοσιαλισμού.

Μετάφραση: Τάσος Μπέτζελος



* Η Ellen Meiksins Wood δίδαξε πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο του Toronto. Είναι συγγραφέας σημαντικών μελετών, μεταξύ των οποίων και οιγνωστές στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό Η δημοκρατία ενάντια στον καπιταλισμό. Για μια ανανέωση του ιστορικού υλισμού. Εκδόσεις Στάχυ, Αθήνα 1998 και Η αυτοκρατορία του κεφαλαίου, Εκδόσεις ΚΨΜ, Αθήνα 2008. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 100 (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 2012) του περιοδικού ΟΥΤΟΠΙΑ στο αφιέρωμα ‘’ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ, Θεωρία, Ιστορία, Προοπτική’’

http://aristeroblog.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου