της Ρέας Βιτάλη
Καθόμουν σ΄ένα πεζούλι. Μας χώριζε δηλαδή μια κουρτίνα. Άσπρη, ξέξασπρη κι από τον ήλιο ξεξασπρότερη. Με τρυπούλες που σχημάτιζαν ένα αγγελούδι-έρωτα. Κοφτό! Πανέμορφη κουρτίνα. Που το αεράκι πότε τη σήκωνε και πότε την κατέβαζε. Και γω άλλοτε μπορούσα να κατασκοπεύσω την σκηνή και άλλοτε να την πλάσω.
Διέκρινα ότι ήταν στρουμπουλή και φορούσε μια ρόμπα, απ΄ αυτές που φοράνε οι γριές στο σπίτι και περπατούσε σαν βαρκούλα. Παλατζάριζε μια δεξιά μια αριστερά. Και γκρίνιαζε. Όπως πήρε τ΄αφτί μου για μια «αχαϊρευτη». Και κατά διαστήματα ξεπέταγε και μια κορόνα «δε μιλάς εσύ ε; Και τι να πεις!». Σε λίγο έφτασε και ο «δεν μιλάς εσύ». Αργόσυρτα σέρνοντας τις παντόφλες του…Χς, χς, χς σαν σκιέρ. «Ήθελα νάξερα σε βαρέθκες να γκρινιάζς;» αναρωτήθηκε εκείνος και τράβηξε την καρέκλα να καθίσει. «Κάτσε! Μια ζωή! Τι ανάγκ έχς;». Πήγε να σηκωθεί «Φεύγς; Μια ζωή φευγάτος!». Έμεινε για λίγο εκκρεμής. Μετά τσαμπουκαλεύτηκε με το μυαλό του και κωλοκάθισε αποφασιστικά. «Δεν βαρέθκες να γκρινιάζς ;» μονολόγησε. Πολυβόλο εκείνη. Ασίγαστο. «Εγώ της τάπα αλλά εσύ ήθελα νάξερα δεν μπορούσες….». Την κοίταζε και ξεφύσαγε. Μετά εκείνη άπλωσε την βεντάλια και του είπε για τη ζωή της που χαράμισε για πάρτη του….Υπολογίζοντας πρόχειρα τα χρόνια της μάλλον αναφέρονταν πριν από 100 χρόνια όταν δηλαδή τον είχε παντρευτεί. Και κείνος αποκρίθηκε «Δεν μ΄αφήνς στην ησυχίαμ. Σύρε παντρέψ κανέναν άλλον».

