Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου 2013

Καταλήψεις & αυτο διαχειριζόμενοι χώροι – H ιστορική εμπειρία του Βερολίνου

Χρειάστηκαν πάνω από 20 χρόνια για να μπει στην κεντρική πολιτική ατζέντα το ζήτημα των καταλήψεων δημόσιων ή ιδιωτικών χώρων από ομάδες πολιτών.

Χρειάστηκαν πάνω από 20 χρόνια για να ακουστεί και στο τελευταίο χωριό της χώρας ότι υπάρχουν χώροι όπου διάφορες συλλογικότητες προσπαθούν ,άλλοτε πετυχημένα άλλοτε όχι , να προβάλουν ένα διαφορετικό μοντέλο διαχείρισης , κουλτούρας αλλά και εναλλακτικής προσέγγισης της πολιτικής σε επίπεδο γειτονιάς. Το Βερολίνο αποτελεί ίσως τη μήτρα της γέννησης αυτών των πρωτοβουλιών αλλά ταυτόχρονα δείχνει τις δυνατότητες και τα όρια , τα προβλήματα αλλά και τα αδιέξοδα αυτών των εγχειρημάτων.
Η ιστορική αναδρομή στο κίνημα των καταλήψεων στο Βερολίνο δίνει μία εικόνα του φαινομένου πέρα από τις υστερίες του Κεδίκογλου και τη μηδενική ανοχή του Δένδια.
Εισαγωγή
Το συνέδριο TUNIX, που οργανώθηκε στο Βερολίνο το 1978, αποτέλεσε το τέλος ενός κύκλου κοινωνικών κινημάτων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία οι οποίοι ξεκίνησαν με τις ταραχές των φοιτητών το 1967-68. Η «κόκκινη δεκαετία», όπως ονόμασε ο ιστορικός Gerd Koenen τις χρονιές από το 1967 έως το 1977, δεν έθεσαν μόνο τις βάσεις για τα νέα κοινωνικά κινήματα ενάντια στην πυρηνική ενέργεια, τον πόλεμο και τον μιλιταρισμό, αλλά επίσης για τα κινήματα σεξουαλικής ισότητας. Το γεγονός αυτό άνοιξε το δρόμο για σεχταριστικά πειράματα που συμπεριλάμβαναν τη δημιουργία νέων επαναστατικών κομμάτων και την αύξηση της ριζοσπαστικοποίησης που οδήγησε στην ένοπλη αντίσταση της RAF (Red Army Faction) και του Κινήματος 2 Ιούνη. Μια κρίσιμη καμπή ήρθε όταν τμήματα του κινήματος αντέδρασαν στο «Γερμανικό Φθινόπωρο» του 1977 και στο επίπεδο της κρατικής-κυβερνητικής καταστολής και αποσύρθηκαν από την επίσημη κοινωνία, δημιουργώντας εναλλακτικά project. To Βερολίνο κατέληξε να γίνει το κέντρο αυτού του ταχέως αναπτυσσόμενου εναλλακτικού κινήματος. Το 1979 η εναλλακτική σκηνή που αναπτύχθηκε γύρω από κολεκτίβες pub, εργαστήρια ποδηλάτων, τοπικές εφημερίδες και εκδόσεις εκτιμάται ότι αποτελούνταν από 100.000 άτομα και αυτές οι δραστηριότητες παρείχαν στο κίνημα μια μορφή οικονομικής ασφάλειας πέρα από την καπιταλιστική μισθωτή εργασία. Το ζήτημα του κατάλληλου χώρου διαβίωσης σύντομα έγινε κεντρικής σημασίας για αυτά τα εγχειρήματα, και οι καταλήψεις φάνηκε ότι ήταν ο τρόπος για να οικειοποιηθούν τέτοιους χώρους. Επιπρόσθετα, η τακτική της κατάληψης ταίριαζε με την πολιτική προσέγγιση του εναλλακτικού κινήματος: η παρέμβαση του στην αστική αναδιάρθρωση, η ενασχόληση με τα προβλήματα που δημιουργούνταν από τα διαμερίσματα που έμεναν άδεια, την έλλειψη στέγης, την κερδοσκοπία των ακινήτων.
Ενώ το εναλλακτικό κίνημα αυξάνονταν με ταχείς ρυθμούς, οι αστικές – πολεοδομικές πολιτικές του Βερολίνου κατέπεσαν σε μια πραγματική κρίση. Η έλλειψη στέγης – μόνο το 1980 περίπου 80.000 άτομα καταγράφηκαν ότι αναζητούσαν διαμερίσματα – δεν ήταν απλώς το αποτέλεσμα των εδαφικών συνόρων που εμπόδιζαν την «παραμεθόρια πόλη» να επεκταθεί. Ήταν περισσότερο μια υπόθεση δημόσιων προγραμμάτων ανάπλασης που ευνοούσαν την κερδοσκοπική στρατηγική του να διατηρούνται άδεια τα διαμερίσματα.
Σύμφωνα με τις στατιστικές της Γερουσίας, 27.000 διαμερίσματα έμειναν ακατοίκητα το 1978. Οι ιδιοκτήτες των σπιτιών και οι οικοδομικές εταιρείες σκόπιμα άφηναν τα σπίτια να εγκαταλειφθούν με την προσδοκία ότι στη συνέχεια θα μπορούσαν να τα κατεδαφίσουν και να τα ξαναχτίσουν ή ριζικά να τα εκσυγχρονίσουν χρησιμοποιώντας κρατικές χρηματοδοτήσεις, ώστε τελικά να τα χρεώνουν με υψηλότερα ενοίκια.
Καταλήψεις συντήρησης και εξέγερση του 1981


Η πρώτη φάση είχε ήδη ξεκινήσει από τις αρχές του Φεβρουάριου του 1979, όταν η πρωτοβουλία κατοίκων «SO 36» οργάνωσε τις πρώτες καταλήψεις συντήρησης. Η πρακτική των καταλήψεων δηλ. να καταλαμβάνουν σπίτια και αμέσως να ξεκινάνε να τα ανακαινίζουν είχε ως στόχο, αφενός να επισημάνει τη μακροχρόνια φθορά και εγκατάλειψη των διαμερισμάτων και αφετέρου να δημιουργήσει μια αποδοχή αυτής της μεθόδου πολιτικής ανυπακοής. Η πολιτική επιτυχία αυτών των πρώτων καταλήψεων είχε περαιτέρω συνέπειες: μέχρι το Δεκέμβρη του 1980, 21 σπίτια είχαν καταληφθεί στο Βερολίνο. Στις αρχές του Μαρτίου του 1980 είχε δημιουργηθεί ένα «συμβούλιο καταληψιών» ως σημείο συνάντησης και διαπραγμάτευσης με τις κρατικές αρχές. Η αρχική αντίδραση της Γερουσίας ήταν η προθυμία να διαπραγματευτεί με αυτούς τους πρώτους rehab καταληψίες, παρόλο που γενικά οι αρχές ήταν αντιφατικές στην πολιτική στρατηγική τους.
Το πραγματικό σημείο εκκίνησης της «Εξέγερσης του 1981» και η αρχή της δεύτερης φάσης του κινήματος των καταλήψεων ήταν η 12η Δεκέμβρη 1980. Την ημέρα εκείνη μια παράνομη έξωση πραγματοποιήθηκε από την αστυνομία στην περιοχή του Kreuzberg και προκάλεσε ταραχές στους δρόμους που κράτησαν μέχρι το πρωί της επόμενης μέρας. Τους μήνες που ακολούθησαν, σχεδόν καθημερινά νέα σπίτια καταλαμβάνονταν φτάνοντας στην κορύφωση το καλοκαίρι του 1981 όταν είχαν καταληφθεί περίπου 165 σπίτια. Η συντριπτική πλειοψηφία αυτών των κτιρίων βρίσκονταν στις περιοχές του Kreuzberg (περίπου 80) και του Schöneberg. Μαζικές διαδηλώσεις, οδομαχίες και άμεσες δράσεις σε συνδυασμό με την ακανόνιστη επέκταση του βερολινέζικου κινήματος των καταλήψεων ήταν μέρος της μίας πανευρωπαϊκής κινητοποίησης η οποία ξεκίνησε στη Ζυρίχη το Μάιο του 1980. Οι συγκρούσεις στην Όπερα της Ζυρίχης ήταν το πρελούδιο για τα δυο χρόνια σοβαρών συγκρούσεων γύρω από ένα Αυτόνομο Κέντρο Νεολαίας λόγω της έλλειψης χώρων για εναλλακτικές νεανικές κουλτούρες. Σε αυτό το πλαίσιο της πανευρωπαϊκής κρίσης του φορντιστικού μοντέλου οικονομικής ανάπτυξης και της αύξησης της ανεργίας το σύνθημα «Η Ζυρίχη καίγεται» αποτέλεσε την έμπνευση για μια ολόκληρη γενιά ως επί το πλείστον δυσαρεστημένων νέων. Η εξέγερση διαχύθηκε σαν πυρκαγιά, αρχικά στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (Φράιμπουργκ, Αμβούργο, Βερολίνο, Βρέμη, Ανόβερο), έπειτα στο Άμστερνταμ και αργότερα στην Βρετανία.
Η εξέγερση του 1980 επέτρεψε σε μια νέα πολιτική γενιά να εισέλθει στο προσκήνιο. Πολύ λίγα αξιόπιστα δεδομένα που αφορούν την κοινωνική σύνθεση του βερολινέζικου κινήματος καταλήψεων είναι διαθέσιμα. Ένα άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 12 Αυγούστου του 1993 στην εβδομαδιαία εφημερίδα Die Zeit ισχυρίζεται ότι το 65% των καταληψιών είναι άντρες, το 35% είναι κάτω της ηλικίας των 21, το 40% ανάμεσα στις ηλικίες 21 με 25, το 36% μαθητές ή φοιτητές, το 26% εργάζονται, και το 38% είναι άνεργοι ή χωρίς αναγνωρίσιμη εργασία.
Αυτές οι φιγούρες συμπίπτουν με τις αναλύσεις που αναγνωρίζουν δυο μεγάλες ομάδες μέσα στο κίνημα των καταλήψεων : από τη μια πλευρά, οι «εναλλακτικoί», οι περισσότεροι εκ των οποίων προέρχονται από τη μεσαία τάξη είναι μαθητές ή φοιτητές, και από την άλλη πλευρά, μια ομάδα ανθρώπων που ήταν «περιθωριοποιημένοι», είτε με τη θέληση τους είτε αθέλητα, οι περισσότεροι κάτω της ηλικίας των 21 και με προλεταριακό background. Αυτή η ετερογένεια στην κοινωνική δομή ανακλάται επίσης και στην ποικιλομορφία των πολιτικών πεποιθήσεων και των στόχων των σχετικών με τις καταλήψεις. Το κίνημα αναπτύχθηκε μέσα σε λίγους μήνες και είχε αναμφισβήτητα επίγνωση της ετερογένειάς του αλλά ποτέ δεν ήθελε να αυτοχαρακτηρίζεται με τέτοιους όρους.
Στην αρχή, οι διαφορετικές προσεγγίσεις δεν συγκρούονταν μεταξύ τους. Αντιθέτως: η δυναμική του κινήματος καταλήψεων βασίζονταν κυρίως στις «ριζοσπαστικές» δυνάμεις που χρησιμοποιούσαν το κενό πολιτικής εξουσίας για να καταλάβουν ένα σημαντικό αριθμό σπιτιών στο συντομότερο δυνατό χρονικό διάστημα, εξασφαλίζοντας έτσι ένα πλεονέκτημα που θα εμπόδιζε σε μεγάλο βαθμό τις πιθανές εξώσεις. Οι στρατηγικές αυτές ωφελήθηκαν από την δημόσια αποδοχή και υποστήριξη, η οποία ήταν το αποτέλεσμα μια μακράς «δουλειάς ζύμωσης» από ομάδες δράσης πολιτών και γραφείων εκπροσώπησης ενοικιαστών και της στρατηγικής τους, η οποία σε μεγάλο βαθμό στόχευε στη διαπραγμάτευση και τη διαβούλευση. Σύντομα, ωστόσο, η σύγκρουση ανάμεσα σε μια πολιτική πορεία αντιπαράθεσης από τη μια πλευρά, και της στρατηγικής επιδίωξης εναλλακτικών πολιτικών στόχων για την πόλη, ήρθε στο προσκήνιο.
Μέχρι τη στιγμή που ενέκυψε το θέμα της νομιμοποίησης των σπιτιών, οι συγκρούσεις ανάμεσα στους «διαπραγματευτές» και στους «μη-διαπραγματευτές» ήρθαν στο προσκήνιο: η τάση που θα μπορούσε να αποδοθεί στο εναλλακτικό κίνημα ήθελε να κρατηθούν τα σπίτια μέχρι οι «πολιτικοί» κρατούμενοι να αφεθούν ελεύθεροι, και να βρεθεί μια «συνολική λύση» για όλα τα κατειλημμένα σπίτια. Η τάση των «μη-διαπραγματευτών» ξεκίνησε να διαφοροποιείται από το εναλλακτικό κίνημα και άρχισαν να αυτοαποκαλούνται ως «αυτόνομοι» κατηγορώντας τους διαπραγματευτές ότι εγκατέλειπαν τον πολιτικό αγώνα και ότι υποχωρούν σε μια απλή διατήρηση των δικών τους χώρων.
Η κυβέρνηση του SPD (Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα) που είχε την ηγεσία της μεταβατικής Γερουσίας , θέλησε να εντάξει τις καταλήψεις «σε νόμιμα καθορισμένες συνθήκες που θα βρίσκονται σε πλήρη αρμονία με το αστικό δίκαιο».Εξώσεις θα ήταν δυνατές μόνο εάν γίνονταν συγκεκριμένες ποινικές διώξεις – η καταπάτηση από μόνη της δεν ήταν αρκετή – και εάν υπήρχαν προϋποθέσεις για άμεση ανακαίνιση.
Μετά τις εκλογές του Μαΐου του 1981, το CDU(Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα) που είχε τον έλεγχο της Γερουσίας υπό την ηγεσία του Ομοσπονδιακού Προέδρου Richard von Weizsäcker αντέστρεψε τη σχέση μεταξύ της επιλεκτικής ενσωμάτωσης και της καταστολής. Οποιαδήποτε προσπάθεια είχε γίνει προς την κατεύθυνση της ενσωμάτωσης των «ειρηνικών» καταληψιών επανειλημμένως ματαιώθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών Heinrich Lummer. O Lummer διαίρεσε τους καταληψίες σε «εκείνους που ήταν έτοιμοι να διαπραγματευτούν» και στους «εγκληματίες». Αυτός εξήγγειλε μιας «μηδενικής ανοχής» προσέγγιση για τις νέες καταλήψεις και ξεκίνησε μιας μεγάλης κλίμακας επίθεση εναντίον διαδηλώσεων και παρομοίων δράσεων. Έρευνες σε σπίτια πραγματοποιούνταν με το πρόσχημα ότι δεν υπάρχει καμία ανοχή «σε παράνομους χώρους για εγκληματίες». Οι έρευνες χρησιμοποιούνταν είτε για να για καταστρέφονται τα σπίτια με τέτοιο τρόπο που γινόντουσαν μη βιώσιμα, ή απλά για να εκδιωχθούν άμεσα οι καταληψίες. Το κύμα καταστολής που ξεκίνησε με την υπό το CDU Γερουσία έφτασε στο δυσάρεστο αποκορύφωμά της στις 22 Σεπτεμβρίου 1981, όταν ο Klaus-Jürgen Rattay, ένας 18χρονος καταληψίας, προσπαθώντας να ξεφύγει από την αστυνομία, χτύπησε και σκοτώθηκε από ένα λεωφορείο του Οργανισμού Μεταφορών του Βερολίνου.
Αυτό ήταν το σημείο καμπής που οδήγησε στην τρίτη φάση και στην πτώση του κινήματος των καταλήψεων. Ενώ οι καταληψίες «είχαν χάσει την πρωτοβουλία των κινήσεων», πολιτικές ομάδες πόλης ξεκίνησαν «να ενσωματώνουν το κίνημα των καταλήψεων στις ιδέες και τις πολιτικές στέγασης». Διακεκριμένοι πατρόνοι εκκλησιών, κολέγια, η καλλιτεχνική σκηνή και τα σωματεία που είχαν μετακινηθεί σε κατειλημμένα σπίτια για την προστασία τους, έθεσαν ως στόχο να «αποτρέψουν τους καταληψίες να χαθούν στην ομίχλη της βίας που εξορκιζόταν από τη Γερουσία» . Στις διαπραγματεύσεις με τις αρχές της περιοχής του Kreuzberg και τη Γερουσία πέτυχαν ένα προσωρινό μορατόριουμ στις εξώσεις έως το Πάσχα του 1982 . Την ίδια στιγμή, καταληψίες από όλο το φάσμα του εναλλακτικού κινήματος, σε συνεργασία με πολιτικές καμπάνιες πόλης, ξεκίνησαν να δημιουργούν υποστηρικτικές ενώσεις που μπορούσαν να δράσουν ως μοντέλα για νομιμοποίηση πέρα από το πεδίο των μεμονωμένων σπιτιών. Προσπάθειες για περαιτέρω πιο εκτεταμένες νομιμοποιήσεις σπιτιών, εξουδετερώθηκαν από τη στρατηγική της κλιμάκωσης που ακολούθησε ο Υπουργός Εσωτερικών, ο οποίος διέταζε εξώσεις με την παραμικρή αφορμή, συχνά στη μέση των διαπραγματεύσεων . Αυτού του τύπου οι προσυντονισμένες αλληλεπιδράσεις μεταξύ του τραπεζιού των διαπραγματεύσεων και των εξώσεων χαρακτήρισαν ολόκληρη τη διαδικασία «νομιμοποίησης» αμέσως μετά τις τελικές εκκενώσεις το φθινόπωρο του 1984. Οι καταγραφές αναφέρουν: 165 κατειλημμένα σπίτια, εκ των οποίων τα 105 τελικά «συμβιβάστηκαν ειρηνικά» πληρώνοντας νοίκι ή κάνοντας κάποια συμφωνία αγοράς και 60 καταλήψεις εκκενώθηκαν.
Καταλήψεις στο Ανατολικό Βερολίνο στις αρχές της δεκαετίας του 1990
Οι καταλήψεις στο Ανατολικό Βερολίνο στις αρχές της δεκαετίας του 1990 μπορούν να ειδωθούν μόνο εντός του πλαισίου της εκρηκτικών κοινωνικών αλλαγών που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της περιόδου της επανένωσης. Το κενό πολιτικής εξουσίας της περιόδου , και η μαζική απώλεια εξουσίας στο τμήμα της αστυνομίας και του δήμου διευκόλυνε την κατάληψη των κενών παλαιών κτιρίων στο κέντρο της πόλης. Οι κεντρικές περιοχές της πόλης, που αποτελούνταν από παλιά σπίτια τα οποία είχαν ιδεολογικά απαξιωθεί ως κληρονομιά της καπιταλιστικής αστικής ανάπτυξης, παραμελήθηκαν στον πολεοδομικό σχεδιασμό της εποχής και ήταν φανερά τα σημάδια φθοράς λόγω της κατασκευαστής παρακμής τους. Το συμπέρασμα αυτής της πρακτικής αποεπένδυσης του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν ήταν μόνο η κακή ανακαίνιση των διαμερισμάτων στις παλαιές περιοχές κατοικίας αλλά επίσης ήταν μεγάλο το ποσοστό των κενών διαμερισμάτων, μέχρι και 20% σε συγκεκριμένες περιοχές. Συνολικά 25.000 παλαιά διαμερίσματα ήταν άδεια, τα περισσότερα εκ των οποίων σε κεντρικές περιοχές της πόλης . Κατά συνέπεια, οι καταλήψεις κατά τη διάρκεια της περιόδου επανένωσης επικεντρώθηκαν στο στεγαστικό απόθεμα στις κεντρικές περιοχές του Ανατολικού Βερολίνου που χρονολογούνταν από την περίοδο του Gründerzeit (την περίοδο στις αρχές του 1900) . Συνολικά, περίπου 120 σπίτια καταλήφθηκαν στις κεντρικές περιοχές του Mitte, Prenzlauer Berg και Friedrichshain, και σποραδικά γύρω από την περιοχή του Lichtenberg.
Η πρώτη φάση των καταλήψεων περιλάμβανε την περίοδο από τον Δεκέμβρη του 1989 έως τον Απρίλη του 1990. Η πλειοψηφία των 70 περίπου σπιτιών που καταλήφθηκαν κατά τη διάρκεια εκείνων των μηνών βρίσκονταν στο Mitte και το Prenzlauer Berg. Σε σύγκριση με τα παλαιοτέρα κατειλημμένα διαμερίσματα, ο χαρακτήρας των κατειλημμένων σπιτιών σαφώς άλλαξε το χειμώνα του 1989 προς 1990. Πανό, σφαλισμένα παράθυρα και οδοφράγματα-σύντομα έκαναν αυτά τα σπίτια χώρους για αναρχικά, ελευθεριακά πειράματα ενάντια σε οτιδήποτε ήταν μικροαστικό, ενάντια στους Ναζί και ενάντια σε κάθε μορφής κανόνα. Οι καταληψίες κατά τη διάρκεια αυτής της πρώτης φάσης ήταν κυρίως νέοι από την Ανατολική Γερμανία, οι οποίοι ήταν ήδη εξοικειωμένοι με τις διάφορες υποκουλτούρες και τις πολιτικές σκηνές. Στη συνέχεια συνδέθηκαν με τους πρώτους δυτικογερμανούς, οι οποίοι σε γενικές γραμμές ενσωματώθηκαν με έναν φιλικό τρόπο στις νέες καταλήψεις. Συγκεκριμένα, η κατάληψη που αποκαλούνταν ως «το κατάστημα της τέχνης» στην Oranienburger Strasse (Tacheles) και η κατάληψη στο νούμερο 5 της Schönhauser Allee, η οποία λειτούργησε ως το οικοδομικό τετράγωνο της τέχνης και της κουλτούρας του αποκαλούμενου project WYDOX, εστίασε στη δημιουργία χώρων που θα βοηθούσε αρχικά τους καταληψίες να επιτύχουν την αυτοοργάνωση τους. Η λειτουργία τους ως χώρος κατοικίας ήταν δευτερεύουσα. Τα περισσότερα από αυτά τα σπίτια νομιμοποιήθηκαν σχετικά γρήγορα και μετατράπηκαν σε κοπερατίβες και ανακαινίστηκαν μέσω οικονομικών κίνητρων.
Η δεύτερη φάση των καταλήψεων, κράτησε από τον Μάιο έως τον Ιούλιο του 1990 και επικεντρώθηκε γεωγραφικά στην περιοχή του Friedrichshain. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου οι καταλήψεις γνώρισαν ποιοτική και ποσοτική επέκταση, προσθέτοντας 50 επιπλέον κτίρια. Στην αναζήτησή τους για χώρους διαμονής , ένας αυξημένος αριθμός «μη πολιτικοποιημένων» ομάδων επίσης πειραματίστηκε με καταλήψεις. Επιπλέον στους κυρίως Ανατολικογερμανούς καταληψίες, τώρα υπήρχαν καταλήψεις που εξ αρχής οργανώθηκαν από Δυτικογερμανούς ή Δυτικοβερολινέζους. Αυτοί οι καταληψίες είχαν επηρεασθεί από την έλλειψη σπιτιών στο Δυτικό Βερολίνο και είχαν γνωριστεί σε πολιτικές διαδηλώσεις. Ήταν κυρίως μαθητές που συλλογικά μετακόμισαν σε άδεια σπίτια στο ανατολικό τμήμα της πόλης. Με περισσότερους από 250 καταληψίες, η «Mainzer» όπως αποκαλούνταν, γρήγορα έγινε το κέντρο της καταληψιακής σκηνής του Friedrichshain. Παράλληλα δημιουργήθηκαν πολλές εγκαταστάσεις (βιβλιοπωλείο, πώλησης second-hand βιβλίων, δημόσια κουζίνα) το πρώτο Tunten (gay) στεγαστικό εγχείρημα στο Ανατολικό Βερολίνο και ένα σπίτι γυναικών-λεσβίων. Όσοι και όσες έμειναν σε αυτά τα σπίτια της Mainzer Strasse ήταν κυρίως δυτικοβερολινέζοι και μέλη του δυτικογερμανικού αυτόνομου κινήματος . Η συντονιστική επιτροπή που λειτούργησε ανάμεσα στα κατειλημμένα σπίτια, το «συμβούλιο των καταλήψεων», επιδίωξε μια στρατηγική αντιπαράθεσης, ιδίως μέσω των διαπραγματεύσεων για τη συμβατική νομιμοποίηση των κατειλημμένων σπιτιών.
Η τρίτη φάση, του ανατολικοβερολινέζικου κινήματος καταλήψεων ξεκίνησε στα τέλη του Ιουλίου του 1990. Ο αριθμός των νέων καταλήψεων μειώθηκε όταν οι δημοτικές αρχές στο Ανατολικό Βερολίνο ξεκίνησαν να εφαρμόζουν το διάταγμα «Γραμμή του Βερολίνου» (Berlin Line), σύμφωνα με το οποίο, από τις 24 Ιουλίου 1990 και έπειτα, καμία νέα κατάληψη δεν θα γινόταν ανεκτή, και ανεξάρτητα από τυχόν ποινικές διώξεις ή ειδοποιήσεις έξωσης, οι καταλήψεις θα πρέπει να εκκενωθούν από την αστυνομία εντός 24ωρων από την στιγμή της κατάληψης. Στις αρχές του Νοεμβρίου η εκκένωση δυο σπιτιών στο Prenzlauer Berg και στο Lichtenberg οδήγησε σε βίαιες συγκρούσεις. Μετά τις εκκενώσεις το πρωί στις 12 Νοεμβρίου 1990, καταληψίες από τα σπίτια της Mainzer Strasse αυθόρμητα διαδήλωσαν της αλληλεγγύη τους στις εκκενωμένες καταλήψεις. Σύμφωνα με τις αναφορές της αστυνομίας, οι καταληψίες αντέδρασαν στην χρήση κανονιών νερού και τεθωρακισμένων οχημάτων στην Mainzer Strasse, βομβαρδίζοντας την αστυνομία με φωτοβολίδες, πετώντας κεραμίδια, πέτρες, σακιά τσιμέντου, σφεντόνες και βόμβες μολότοφ . Κατά τη διάρκεια της νύχτας μια βίαιη οδομαχία ξεκίνησε η οποία κράτησε για ώρες. Οι προσπάθειες από περίπου 1500 αστυνομικούς , για να εισέλθουν στον δρόμο αποτύγχαναν, παρόλες τις χρήσεις κανονιών νερού, τεθωρακισμένων και δακρυγόνων. Αυτή η κλιμάκωση της βίας έκανε μια διαπραγματευτική λύση όλο και περισσότερο απίθανη, ειδικά επειδή η αστυνομία του Δυτικού Βερολίνου αγνόησε τους πολιτικούς πρωταγωνιστές της περιοχής και εστίασε στην έξωση δια της βίας. Τις πρωινές ώρες της 14 Νοέμβριου, η Mainzer Strasse καθαρίστηκε από συνολικά 3.000 αστυνομικούς από ολόκληρη τη Γερμανία, αρκετά ελικόπτερα και 10 αύρες. Με περισσότερους από 400 συλληφθέντες και πολλές απώλειες και από τις δυο πλευρές, αυτή ήταν η βίαιη καμπή στο ανατολικοβερολινέζικο κίνημα καταλήψεων.
Η εκκένωση της Mainzer Strasse κατέδειξε με σαφήνεια ότι η επιλογή της στρατιωτικής άμυνας των καταλήψεων είχε αποτύχει. Αυτή η διαπίστωση οδήγησε τη πλειοψηφία των ομάδων σε κατειλημμένα σπίτια να βρεθούν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων σε μια συγκεκριμένη περιοχή, έγιναν συμφωνίες χρήσεις για την πλειοψηφία των σπιτιών με τις αντίστοιχες ενώσεις κατοίκων. Ωστόσο, όταν οι ιδιοκτησίες του Ανατολικού Βερολίνου αποδόθηκαν στους παλιούς τους ιδιοκτήτες ή στους νεότερους κληρονόμους, αυτές οι συμβιβαστικές συμφωνίες δεν θεωρούνταν πλέον αξιόπιστες. Στην περίπτωση μια σειράς καταλήψεων, η αλλαγή – ανακατανομή οδήγησε σε σύγκρουση με τους ιδιοκτήτες και σε περισσότερες εκκενώσεις τη δεκαετία του 1990.
Σε αντίθεση με το κύμα των καταλήψεων στις αρχές της δεκαετίας του 1980, οι εσωτερικές συζητήσεις μεταξύ των «διαπραγματευτών» και των «μη-διαπραγματευτών» στις καταλήψεις του Ανατολικού Βερολίνου παρέμειναν περιορισμένες. Ειδικά μετά τη δραματική εκκένωση των κατειλημμένων σπιτιών της Mainzer Strasse μόνο λίγες καταλήψεις αρνήθηκαν να αποδεχτούν της διαπραγματευτική λύση. Αυτή η αλλαγή στάσης είναι εμφανής από την αναλογία των περίπου 30 εκκενωμένων σπιτιών και των 90 νομιμοποιημένων κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου. Αν και περίπου τα τρία τέταρτα όλων των σπιτιών στο Ανατολικό Βερολίνο έγιναν σταδιακά ασφαλή με τις διαπραγματευτικές συμφωνίες, στο Δυτικό Βερολίνο τη δεκαετία του ‘80 το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις μετά βίας πάνω από το 60%. Μετά τη νομιμοποίηση πολλοί πρώην καταληψίες ξεκίνησαν να κάνουν δομικές βελτιώσεις ακολουθώντας μεν τις δικές τους ιδέες ανακαινίσεων και επιδιορθώσεων, ανέλαβαν όμως και συνολικές επισκευές, συχνά στα πλαίσια δημόσιων αναπτυξιακών προγραμμάτων. Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 η Γερουσία του Βερολίνου ξόδεψε πάνω από 250 εκατομμύρια ευρώ σε αυτό που ήταν γνωστό ως αναπτυξιακά προγράμματα «αυτοβοηθητικής στεγαστικής πολιτικής». Συνολικά πάνω από 3.000 μονάδες ανακαινίστηκαν με αυτόν τον τρόπο, πολλές από αυτές πρώην καταλήψεις. Με βάση τις συμφωνίες μίσθωσης στις οποίες κατέληξαν εδώ και πολλά χρόνια και ως αποτέλεσμα των ανθρώπων που έχουν μια ουσιαστική προσωπική συμμετοχή στον εκσυγχρονισμό των κτιρίων, σύγχρονες συνθήκες στέγασης δημιουργήθηκαν στο πλαίσιο αυτών των προγραμμάτων. Σε μερικές περιοχές, η ανακαίνιση των πρώην καταλήψεων ήταν το πρώτο σαφές δείγμα της αστικής ανανέωσης στην πράξη.
Ένα νέο πολιτικό κίνημα πόλης - επίλογος
Τα κινήματα σήμερα αντιλαμβάνονται και πάλι την αστική αναδιάρθρωση ως θέμα, και ένα «κίνημα των ελεύθερων χωρών» φαίνεται να αναλαμβάνει τις εκκρεμότητες που άφησε το κίνημα των καταλήψεων της δεκαετίας του 1990. Στο Βερολίνο, αυτά τα θέματα αναβίωσαν πρώτα στην καμπάνια για ένα κοινωνικό κέντρο μεταξύ 2001 και 2008. Η κινητοποίηση ενάντια στην εκκένωση του μακροχρόνιου house project στην Yorckstrasse 59, όπως επίσης η κατάληψη του πρώην νοσοκομείου Bethanien και η χρήση του ως κοινωνικό κέντρο ,οι «ημέρες δράσης καταλήψεων» που πραγματοποιήθηκαν σε ολόκληρη την Ευρώπη το Απρίλιο του 2008, η πετυχημένη κινητοποίηση για την πιθανή εκκένωση του κοινωνικού κέντρου Köpi, οι μέρες δράσης «χειραφετημένου χώρου» στα τέλη Μαΐου αναβίωσε τη συζήτηση σχετικά με την αστική αναδιάρθρωση και τους ελεύθερους χώρους.
Σήμερα που γράφονται αυτές οι γραμμές όσες παλιές καταλήψεις δεν εκκενώθηκαν έχουν νομιμοποιηθεί με την μετεξέλιξη τους είτε σε κατοικίες των παλιών καταληψιών μετά από τις διαπραγματεύσεις με τους ιδιοκτήτες (ιδιώτες ή κράτος) είτε σε αυτοδιαχειριζόμενα κοινωνικά κέντρα ανοιχτά σε εναλλακτικά ρεύματα πολιτισμού με αυτοχρηματοδότηση από τις εκδηλώσεις τους. Ενσωμάτωση ή ωρίμανση? Δεν θα το απαντήσω εγώ τώρα, ούτε εδώ. Αυτό που θα ήθελα να επισημάνω είναι ότι πριν 30 χρόνια εν μέσω ψυχρού πολέμου, ακόμη και ο ακροδεξιός Υπ.Εσωτερικών Η.lummer άφηνε κάποια περιθώρια διαπραγμάτευσης σε σχέση με τη σημερινή μας συγκυβέρνηση που επαναφέρει τη παρωχημένη μηδενική ανοχή.
Επιμέλεια : Κ. Πανόπουλος
Ένα-δύο-τρία πολλά ευχαριστώ στο σ. Χάρη Λαδή για τη συλλογή του υλικού και τις πληροφορίες από την αγαπημένη μας βόρεια πόλη.
ΠΗΓΗ: Α.Ηolm-A.Kuhn
International Journal of Urban and Regional Research,. (2011)

http://syspeirosiaristeronmihanikon.blogspot.gr/2013/09/h.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου