Κυριακή 14 Ιουλίου 2019

“Οι αθώοι εργάται Σάκο και Βαντσέτι δεν πρέπει να αποθάνουν εις την ηλεκτρικήν καρέκλα”.


“Οι αθώοι εργάται Σάκο και Βαντσέτι δεν πρέπει να αποθάνουν εις την ηλεκτρικήν καρέκλα”.

Με αυτόν τον πρώτο τίτλο κυκλοφορούσε το φύλλο του “Ριζοσπάστη” στις 10 Αυγούστου 1927. Την προηγούμενη μέρα οι εργατικές οργανώσεις της Αθήνας είχαν κάνει διάβημα στην πρεσβεία των ΗΠΑ. Δώδεκα μέρες μετά η “Δικαιοσύνη” της χώρας των δημίων, όπως την είχε αποκαλέσει με τον υπέρτιτλό του ο “Ρ”, εκτελούσε, νύχτα, με ηλεκτρική καρέκλα τους Σάκο και Βαντσέτι. Εβδομήντα χρόνια πριν.

Αντλούμε από το βιβλίο των Ρίτσαρντ Ο’ Μπόγιερ και Χέρμπερτ Μ. Μόρε με τίτλο “Η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των ΗΠΑ” (έκδοση “Σύγχρονη Εποχή”) σημαντικές πληροφορίες για τότε.

“Πού θα πήγαινα; Τι θα έκανα; Βρισκόμουν στη γη της επαγγελίας”.Αυτή η σκέψη συνόδευε τους μετανάστες, που φτάνοντας στην Αμερική στις αρχές του 20ού αιώνα, έβρισκαν την καταναγκαστική εργασία, τη σκληρή μεταχείριση, τους μισθούς πείνας, αφήνοντας πίσω τα όνειρα για δικαιοσύνη στη γη και στις συναλλαγές τους. Με τον ιδρώτα τους και τη διαφορά του μισθού τους – μειωμένο κατά το ήμισυ – από των ντόπιων λευκών εργατών, οι εργοδότες έβγαζαν δισεκατομμύρια. Και ήταν πάντα πρόθυμοι να συνεισφέρουν στις οργανώσεις που έτρεφαν την εξαιρετικά επικερδή επιχείρηση του διαίρει και βασίλευε. Πολλοί ήταν οι συνδικαλιστές, μαύροι και ξένοι εργάτες που δοκίμαζαν στο σώμα τους ακόμη, το μαστίγιο του επαρχιώτικου φανατισμού, που έτρεφε η εργοδοσία και η “Κου Κλουξ Κλαν” με δημόσιες εκδηλώσεις μίσους απέναντί τους, μεταμφιεσμένες σε πατριωτισμό. Μέσα σ’ αυτό το κλίμα έφτασαν στην Αμερική ο Σάκο και ο Βαντσέτι.
“Είχαν κόκκινες δραστηριότητες”


Ο Μπαρτολομέο Βαντσέτι αγαπούσε τον Πουτσίνι, ήξερε Δάντη και πίστευε βαθιά ότι τα βιβλία θα τον βοηθούσαν να ερευνήσει τα αίτια της διαφοράς ανάμεσα στα εκατομμύρια των εργατών που ξεθεώνονται στη δουλιά και στους λίγους που μάζευαν τσεκ. Ο Ιταλός μετανάστης, έφτασε στη χώρα, ξένος ανάμεσα σε ξένους, το 1908. Στη χώρα αυτή πάλεψε για μάθηση και ελευθερία, έμαθε πως η “ταξική συνείδηση δεν είναι μια φράση – επινόηση των προπαγανδιστών, αλλά μια αληθινή, ζωτική δύναμη και πως όποιοι νιώθουν τη σημασία της παύουν να είναι υποζύγια και μετατρέπονται σε ανθρώπινες υπάρξεις”. Στη χώρα αυτή γνώρισε τον συμπατριώτη του Νικόλα Σάκο,τον κοντό, μυώδη και όμορφο νέο, τσαγκάρη, με ασυνήθιστη όρεξη για ζωή και πάλη κατά της κατάργησης της δουλείας, της εκμετάλλευσης, του πολέμου. Στη χώρα αυτή, έμελλε και οι δύο, εβδομήντα χρόνια πριν, σαν σήμερα 22 Αυγούστου, να οδηγηθούν στο θάνατο.
Εχθροί των θεσμών…

“Είχαν κόκκινες δραστηριότητες και έπρεπε να πεθάνουν”,ήταν το σκεπτικό της θανατικής απόφασης των Α. Λόρενς Λόουελ,προέδρου του πανεπιστημίου Χάρβαρντ, Σάμιουελ Στράτονπροέδρου του Τεχνολογικού Ινστιτούτου της Μασαχουσέτης και Ρόμπερτ Γκραντ,συνταξιούχου δικαστή, τον Αύγουστο του 1927.

Εξι χρόνια πριν, οι Σάκο και Βαντσέτι, θα κατηγορούνταν για ληστεία σε μια χρηματαποστολή στο Σάουθ Μπρέιντρι της Μασαχουσέτης, που είχε γίνει τον Απρίλη του 1920 και κατά την οποία είχαν σκοτωθεί δύο φρουροί. Εκτός από το φόνο στο Σάουθ Μπρέιντρι, ο Βαντσέτι κατηγορήθηκε και για μια αποτυχημένη απόπειρα ληστείας σε χρηματαποστολή στο Μπριτζγουότερ της Μασαχουσέτης, που είχε γίνει τον Δεκέμβρη του 1919. Ο οποιοσδήποτε προσεκτικός εξεταστής των υποθέσεων αυτών μπορούσε να δει καθαρά ότι ήταν αθώοι. Αλλωστε στην πρώτη δίκη του Βαντσέτι, ο δικαστής απευθυνόμενους στους ενόρκους είχε πει: “Ισως αυτός ο άντρας να μην έπραξε το έγκλημα για το οποίο κατηγορείται. Είναι όμως ηθικά ένοχος γιατί αποτελεί εχθρό των υπαρχόντων θεσμών της χώρας”.
Στη μαύρη λίστα

Ο Βαντσέτι που γύριζε στους δρόμους και πουλούσε ψάρια από τότε που μπήκε στη μαύρη λίστα για τη συμμετοχή του στην απεργία μιας βιομηχανίας σχοινιού, το 1916, έγινε στενός φίλος του Σάκο, όταν και οι δύο εναντιώθηκαν στον πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αρνούμενοι να σκοτώσουν άλλους ανθρώπους σε μια τέτοια σύγκρουση έφυγαν μαζί με μια ομάδα Ιταλών αναρχικών για το Μεξικό και έμειναν εκεί όσο διήρκεσε ο πόλεμος. Η φιλία τους συνεχίστηκε κι αφότου γύρισαν στη Μασαχουσέτη. Εκτός από τις απεργίες δραστηριοποιήθηκαν και στην υπεράσπιση των αλλοδαπών, όταν οι συλλήψεις και οι απελάσεις πήραν τη μορφή σταυροφορίας. Το να είσαι ξένος έγινε επικίνδυνο, καθώς τα μανιασμένα πλήθη έβλεπαν στις επιδρομές το μέσο για τη διάσωση της Αμερικής. Οι Σάκο και Βαντσέτι συγκέντρωναν χρήματα, τύπωναν προκηρύξεις, οργάνωναν συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας. Τα ονόματά τους βρίσκονταν στις μυστικές καταστάσεις του υπουργείου Δικαιοσύνης. Συλλαμβάνονται με προκηρύξεις στα χέρια τους το Μάη του 1920, οπότε είχαν οργανώσει συγκέντρωση για το θάνατο ενός φίλου τους Ιταλού τυπογράφου. Αρχικά η κατηγορία ήταν “επικίνδυνες ριζοσπαστικές δραστηριότητες”. Μετά εφευρέθηκαν η ληστεία και ο φόνος.

Τον Ιούλη του 1921 ο δικαστής Θάγιερ θα αποφάσιζε ότι είναι ένοχοι για φόνο πρώτου βαθμού, καλώντας τους ενόρκους “να προσφέρετε τις υπηρεσίες σας με το ίδιο πνεύμα πατριωτισμού που έδειξαν οι στρατιώτες μας πέρα από τον ωκεανό”. Η ποινή που πρόβλεπε ο νόμος της Μασαχουσέτης ήταν εκτέλεση στην ηλεκτρική καρέκλα. Την ίδια χρονιά θα ξεκινούσε η μάχη για την ανατροπή της απόφασης, μια μάχη που διήρκεσε έξι χρόνια.
“Δεν ήταν εκεί.. “

Στο μεταξύ με ένορκες καταθέσεις τους ο επικεφαλής του υπουργικού γραφείου της Βοστώνης και του ειδικού εκπροσώπου του υπουργείου, δήλωναν ότι οι ομοσπονδιακές αρχές γνώριζαν πως οι κατηγορούμενοι ήταν αθώοι, αλλά ήταν αποφασισμένες να τους οδηγήσουν στο θάνατο, λόγω των πολιτικών τους πεποιθήσεων. Και σημείωναν πως το έγκλημα του Σάουθ Μπρέιντρι ήταν δουλιά επαγγελματιών. Ενας νεαρός εγκληματίας, ο Σελεστίνο Φ. Μαντέιρος,που είχε καταδικαστεί σε θάνατο για φόνο, ομολόγησε: “Παραβρισκόμουν στο έγκλημα. Οι Σάκο και Βαντσέτι δεν ήταν εκεί”. Προτίμησε έτσι να παραιτηθεί από τη δυνατότητα να του χαριστεί η ζωή, καθώς για την υπόθεσή του είχε κάνει έφεση, παρά να παρακολουθήσει αμέτοχος την αδικία. “Είδα τη γυναίκα του Σάκο που ήρθε εδώ (σ. σ. στη φυλακή) με τα παιδιά και τα λυπήθηκα”, εξήγησε…

Στο μεταξύ απ’ όλο τον κόσμο, φίλοι της δικαιοσύνης και διάφορες οργανώσεις πραγματοποιούσαν διαδηλώσεις, συγκέντρωναν χρήματα για την υπεράσπιση των δύο αντρών. Στην ίδια την Αμερική, όμως, το 1926, η πλειοψηφία των Αμερικανών εμφανιζόταν να αδιαφορεί για την τύχη των Σάκο και Βαντσέτι. Ολοι έπαιρναν μετοχές. Τα συνδικάτα επένδυαν τα κεφάλαιά τους σε μετοχές, ομόλογα και ακίνητα. Περιορισμοί στις αγορές δεν υπήρχαν. Ποιος μπορούσε να σκεφτεί τους δύο Ιταλούς, όταν η “Ανακόντα”, η “Τζένεραλ Ελέκτρικ”, η “Τζένεραλ Μότορς” ανέβαιναν σχεδόν ώρα με την ώρα; Ομως, όταν το Ανώτατο Δικαστήριο της Μασαχουσέτης απέρριψε την έφεση των Σάκο και Βαντσέτι και ορίστηκε η μέρα εκτέλεσης, ο κόσμος σιγά σιγά και σε παγκόσμια κλίμακα αφυπνιζόταν. Εκατοντάδες προσωπικότητες έστελναν εκκλήσεις να μη χαθούν άδικα δυο ζωές. Ωσπου, ήρθε η μέρα της εκτέλεσης…
“Δεν μπορεί να γίνει… “

.. δεν πρέπει να το αφήσουμε να γίνει. Το δυνατό καρτερικό πρόσωπο του Βαντσέτι πίσω από τα σίδερα, η αγωνία του Σάκο για αυτούς που μένουν και βασανίζονται, για τη χαρά της λευτεριάς, ήταν η σιωπηλή κραυγή που έφτανε στ’ αυτιά και την καρδιά του απλού κόσμου. Μια κραυγή που απαιτούσε σαν απάντηση την απελευθέρωση. Που ξεσήκωσε άνδρες και γυναίκες, σ’ όλη τη Γη, από τα σιωπηλά σπίτια τους και τους οδήγησε το βράδυ της 22ης Αυγούστου, στο παραπέντε της εκτέλεσης, στους δρόμους των μικρών ιταλικών πόλεων, του Παρισιού, της Νέας Υόρκης, του Βερολίνου, του Λονδίνου, αλλά και σε επαρχιακές πόλεις κατά μήκος του Ρήνου, στις Αλπεις, στα παράλια της Μεσογείου, στους καταυλισμούς ανθρακωρύχων στα Βραχώδη Ορη και στις πάμπες της Αργεντινής. Που “προκάλεσε” απεργίες με εκατοντάδες χιλιάδες συμμετοχές στη Νέα Υόρκη, την Πενσιλβανία, το Κολοράντο, το Ιλινόις και το Νιου Τζέρσεϊ. Η Αστυνομία συνέλαβε διαδηλωτές στη Φιλαδέλφεια και το Σικάγο και συγκρούστηκε με 50.000 άτομα στη Γιούνον Σκουέαρ της Νέας Υόρκης.

Στη Βοστώνη έβρεχε καθώς μέσα στη νύχτα, το πλήθος με λυγμούς και με τη συνοδεία αστυνομικών γκλομπ, έσυρε τα βήματά του γύρω από τη Βουλή και σχημάτισε πομπή προς την πολιτειακή φυλακή, στην οποία είχαν τοποθετηθεί πολυβόλα και τη φρουρούσε η εθνοφρουρά. Αντρες και γυναίκες με πανό στα χέρια περπατούσαν συνέχεια κάτω από τους τοίχους της φυλακής και επαναλάμβαναν στον εαυτό τους: “Δεν μπορεί να γίνει, δεν μπορεί να γίνει”.Ξαφνικά τα φώτα της φυλακής τρεμόπαιξαν τρεις φορές. Η έννομη τάξη απαιτούσε και πήρε τις ζωές των Μαντέιρος, Σάκο και Βαντσέτι. Ομως, “αυτή η τελευταία αγωνία ήταν ο θρίαμβός μας. Τα λόγια μας, η ζωή μας, τα βάσανά μας, δεν είναι τίποτα! Η αφαίρεση της ζωής μας, της ζωής ενός καλού τεχνίτη παπουτσιών κι ενός φτωχού υπαίθριου πωλητή ψαριών, τα πάντα!”,έγραφε στη φυλακή, τέσσερις μήνες πριν την εκτέλεση ο Βαντσέτι.

Τα φώτα της φυλακής ξανάρχισαν να λάμπουν. Το ίδιο και τα μάτια των ανθρώπων, από το κλάμα στη σκέψη πως η Γη είχε γίνει φτωχότερη, είχε κηλιδωθεί.

“Να θυμάσαι Ντάντε… “

Στο κελί των μελλοθάνατων ο Σάκο θα έγραφε το τελευταίο γράμμα στον γιο του Ντάντε: “Λοιπόν, γιε μου μην κλάψεις, παρά να φανείς γενναίος και να παρηγορήσεις τη μητέρα σου. Οταν θέλεις να αποσπάσεις τη μητέρα σου από την απογοήτευση και τη συγκίνηση, να κάνεις αυτό που συνήθιζα εγώ να κάνω. Πήγαινέ την ένα μεγάλο περίπατο στην ήσυχη εξοχή, να μαζέψει αγριολούλουδα εδώ κι εκεί, να ξεκουραστεί κάτω από τη σκιά των δέντρων, πλάι στην αρμονία του κελαρυστού ποταμού και μέσα στη γλυκιά ηρεμία της μητέρας φύσης και είμαι σίγουρος ότι θα το χαρεί πολύ, καθώς κι εσύ είμαι σίγουρος. Ομως να θυμάσαι πάντα, Ντάντε, μην αφιερώσεις τον εαυτό σου μόνο στο κυνήγι της ευτυχίας… να βοηθάς τους αδύνατους που ζητούν βοήθεια, να βοηθάς τους κατατρεγμένους και τα θύματα, γιατί είναι οι καλύτεροί σου φίλοι. Είναι οι σύντροφοι που αγωνίζονται και πέφτουν, όπως ο πατέρας σου και ο Μπαρτολομέο αγωνίστηκαν κι έπεσαν… για να κατακτήσουν τη χαρά της λευτεριάς για όλο τον κόσμο”.

Πηγή: Ριζοσπάστης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου