Ο Παναγιώτης δίπλωσε προσεκτικά την κουβέρτα του, μάζεψε το χαρτόκουτο του και σηκώθηκε. Έπρεπε να βρει ένα σημείο να τα προφυλάξει από τη βροχή. Καλοκαίρι σου λένε, Ευρώπη γίναμε...
Δεν ήταν πάντοτε στο δρόμο ο Παναγιώτης, το αντίθετο. Δούλευε για 26 ολόκληρα χρόνια στο ίδιο μαγαζί. Υπάλληλος. Ήταν καλά, με το διαμέρισμα του στα νότια προάστια, τις ταβέρνες του, είχε κι ένα αυτοκίνητο που φόρτωνε όλη του την οικογένεια κι έφευγαν στην άδεια του. Έλα όμως που λόγω της κρίσης το αφεντικό του πήρε στη θέση του έναν πιτσιρικά με τα μισά λεφτά. Δεν συνέφερε πια βλέπεις στην επιχείρηση...
Προσπάθησε πολύ να βρει δουλειά, ποιος όμως θα έπαιρνε έναν πενηντάρη ανειδίκευτο στη δούλεψη του; Η γυναίκα του δεν άντεξε άλλο, τι να κάνει η καημένη; Πήρε τα παιδιά και πήγε στους γονείς της στο χωριό. Βλέπεις μαλώνανε συνέχεια από τότε...
Άραγε Παναγιώτη μου, θα μείνουμε στην Ευρώπη αυτή; Τι θα κάνεις αν δε μείνουμε;
Η κυρία Ασπασία περίμενε υπομονετικά στην ουρά. Από τότε που έχασε τον άντρα της τρία χρόνια πριν είχε μάθει να αντιμετωπίζει τα πάντα με στωικότητα. Τι άλλο θα μπορούσε να κάνει μια γυναίκα μόνη στην ηλικία της;
Ζούσε με μια σύνταξη του άντρα της, 320 ευρώ όλα κι όλα. Ώρες ώρες σκεφτόταν πως ήταν τυχερή που είχε την "κακιά αρρώστια" και θα έφευγε κι αυτή σε λίγο. Μόνο να μην πονούσε... Δεν τον άντεχε αυτόν τον πόνο.
Τα παιδιά στο κοινωνικό ιατρείο ήταν πολύ καλά μαζί της. Από τότε που την έδιωξαν από το νοσοκομείο ήταν ξεκρέμαστη, δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Καλά που βρέθηκαν αυτά τα παιδιά του ιατρείου και την φροντίζουν. Μέχρι να πάει να βρει τον αγαπημένο της σύντροφο...
Άραγε κυρία Ασπασία μου, θα μείνουμε στην Ευρώπη αυτή; Τι θα κάνεις αν δε μείνουμε;










