Λιλιάνα Δρίτσα (διήγημα) Ο άνθρωπος έκλαιγε.
Ένας μεσόκοπος άντρας, ήταν, γύρω στα πενήντα-ίσως και νεότερος αλλά κακοπερασμένος…
Κάτι έλεγε στη γλώσσα του κι έκλαιγε γοερά.
Γύρω του κι άλλοι ταλαιπωρημένοι άνθρωποι. Μερικοί κάτι ψέλλιζαν. Άλλοι χτυπούσαν το κεφάλι τους.
Ανάμεσα στα κεφάλια ξεχώριζες μικρόφωνα που διαγκωνίζονταν.
Ανάμεσα στα κλάματα ξεχώριζες φωνές δημοσιογράφων.
Ο άνθρωπος έκλαιγε.
Αν έσβηνες τον ήχο δεν καταλάβαινες πως μιλούσε ξένη γλώσσα.
Θα μπορούσε να είναι ένας έλληνας αγρότης που είχε καταστραφεί η σοδιά του.
Θα μπορούσε να είναι ένας έλληνας ψαράς που του ’χε βουλιάξει η βάρκα του.
Θα μπορούσε να είναι ένας έλληνας οικογενειάρχης που είχε χάσει το σπίτι του κι έμενε στο δρόμο. Ο άνθρωπος έκλαιγε.
Ένας μεσόκοπος άντρας, ήταν, γύρω στα πενήντα-ίσως και νεότερος αλλά κακοπερασμένος…
Κάτι έλεγε στη γλώσσα του κι έκλαιγε γοερά.
Γύρω του κι άλλοι ταλαιπωρημένοι άνθρωποι. Μερικοί κάτι ψέλλιζαν. Άλλοι χτυπούσαν το κεφάλι τους.
Ανάμεσα στα κεφάλια ξεχώριζες μικρόφωνα που διαγκωνίζονταν.
Ανάμεσα στα κλάματα ξεχώριζες φωνές δημοσιογράφων.
Ο άνθρωπος έκλαιγε.
Αν έσβηνες τον ήχο δεν καταλάβαινες πως μιλούσε ξένη γλώσσα.
Θα μπορούσε να είναι ένας έλληνας αγρότης που είχε καταστραφεί η σοδιά του.
Θα μπορούσε να είναι ένας έλληνας ψαράς που του ’χε βουλιάξει η βάρκα του.
Θα μπορούσε να είναι ένας έλληνας οικογενειάρχης που είχε χάσει το σπίτι του κι έμενε στο δρόμο. Ο άνθρωπος έκλαιγε.


