30 Απριλίου 1973. Την επόμενη ξημέρωνε Πρωτομαγιά. Το Π/Φ «Πελοπίδας» είχε λύσει κάβους από λιμάνι της Βενεζουέλας το πρωί, με κατεύθυνση την Ευρώπη.
Στη μηχανή ο τρίτος μηχανικός που έκανε βάρδια μαζί με τον δόκιμο και τον λιπαντή, «λαδάς» στη γλώσσα των ναυτικών, κάνει νόημα στον δόκιμο ότι πρέπει να ανέβει στα καζάνια να κάνει «εκκαπνισμό».
Αυτό σήμαινε ότι έπρεπε να ανέβει τις κάθετες σκάλες, να φτάσει στην κορυφή των καζανιών της τουρμπίνας και να ανοίξει κάποιες βάνες για να γίνει καλύτερη καύση – με θερμοκρασίες να φτάνουν στους 50 βαθμούς γύρω από το καζάνι. Ο δόκιμος πήρε το γατζόκλειδο και άρχισε να ανεβαίνει.
Όταν κατέβηκε, με το πουκάμισο να στάζει από τον ιδρώτα και τα μούτρα μαύρα από την κάπνα, απέναντί του στεκόταν ο λαδάς, που του έδωσε μια βρεγμένη πετσέτα να σκουπιστεί και να δροσιστεί από τη φλόγα των 50 βαθμών, λέγοντας του χαμογελώντας : «Μην στεναχωριέσαι, δόκιμε. Κάποτε θα γίνεις τρίτος και τότε θα γλιτώσεις από τον εκκαπνισμό». Αν ήταν άλλος, ο δόκιμος θα του έφερνε το γατζόκλειδο στο κεφάλι.
Αλλά ήταν ο Καρίμ που μόνο από σαρκασμό και λοιδορία δεν το έλεγε.







